Α ρε Μάιμο… Ποιος θα μας ξαναπάει στο Κάμπινγκ;

Date:

Share post:

Σήμερα έγινε η κηδεία του Νίκου Καλογερόπουλου. Και ίσως το πιο δύσκολο όταν φεύγει ένας ηθοποιός που σε συνόδευσε για δεκαετίες να μην είναι να γράψεις για την καριέρα του. Είναι να καταλάβεις γιατί αισθάνεσαι ότι έχασες κάποιον δικό σου, ενώ δεν τον γνώρισες ποτέ.

Με τον Καλογερόπουλο αυτό είναι ακόμη πιο έντονο. Γιατί δεν ήταν απλώς ένα όνομα στους τίτλους μιας ταινίας. Ήταν πρόσωπο, φωνή, βλέμμα. Ήταν ρόλοι που μπήκαν στα σπίτια μας και έμειναν εκεί. Και πάνω απ’ όλα, για μια ολόκληρη γενιά, ήταν το «Κάμπινγκ».

Καλοκαίρι του 1989. «Το Κάμπινγκ» στην ΕΡΤ. Ο Μήτσος και ο Μάιμος. Δύο ρόλοι, ένας Καλογερόπουλος και μια τηλεοπτική σειρά που σήμερα δεν χρειάζεται καν να την περιγράψεις σε όσους την έζησαν. Αρκεί να πεις «Μάιμος» και κάτι συμβαίνει στο πρόσωπο του άλλου. Πρώτα χαμογελάει. Και μετά, αν είναι μιας κάποιας ηλικίας, το βλέμμα του ταξιδεύει λίγο πιο πίσω.

Γιατί δεν θυμάται μόνο τον Μάιμο.

Θυμάται πού ήταν όταν τον έβλεπε.

Θυμάται την τηλεόραση στο σαλόνι, τα καλοκαίρια που έμοιαζαν ατελείωτα, τις πόρτες και τα παράθυρα ανοιχτά, τους ανθρώπους που μπαινόβγαιναν στο σπίτι. Θυμάται ίσως τον πατέρα του να γελάει, τη μάνα του να περνάει από μπροστά και να κοντοστέκεται, τα αδέρφια, τους φίλους, τις διακοπές. Θυμάται έναν κόσμο που τότε θεωρούσε δεδομένο και σήμερα υπάρχει μόνο σε κομμάτια.

Και εκεί βρίσκεται η δύναμη ανθρώπων σαν τον Καλογερόπουλο. Οι ρόλοι τους έγιναν οι σελιδοδείκτες της δικής μας ζωής.

Πριν από το «Κάμπινγκ» είχε ήδη περάσει από το «Μάθε παιδί μου γράμματα». Είχε έρθει το «Ρεμπέτικο». Το «Άρπα Κόλλα». Η «Λούφα και Παραλλαγή». Αργότερα ο «Μελισσοκόμος» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, το «Τοπίο στην Ομίχλη», οι «Ιππείς της Πύλου». Στην τηλεόραση, «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», «Μεθυσμένη Πολιτεία» και τόσες ακόμη παρουσίες.

Ρόλοι διαφορετικοί, αλλά πάντα εκείνο το ίδιο παράξενο πράγμα: έβλεπες τον Καλογερόπουλο και δεν αισθανόσουν ότι παρακολουθείς κάποιον που προσπαθεί να γίνει ένας λαϊκός άνθρωπος.

Ήταν ήδη ένας από αυτούς.

Είχε πάνω του Ελλάδα. Όχι την Ελλάδα της καρτ ποστάλ. Την άλλη. Του καφενείου, του στρατοπέδου, του χωριού, της παρέας, της γκρίνιας, του χωραφιού, της ταβέρνας, της βρισιάς και της αγκαλιάς. Την Ελλάδα του ανθρώπου που μπορεί να σε κάνει να γελάσεις και, προτού τελειώσει η κουβέντα, να σου πετάξει μια φράση που θα σε πονέσει.

Γι’ αυτό τον χάζευες.

Δεν χρειαζόταν να ξέρεις από υποκριτική. Δεν χρειαζόταν να γνωρίζεις ποιος σκηνοθετούσε ή τι έγραφαν οι κριτικοί. Περίμενες απλώς να μπει στο πλάνο. Να γυρίσει το κεφάλι. Να κάνει εκείνη τη γκριμάτσα. Να πετάξει την κουβέντα με εκείνη τη χαρακτηριστική φωνή.

Και γελούσες.

Α ρε Μάιμο…

Πόσοι άραγε το είπαν αυτές τις μέρες;

Και πόσοι, μόλις το είπαν, δεν θυμήθηκαν μόνο εκείνον αλλά και τον εαυτό τους τριάντα και σαράντα χρόνια νεότερο; Αυτό είναι ίσως που πονάει περισσότερο σήμερα. Ο Νίκος Καλογερόπουλος πέθανε στις 9 Αυγούστου και σήμερα έγινε η κηδεία του. Όμως μαζί με το τελευταίο αντίο σ’ εκείνον έρχεται, αναπόφευκτα, ένας μικρός απολογισμός και για εμάς.

