Σμύρνη, Αύγουστος 1922: Το κακό ερχότανε επάνω μας

Date:

Share post:

ΤΟ ΚΑΚΟ

[…]

Έτσι που λες, κυρά μου, στην αρχή του Αυγούστου (σ.σ. του 1922) ο στρατός μας κράταε ακόμα το δρεπάνι του στο μέτωπο, με ακρίβεια, όπως και το προηγούμενο καλοκαίρι του ’21. Από το Αφιόν Καραχισάρ, το μέτωπο συνεχιζόταν δυτικά έως και το Αιγαίο· όμως αλίμονο, όπιο έβγαζε και όπιο έγινε για τους ανθρώπους μας. Βλέπεις ενιαία διοίκηση που χρειαζόμασταν τούτη τη δύσκολη στιγμή δεν είχαμε. Σάμπως και πότε ήμασταν ενωμένοι για να είμαστε και τότε. Ανάθεμα τη ράτσα μας, κυρά μου· ανάθεμα τη ράτσα μας, που λες και κάποιος μάγος την έχει καταραστεί, να μην μπορέσει ποτέ να βρει την ομόνοια και έτσι να μην διούμε (σ.σ. αντί δούμε, ιδιωματικός τύπος) πότε χαΐρι και προκοπή.

Οι Τούρκοι, απ’ την άλλη, είχαν πλήρη ενημέρωση για την κατάσταση που επικρατούσε στα ελληνικά στρατεύματα. Βλέπεις, οι Αγαρηνοί πάντα είχαν τους ρουφιάνους τους και εμείς πάντα είχαμε τους προδότες μας. Αυτό είναι το αιώνιο αλισβερίσι μας με την Τουρκιά.

«ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ», 27.8.1922, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Μα το πιο καλό απ’ ούλα ήσαν πως οι καλοί μας σύμμαχοι εφοδίαζαν τους οχτρούς μας με οπλοπολυβόλα, φορτηγά κι αυτοκίνητα. Γάλλοι και Ιταλοί πρώτοι στην προμήθεια. Στο πεζικό, βέβαια, υπερτερούσαμε και τα πηγαίναμε καλά, όμως στο ιππικό ήμασταν πίσω και μάλιστα κατά πολύ, μιας και είχαμε έλλειψη από άλογα. Ύστερα ήσαν και το άλλο, ο δικός μας στρατός είχε εφησυχάσει, ενώ οι Αγαρηνοί δούλευαν νυχθημερόν και σχεδίαζαν τη συντριβή μας. Ο Κεμάλης, βλέπεις, είχε το μυαλό του σατανά τού ίδιου και ήξευρε καλά να καταστρώνει τα σάπια σχέδιά του. Έτσι στις 13 Αυγούστου του 1922 έγινε μεγάλη επίθεση, που σταδιακά οδήγησε στην κατάρρευση του ελληνικού μετώπου· και τις επόμενες μέρες… αχ τις επόμενες μέρες…

 

Η φωνή της Βαγγέλαινας, για πρώτη φόρα από τότε που άρχισε την μακρόσυρτη ξιστόρησή της, άρχισε να τρέμει, όχι όπως πιάνει το κλάμα κάποιον και δεν μπορεί να συγκρατηθεί, μα όπως βρίσκει το εργαλείο του γιατρού νεύρο και τινάζεσαι πάνω και σπαρταράς και γιομίζεις αίματα και πόνο.

[…]

«Οι επόμενες μέρες…» είπε κοφτά και χαμένα, σαν να τις ξαναζούσε η Χαβιζά, «ήσαν βγαλμένες από το βιβλίο της κολάσεως. Οι άνθρωποι της Σμύρνης, οι περισσότεροι τουλάχιστον, ακόμα δεν είχαν πάρει είδηση τι θα συμβεί, και έτσι η ζωή στη Σμύρνη, ως εκείνη την στιγμή τουλάχιστον, συνεχίζονταν κανονικά, ως εκείνο το καταραμένο Σάββατο το μεσημέρι, στις 27 Αυγούστου του 1922.

Μόνο μερικά ασύνδετα γεγονότα, κάποιοι κακοί οιωνοί, μαγαρισιές του άλλου κόσμου εμφανίζονταν κάπου κάπου και σκορπούσαν τρόμο και ανασφάλεια στους πιο έμπειρους απ’ τους Σμυρνιούς».

«ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ», 29.8.1922, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

 

Σαν είπε αυτή την κουβέντα η Χαβιζά, πετάχτηκε με ένταση η γριά Βαγγέλαινα και της είπε σχεδόν επιτατικά.

