Η απειλή κατά του «Air Force One» θεωρήθηκε τόσο σοβαρή ώστε μετέφεραν κρυφά τον Ντόναλντ Τραμπ έξω από το αεροσκάφος μέσα σε κοντέινερ τροφοδοσίας, για να τον προστατεύσουν. Ωστόσο, η ίδια σοβαρή απειλή δεν τους εμπόδισε να στείλουν στη συνέχεια το «Air Force One» στους αιθέρες, με το αεροσκάφος γεμάτο ανώτερους αξιωματούχους, κυβερνητικούς υπαλλήλους, δημοσιογράφους και στρατιωτικό προσωπικό που χρησίμευαν ως δόλωμα, μερικοί από τους οποίους χωρίς να το γνωρίζουν -μια απόφαση που έχει προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις στις ΗΠΑ.
Αν οι Ιρανοί προσπαθούσαν να καταρρίψουν το προεδρικό αεροσκάφος τον περασμένο μήνα, τότε η επιχείρηση στην Άγκυρα της Τουρκίας, που προστάτευσε τον Αμερικανό πρόεδρο, μπορεί επίσης να έθετε ως στόχους δεκάδες άλλους που επέβαιναν στο αεροσκάφος, συμπεριλαμβανομένων του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, του υπουργού Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ και των ανώτερων συμβούλων Στίβεν Μίλερ και Στίβεν Τσέουνγκ.
Όπως επισημαίνουν οι New York Times, η κυβέρνηση έχει σε σπάνιες περιπτώσεις καταφύγει σε τέτοιου είδους τεχνάσματα για να προστατεύσει τους προέδρους από πιθανό κίνδυνο, ιδίως κατά τη διάρκεια ταξιδιών σε επικίνδυνες περιοχές, όπως όταν ο Τζορτζ Μπους ο νεότερος ή ο Μπαράκ Ομπάμα πέταξαν στο Ιράκ κατά τη διάρκεια του πολέμου ή όταν ο Μπιλ Κλίντον πραγματοποίησε μια σύντομη επίσκεψη στο Πακιστάν, μια χώρα με ιστορικό τρομοκρατίας. Το τέχνασμα της ομάδας του Τραμπ στην Άγκυρα, ωστόσο, ξεχωρίζει όχι μόνο για την παραπλάνησή του, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο μετέφερε τον προφανή κίνδυνο σε άλλους και κρατήθηκε μυστικό πολύ καιρό αφότου ο Τραμπ είχε πλέον βγει από τη ζώνη κινδύνου.
«Φαινόταν απλώς να μην δίνουν καμία σημασία σε κανέναν εκτός από τον πρόεδρο και τους λίγους που τον συνόδευαν» δήλωσε ο Τζο Λόκχαρτ, ο οποίος υπηρέτησε ως εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου υπό τον Κλίντον κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του το 2000 στο Ισλαμαμπάντ, την πρωτεύουσα του Πακιστάν. «Κάναμε ό,τι μπορούσαμε για να διασφαλίσουμε ότι ο μέγιστος αριθμός ανθρώπων, ειδικά πολιτών, θα προστατευόταν και δεν θα χρησιμοποιούνταν ως ανθρώπινες ασπίδες. Αυτοί δεν το σκέφτηκαν καν. Και για μένα, αυτή είναι η μεγάλη διαφορά».
Ωστόσο, άλλοι βετεράνοι επικίνδυνων ταξιδιών του Λευκού Οίκου δήλωσαν στους New York Times ότι υπήρχαν περιπτώσεις όπου τα ακραία μέτρα ήταν δικαιολογημένα για την προστασία του προέδρου. Ο Τζόζεφ Γ. Χάγκιν -ο οποίος ως κορυφαίος σύμβουλος του Μπους βοήθησε στην οργάνωση των ταξιδιών του σε εμπόλεμες ζώνες και αργότερα υπηρέτησε ως αναπληρωτής επικεφαλής του προσωπικού του Τραμπ στον Λευκό Οίκο κατά την πρώτη θητεία του- δήλωσε ότι δεν θα αμφισβητούσε εκ των υστέρων την απόφαση που ελήφθη στην Άγκυρα.
«Κατανοώ ότι υπάρχει ανησυχία για όσους πετούσαν με το αεροσκάφος που θεωρήθηκε ως βασικό» είπε ο κ. Χάγκιν, «αλλά όταν πηγαίνεις να εργαστείς στον Λευκό Οίκο ή ταξιδεύεις με τον πρόεδρο, αποδέχεσαι έναν όχι αμελητέο βαθμό κινδύνου. Το να ενημερώσεις όλους για το τι συμβαίνει σε μια επιχείρηση όπως αυτή θα έθετε προφανώς σε κίνδυνο την ασφάλεια του προέδρου».
