Είναι αλήθεια ότι ζούμε σε μια κοινωνία χαμηλών προσδοκιών. Οι πολίτες έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στα μεγάλα λόγια και τις εύκολες υποσχέσεις. Αυτό που θέλουν είναι απτά μέτρα που θα κάνουν την καθημερινότητά τους καλύτερη.
Η διαπίστωση αυτή, που φαίνεται να καθοδηγεί τις περισσότερες προτάσεις πολιτικής επικοινωνίας ενόψει την επερχόμενων εκλογών, σίγουρα έχει βάση. Ως ένα βαθμό είναι αυτονόητη. Όμως, όπως συμβαίνει με αρκετές «αυτονόητες» αλήθειες, κινδυνεύει να γίνει μια κοινοτοπία. Και οι κοινοτοπίες δεν αποτελούν τους καλύτερους οδηγούς για δράση.
Και ο λόγος είναι ότι δεν αποδίδει τη δέουσα προσοχή στο πώς οι άνθρωποι κρίνουν και αποτιμούν τις πολιτικές προτάσεις.
Καταρχάς, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι περισσότεροι άνθρωποι επανεκτιμούν διαρκώς την οικονομική τους κατάσταση και σταθμίζουν οτιδήποτε μπορεί να την επηρεάσει. Όσο πιο δύσκολα τα βγάζουν πέρα – και οι περισσότεροι επί της ουσίας τα φέρνουν δύσκολα – τόσο πιο πολλούς υπολογισμούς κάνουν.
Γι’ αυτούς τους ανθρώπους όντως κάποιες φορές ένα επίδομα, μια αύξηση στις αποδοχές, μια επιπλέον παροχή, μια αλλαγή στη φορολογία κάνει τη διαφορά.
Αυτό είναι κάτι που σίγουρα αποτελεί παράγοντα που σταθμίζουν στις επιλογές τους, οι ψηφοφόροι.
Όμως, δεν είναι απλώς ότι ακούν για ένα μέτρο, ή για φοροελάφρυνση (που τους αφορά) ή για μια παροχή και αμέσως κραυγάζουν: «αυτό είναι! Τώρα ξέρω τι θα ψηφίσω!».
Γιατί δεν περιμένουν απλώς ένα μέτρο. Περιμένουν μια πολιτική που να έχει ορίζοντα και να υπόσχεται πώς όχι μόνο δεν θα επιδεινωθούν τα πράγματα, αλλά θα γίνουν και καλύτερα. Και βέβαια κρίνουν και τη συνολική επίδοση μιας κυβέρνησης. Δηλαδή, εάν έχουν ταυτίσει μια κυβέρνηση με μια σημαντική – και μέχρι τώρα ανεξέλεγκτη – αύξηση του κόστους ζωής δεν περιμένουν απλώς κάποια μεμονωμένα μέτρα, γιατί πολύ απλά γνωρίζουν ότι εάν συνεχιστεί η αύξηση του κόστους ζωής, το όποιο όφελος σύντομα θα εξανεμιστεί.
Αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση δεν πρόκειται να «εξαγοράσει» εκ νέου τη συναίνεση των πολιτών προσφέροντάς τους κάποια μέτρα. Ούτε υπάρχει κάποιο κρίσιμο ποσοτικό «κατώφλι» που αρκεί να το ξεπεράσει (π.χ. μέτρα 2 δισεκατομμυρίων) ώστε να σπεύσουν οι ψηφοφόροι να επιστρέψουν μαζικά στο κυβερνητικό κόμμα.
Επιπλέον, όσο και εάν μετράει η οικονομική κατάσταση, όσο και εάν είναι καθοριστική η οικονομική παράμετρος, οι πολίτες στις εκλογές δεν ψηφίζουν μόνο με βάση την τσέπη τους.