Γιατί φεύγουν πια ένας ένας οι άνθρωποι που ήταν νέοι όταν ήμασταν κι εμείς νέοι. Και κάθε φορά που φεύγει ένας από αυτούς, η είδηση κουβαλάει μια υπενθύμιση που δεν ζητήσαμε: πέρασαν τα χρόνια. Δεν είναι πια το 1989. Δεν είμαστε μπροστά στην ίδια τηλεόραση. Δεν είναι όλοι οι ίδιοι άνθρωποι γύρω από το τραπέζι.

Κάποιες καρέκλες άδειασαν. Κάποια τηλέφωνα δεν υπάρχουν πια για να τα καλέσουμε. Κάποια καλοκαίρια τελείωσαν χωρίς να καταλάβουμε ότι ήταν τα τελευταία με όλους παρόντες. Και ξαφνικά έρχεται ο Μάιμος από μια παλιά εικόνα και στα φέρνει όλα πίσω.

Αυτό κατάφερε ο Νίκος Καλογερόπουλος χωρίς ποτέ να μας γνωρίσει. Έδεσε το πρόσωπό του με κομμάτια της ζωής μας. Γι’ αυτό σήμερα δεν χρειάζεται να μετρήσουμε ταινίες, σειρές, βραβεία και συνεργασίες. Αυτά ανήκουν στη βιογραφία του.

Η θέση που έχει ένας ηθοποιός στη μνήμη των ανθρώπων μετριέται διαφορετικά. Μετριέται από το πόσο γρήγορα χαμογελάς όταν ακούσεις «Μάιμος». Από το αν θα σταματήσεις το ζάπινγκ όταν πετύχεις τη «Λούφα και Παραλλαγή». Από το αν θα καθίσεις άλλη μία φορά να δεις το «Κάμπινγκ», παρότι ξέρεις τι θα συμβεί. Και κυρίως από το αν, βλέποντας εκείνον, θα θυμηθείς κάποιον που κάποτε καθόταν δίπλα σου και γελούσε μαζί σου.

Αυτό είναι κληρονομιά. Όχι να σε θυμούνται επειδή πέθανες. Να σε θυμούνται επειδή έζησαν μαζί σου χωρίς να σε έχουν συναντήσει ποτέ. Σήμερα έκλεισε η αυλαία για τον Νίκο Καλογερόπουλο.

Για τον Μήτσο.

Για τον Μάιμο.

Για όλα εκείνα τα πρόσωπα που δανείστηκαν για λίγο το σώμα, τη φωνή και το βλέμμα του και τελικά έμειναν για πάντα δικά μας.

Και κάποια από τις επόμενες νύχτες, κάποιος θα ψάξει και θα βάλει ξανά το «Κάμπινγκ». Θα εμφανιστεί ο Καλογερόπουλος. Θα χαμογελάσει κι εμείς, για μια στιγμή, θα ξαναγίνουμε εκείνοι που ήμασταν τότε.

Με όλους τους ανθρώπους μας ακόμη εκεί.

Α ρε Μάιμο…

Τελικά δεν κλαίμε μόνο επειδή έφυγες εσύ.

Κλαίμε λίγο και για όλα εκείνα που έφυγαν μαζί με τα χρόνια μας.

Βασίλης Σπαντούρος

spot_img

Related articles

Ανεξέλεγκτη η φωτιά στη Χαλκιδική – Επιχείρηση απεγκλωβισμού από τη θάλασσα

Ανεξέλεγκτη μαίνεται η πυρκαγιά στη Χαλκιδική, με το 112 να έχει στείλει μήνυμα εκκένωσης σε Σίβηρη και Φούρκα. Η...

Γιατί το ΣτΕ ακύρωσε τις άδειες των τριών ιδιωτικών πανεπιστημίων – Το σκεπτικό της απόφασης

Με ανακοίνωσή του το Συμβούλιο της Επικρατείας εξηγεί το σκεπτικό πίσω από τις αποφάσεις του Γ΄ Τμήματος (7μελης...

Αντέχει ο κόσμος άλλους έξι μήνες πολέμου;

Το αδιέξοδο στις συνομιλίες ΗΠΑ- Ιράν αναδεικνύει εύλογα το ερώτημα αν τα αποθέματα σε πετρέλαιο παγκοσμίως θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν...

Υπ. Παιδείας για απόφαση ΣτΕ: “Δεν θα χαθεί το ακαδημαϊκό έτος”

Ανακοίνωση για την απόφαση του ΣτΕ για τα μη κρατικά πανεπιστήμια εξέδωσε το Υπ. Παιδείας, σύμφωνα με την οποία οι αποφάσεις που...