Όταν ο Μπους ή ο Ομπάμα έπαιρναν μαζί τους μέλη του προσωπικού και δημοσιογράφους σε εμπόλεμες ζώνες, πρόσθεσε ο κ. Χάγκιν, και εκείνες ήταν επικίνδυνες στιγμές. «Δεν διέφερε καθόλου από τα ταξίδια στο Ιράκ και το Αφγανιστάν» είπε. «Συγκεντρώνεις όλους τους κινδύνους και επιλέγεις τις τακτικές που σου προσφέρουν την ασφαλέστερη επιλογή, ανεξάρτητα από το ποιος θα προσβληθεί ή ποια συναισθήματα θα προκληθούν».
Οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι και οι δημοσιογράφοι που ταξίδευαν μαζί με τους προέδρους σε εμπόλεμες ζώνες, φυσικά, γνώριζαν ότι το έκαναν, ενώ σε όσους παρέμειναν στο «Air Force One» στην Άγκυρα τον περασμένο μήνα δεν είχε γνωστοποιηθεί η αυξημένη απειλή. Οι δημοσιογράφοι που ταξίδευαν στο πίσω μέρος του αεροσκάφους έλαβαν οδηγίες, ενώ βρίσκονταν ακόμη στο έδαφος, να κρατήσουν κλειστές τις κουρτίνες των παραθύρων τους κατά τη διάρκεια της πτήσης της 8ης Ιουλίου από την Άγκυρα προς τη Βρετανία, όπου ο Τραμπ προσγειώθηκε κρυφά με άλλο στρατιωτικό αεροσκάφος.
Στη συνέχεια, ο πρόεδρος μεταφέρθηκε μυστικά πίσω στο Air Force One, ώστε να μπορέσει να αποβιβαστεί μπροστά στις κάμερες σαν να βρισκόταν στο αεροπλάνο από την αρχή.
Η μυστική μεταφορά στην Άγκυρα, που έγινε γνωστή την περασμένη Δευτέρα (10/8) από την εφημερίδα «The Washington Post» και επιβεβαιώθηκε από τους «The New York Times» και άλλα μέσα ενημέρωσης, ήταν τόσο αξιοσημείωτη που έμοιαζε με κάτι βγαλμένο από το Χόλιγουντ.
Στην πραγματικότητα, όπως γράφει η αμερικανική εφημερίδα, ξεπερνούσε ακόμη και τη φαντασία του Άντριου Γ. Μάρλοου, ο οποίος έγραψε το σενάριο για την εμβληματική ταινία θρίλερ του 1997 «Air Force One», με τον Χάρισον Φορντ στον ρόλο ενός προέδρου του οποίου το αεροπλάνο καταλαμβάνεται από αεροπειρατές. Σκεπτόμενος όσα συνέβησαν, ο Μάρλοου δήλωσε ότι ήταν βέβαιος ότι η Μυστική Υπηρεσία έκανε ό,τι ήταν απαραίτητο για να διασφαλίσει την ασφάλεια του προέδρου. Πρόσθεσε, όμως, ότι αυτό δεν έκανε τον Τραμπ να φαίνεται και τόσο καλός…
«Βέβαια, η πραγματική ζωή δεν είναι ταινία, αλλά δεδομένων των περιστάσεων, δεν είμαι σίγουρος αν θα μπορούσα ποτέ να γράψω ένα σενάριο για μια τέτοια στιγμή για έναν ηρωικό πρωταγωνιστή» είπε ο Μάρλοου. «Αν η απειλή ήταν τόσο μεγάλη, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς το κοινό να υποστηρίζει έναν χαρακτήρα που θα έβαζε σε κίνδυνο τη δική του ασφάλεια, αντιμετωπίζοντας τους υπόλοιπους πολίτες που βρίσκονταν στο αεροπλάνο ως πιθανά θύματα, ειδικά χωρίς τη συγκατάθεσή τους».