Ψηφίζουν για κυβέρνηση. Ψηφίζουν για το είδος διακυβέρνησης που θέλουν. Ψηφίζουν για το πώς θέλουν να λειτουργεί το κράτος. Και αυτό γιατί η μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας επηρεάζεται στην καθημερινότητά της από το πώς λειτουργεί το κράτος, πολύ περισσότερο από αρκετούς «διαμορφωτές της κοινής γνώμης». Δηλαδή, επηρεάζεται η ζωή τους από το πώς λειτουργεί το δημόσιο σχολείο ή το δημόσιο πανεπιστήμιο στο οποίο στέλνουν τα παιδιά τους, ή, για την περίπτωση των νέων, φοιτούν κιόλας, από το εάν έχουν πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες υγείας ή εάν πρέπει να βάζουν το χέρι στην τσέπη, από το πώς λειτουργούν τα δημόσια μέσα συγκοινωνίας, από το εάν αισθάνονται ασφαλείς στη γειτονιά τους. Επηρεάζεται η ζωή τους από το εάν συναντούν ή όχι γραφειοκρατία (έστω και ψηφιακή πλέον) ή εάν υπάρχει διαφθορά. Ειδικά το τελευταίο ας μην το υποτιμούμε: μπορεί πλέον οι πολίτες να έχουν μια πιο κυνική αντίληψη για την πολιτική, όμως ξέρουν πολύ καλά πως όταν δημόσιοι και ευρωπαϊκοί πόροι πηγαίνουν σε ημετέρους, αυτοί είναι πόροι χαμένοι από άλλους τομείς, επίσης σημαντικούς για την καθημερινότητα των πολιτών.
Και όταν μιλάμε για τη διακυβέρνηση και το ήθος της, πάλι είναι δύσκολο για την κυβέρνηση να «εξαγοράσει» τη συναίνεση των πολιτών, άρα και την εκλογική υποστήριξη, απλώς μέσα από κάποιες οικονομικές παροχές. Γιατί εάν ο ψηφοφόρος έχει πειστεί ότι μια κυβέρνηση έχει συνδεθεί με την ενδημική διαφθορά, ή τη χειραγώγηση των θεσμών, άρα μια συνθήκη όπου δεν είναι όλοι ίσοι ενώπιον του κράτους, τότε δύσκολα θα επιθυμήσει την επανεκλογή της, ακόμη και εάν αυτή στο μεταξύ του έχει κάνει κάποιες οικονομικές παροχές. Γιατί γνωρίζει ότι την ίδια στιγμή έχει κάνει τη ζωή του πιο δύσκολη και πιο ανασφαλή.
Και το τρίτο στοιχείο που σταθμίζουν οι πολίτες είναι ότι ψηφίζουν για τα επόμενα χρόνια, για το μέλλον. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη δυσκολία για κάθε κυβέρνηση: ακόμη και εάν «δώσει τα ρέστα της» προεκλογικά, υπάρχει πάντα η πιθανότητα οι πολίτες να εκτιμήσουν ότι το μέλλον θα είναι πιο δύσκολο. Και η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και της Νέας Δημοκρατίας αυτή τη στιγμή ακόμη και εάν κάνει παροχές, δεν μπορεί να υποσχεθεί ένα θετικό μέλλον, οικονομικά και θεσμικά. Το Ταμείο Ανάκαμψης φτάνει σε ολοκλήρωση, το διεθνές περιβάλλον δεν είναι ιδιαίτερα ευνοϊκό, πραγματικά μέτρα για την ακρίβεια δεν έχουν ληφθεί και την ίδια ώρα καμιά εγγύηση δεν έχει δοθεί ότι η «μεθοδολογία ΟΠΕΚΕΠΕ» ή οι λογικές συγκάλυψης, όπως στις υποκλοπές, θα αλλάξουν, την ώρα που ο πολίτης βλέπει μεγαλύτερη σπουδή για τα ιδιωτικά σουπερμάρκετ πτυχίων παρά για τα δημόσια σχολεία. Για να μην αναφερθούμε στο ότι εύλογα ο πολίτης θα εκτιμήσει ότι τυχόν επανεκλογή θα κάνει τα φαινόμενα αλαζονείας της εξουσίας τμήμα της «κανονικότητας».
Οι πολίτες ψηφίζουν για το μέλλον και εάν το δίλημμα είναι ανάμεσα στη συνέχεια της σημερινής κατάστασης και ένα μέλλον καλύτερο και συνάμα εφικτό, είναι προφανές τι θα προτιμήσουν. Όσες «παροχές» και εάν έχουν λάβει στο μεταξύ.
in.gr