Ο Λευκός Οίκος δεν απάντησε σε αίτημα για σχόλιο σχετικά με την απόφαση ούτε διευκρίνισε αν ελήφθησαν επιπλέον μέτρα για την προστασία του αεροσκάφους από οποιαδήποτε απειλή, ακόμη και χωρίς τον Τραμπ μέσα σε αυτό. Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε στους δημοσιογράφους το βράδυ της Τρίτης ότι ακολούθησε τη συμβουλή της Μυστικής Υπηρεσίας και απέκρουσε τους ισχυρισμούς ότι άλλοι εκτέθηκαν σε μεγαλύτερο κίνδυνο.
«Πιστεύω ότι, στην πραγματικότητα, το αεροπλάνο με το οποίο πέταξα βρισκόταν σε μεγαλύτερο κίνδυνο, διότι αυτό θα ήταν το αεροπλάνο που, κατά τη γνώμη μου, θα ήταν πιο πιθανό να στοχεύσουν» είπε, μια δήλωση που έρχεται σε αντίθεση με τον αρχικό λόγο της αλλαγής αεροπλάνου.
Η Μυστική Υπηρεσία και οι στρατιωτικές μονάδες που είναι επιφορτισμένες με την ασφάλεια του προέδρου χρησιμοποιούν συνήθως δόλωμα για να παραπλανήσουν πιθανούς επιτιθέμενους, χωρίς όμως να εμπλέκουν πολίτες εν αγνοία τους. Όταν ένας πρόεδρος ταξιδεύει με αυτοκινητοπομπή, συνήθως υπάρχουν δύο πανομοιότυπες θωρακισμένες λιμουζίνες ή SUV με πανομοιότυπες πινακίδες κυκλοφορίας της Ουάσιγκτον, ώστε να είναι δύσκολο να διαπιστωθεί σε ποιο από τα δύο βρίσκεται. Όταν μετακινείται με το «Marine One», συχνά υπάρχουν τρία ή τέσσερα πανομοιότυπα πράσινα και λευκά ελικόπτερα που πετούν μαζί.
«Αν γίνει επίθεση στην αυτοκινητοπομπή, η ομάδα ασφαλείας αποσπάται και όλοι οι άλλοι μένουν μόνοι τους — από ορισμένους υπαλλήλους του Λευκού Οίκου έως ορισμένους στρατιωτικούς αξιωματούχους, όλους τους δημοσιογράφους και τα μέλη του Κογκρέσου» έγραψε την Τρίτη στα κοινωνικά δίκτυα ο Άρι Φλάισερ, πρώην εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου κατά τη θητεία του Μπους. «Η ασφάλεια του προέδρου έρχεται πάντα πρώτη. Δεν παραπονιόμαστε. Έτσι έχουν τα πράγματα».
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών είναι ταυτόχρονα ο πιο ορατός και ο πιο προστατευμένος αξιωματούχος της χώρας. Ο Λευκός Οίκος έχει μετατραπεί με τα χρόνια σε ένα πραγματικό φρούριο, και ο Τραμπ σχεδιάζει να επεκτείνει την περίμετρο ασφαλείας με ένα νέο φράχτη γύρω από την πλατεία Lafayette, απέναντι από το προεδρικό μέγαρο.
Ταυτόχρονα, ο πρόεδρος, σύμφωνα με την παράδοση, ταξιδεύει πάντα με μια ομάδα δημοσιογράφων που καταγράφουν κάθε δημόσια κίνηση και σχόλιό του. Αυτή η συνεχής κάλυψη θεωρείται ζωτικής σημασίας στη σημερινή εποχή, όπου ένας πρόεδρος μπορεί να αντιμετωπίσει μια κρίση ανά πάσα στιγμή. Οι δημοσιογράφοι ήταν μαζί με τον Τζον Φ. Κένεντι όταν πυροβολήθηκε στο Ντάλας στις 22 Νοεμβρίου 1963, και ήταν μαζί με τον Μπους όταν οι τρομοκράτες επιτέθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες στις 11 Σεπτεμβρίου 2001.
Όταν οι πρόεδροι πραγματοποιούσαν ταξίδια σε εμπόλεμες ζώνες τα τελευταία χρόνια, ο Λευκός Οίκος συνήθως καλούσε έναν επιλεγμένο αριθμό στελεχών των μέσων ενημέρωσης στην Αίθουσα Επιχειρήσεων ή τηλεφωνούσε σε δημοσιογράφους για να τους ενημερώσει και να τους ζητήσει να είναι εχέμυθοι, ώστε τουλάχιστον μερικοί να μπορούν να συνοδεύσουν την αποστολή και να καλύψουν τις επισκέψεις όταν αυτό ήταν ασφαλές. Τόσο ο Μπους όσο και ο Ομπάμα πήραν μαζί τους δημοσιογράφους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, όπως έκανε και ο Τραμπ κατά την πρώτη θητεία του. Ο Τζο Μπάιντεν πήρε μαζί του έναν δημοσιογράφο και έναν φωτορεπόρτερ σε ένα μυστικό ταξίδι εννιάμισι ωρών με τρένο στην Ουκρανία.
Όταν ο Κλίντον ταξίδεψε στο Πακιστάν, και αυτός άλλαξε αεροπλάνο για να αποφύγει τον εντοπισμό από πιθανούς επιτιθέμενους. Τον είχαν παροτρύνει να μην πάει, καθώς ορισμένες περιοχές της χώρας αποτελούσαν καταφύγια για τρομοκρατικές ομάδες, αλλά, δεδομένου ότι ούτως ή άλλως επρόκειτο να μεταβεί στην Ινδία, ένιωσε την ανάγκη να κάνει μια στάση στο Ισλαμαμπάντ για λίγες ώρες.
Το αρχικό σχέδιο ασφαλείας προέβλεπε να παραπλανηθούν οι δημοσιογράφοι που τον συνόδευαν, ώστε να πιστέψουν ότι ο Κλίντον είχε επιβιβαστεί στο ίδιο στρατιωτικό αεροσκάφος C-17 με αυτό στο οποίο βρίσκονταν εκείνοι, ενώ ο ίδιος θα επιβιβαζόταν κρυφά σε ένα ξεχωριστό αεροσκάφος τύπου Gulfstream της Πολεμικής Αεροπορίας, γνωστό ως C-20. «Η έντονη διαμαρτυρία μου ήταν ότι δεν μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τα ΜΜΕ ως δόλωμα» είπε. «Και μου παρουσίασαν ένα σχέδιο που με ικανοποίησε».
Σε αντίθεση με την ομάδα του Τραμπ στην Άγκυρα, η ομάδα του Κλίντον ενημέρωσε εκ των προτέρων τουλάχιστον μία από τις δημοσιογράφους, τη Σούζαν Πέιτζ της USA Today, η οποία περιέγραψε το περιστατικό την Τρίτη (11/8). Στη συνέχεια, ο Λευκός Οίκος δημοσιοποίησε όλες τις λεπτομέρειες, μόλις ο Κλίντον ήταν πλέον ασφαλής. Η ομάδα του Τραμπ, αντιθέτως, δεν αποκάλυψε ποτέ τι συνέβη στην Άγκυρα μέχρι που η εφημερίδα «The Washington Post» δημοσίευσε την είδηση.
«Είναι απολύτως κατανοητό ότι ο Λευκός Οίκος θα ήθελε να διατηρήσει την εμπιστευτικότητα μιας τέτοιας επιχείρησης ασφαλείας» δήλωσε ο Τζον Φ. Κέρμπι, συνταξιούχος υποναύαρχος του Πολεμικού Ναυτικού, ο οποίος υπηρέτησε ως εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και του Πενταγώνου κατά τη διάρκεια των κυβερνήσεων Ομπάμα και Μπάιντεν. «Δεν τους κατηγορώ που καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλίσουν την ασφάλεια του προέδρου ή που δεν αποκαλύπτουν συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με απειλές».
«Όμως», πρόσθεσε, «έχουν επίσης την υποχρέωση να διασφαλίζουν την ασφάλεια και την προστασία όσων ταξιδεύουν μαζί με τον πρόεδρο. Και όταν ο κίνδυνος αυτού του ταξιδιού είναι γνωστός — όπως σίγουρα ήταν στην περίπτωση αυτή — έχουν την υποχρέωση να παρέχουν τουλάχιστον το βασικό πλαίσιό του, ώστε οι ταξιδιώτες να μπορούν να λάβουν τις αποφάσεις του».
Ο Χάγκιν διαφώνησε. «Η μόνη κριτική μου είναι ότι διέρρευσε» είπε. «Είναι πολύ, πολύ δύσκολο να μετακινηθεί ο πρόεδρος κρυφά, και όταν αποκαλύπτεται μία από αυτές τις τακτικές, είναι απίθανο να μπορέσεις να τη χρησιμοποιήσεις ξανά, κάτι που απλώς καθιστά την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να το κάνεις ακόμα πιο δύσκολη. Δεν ήταν η πρώτη φορά και δεν θα είναι η τελευταία που απαιτείται μια τέτοια επιχείρηση, ανεξάρτητα από το ποιος είναι πρόεδρος».
in.gr