«Γιατί δεν λες για τα σημάδια· πες τα να μάθουν ούλοι, πως το κακό που ξημέρωνε στα κεφάλια μας ήσαν της Αποκαλύψεως. Για να μάθουν και οι κατοπινοί, να αναγνωρίζουν τους οιωνούς, γιατί το κακό θα ξαναέρτει και θα έρτει για όλους· και για εμάς τους νεκρούς, μα και για δαύτους, τους ζωντανούς, που ’χουν πνοή ακόμη».

«Σώπαινε γριά και ξέρω ’γω τι θα πω και τι όχι. Σώπαινε και υπομόνεψε, γιατί τα πράγματα πρέπει να ειπωθούν σωστά και με σειρά, με υπομονή κι ακρίβεια. Δεν πρέπει να με συνεπάρει ο πόνος και η οργή και γίνω ολάκερη ομίχλη και θολούρα».

[…]

Έτσι λοιπόν η Χαβιζά συνέχισε να λέγει…

«Κείνα λοιπόν τα διαολοσήμαδα ούλοι τα βλέπανε μα λίγοι τα ορμηνεύαν».

Εκείνη την ώρα πήγε να πεταχτεί η Βαγγέλαινα να πει κάτι, όμως τ’ άγριο βλέμμα της Χαβιζά τής έκοψε την φόρα. Τότε ήσαν που η Τσεζά πήρε τον λόγο…

«Άσε αδερφή, θα πω εγώ τα σημάδια».

Και συνέχισε την ιστορία η Τσεζά.

«Στη γειτονιά, εκείνες τις μέρες, βλέπαμε τις ώρες τις απογευματινές κυρίως, εκεί γύρω στο δείλι, στις γωνιές των ντουσεμέδων (σ.σ. των λιθόστρωτων δρόμων, των καλντεριμιών), να κάνουν την εμφάνισή τους, για λίγο μόνο, οι μαύροι πάνθηροι, που είχε πρωτοδιεί στον τελευταίο κλήδονα η γριά Βαγγέλαινα· στέκονταν εκεί, με άγρια διάθεση, δείχνοντας επιβλητικά τα κιτρινισμένα σουβλερά δόντια τους. Μετά από λίγο, σε κλάσματα του δευτερολέπτου θα ’λεγα, εξαφανίζονταν. Στην αρχή, όποιος τα ’βλεπε νόμιζε πως ήταν οπτασίες, όμως σιγά-σιγά  ο ένας με τον άλλον, καθώς εκμυστηρεύονταν το όραμά τους, καταλάβαιναν πως κάθε άλλο παρά παραίσθηση ήσαν τούτο· αφού κείνα τ’ απομεινάρια της κολάσεως άρχισαν να τα βλέπουν όλο και περισσότεροι Σμυρνιοί.

Ο Αύγουστος όμως περπατούσε και όσο πιο πολύ πλησίαζε στη μέση και στο τέλος του, τόσο τα σημάδια πλήθαιναν και φανερώνονταν σε όλο και περισσότερους. Έτσι και κείνες τις νύχτες, σαν πέφταμε να κοιμηθούμε, κάθε βράδυ, χωρίς καμιά εξαίρεση, άρχιζαν τα κλάματα οι σκύλοι. Ναι, όπως τ’ ακούς· κλαίγανε οι σκύλοι. Δεν ξέρω αν έχεις ακούσει ποτέ κλάμα σκύλου, άγριο πράμα, φερμένο λες από τον Άδη. Βέβαια, πολλές φορές και πρότινα ακούγαμε κλάμα σκυλιού και το ’χαμε πάντα για κακό, λέγαμε πως άνθρωπος τελειώνει και ξορκίζαμε το κακό ψιθυρίζοντας «Μμ πανάθεμά σε! Το κεφάλι σου να φας κόπρε!» Μα τούτη τη φορά ήσαν αλλιώς το πράμα, γιατί το κλάμα βλέπεις δεν ήσαν από ένα σκύλο, μα θαρρείς και κλαίγανε ούλα τα σκυλιά της Σμύρνης κι ύστερα ήσαν και το άλλο, το κλάμα των σκύλων, σα περνούσε λίγη ώρα, γινόταν ρυαχτό (σ.σ. ουρλιαχτό) και τι ρυαχτό, λύκου! Ναι, όπως τ’ ακούς· τα κλάματα απέ τι σκύλιδοι γινόταν ρυαχτά λύκων. Όλο το βράδυ τα αναθεματισμένα! Τι κοπρόσκυλα και τι τσακάλια και τι λύκοι και ό,τι στον δαίμονα ήσανε, δεν σταμάταγαν μέχρι το γλυκοχάραμα, μέχρι να μας λευτερώσει από δαύτους το πρώτο λάλημα του πετεινού.

Μα το μεγαλύτερο κακοσήμαδο έγινε ανήμερα της Παναγιάς, τον δεκαπενταύγουστο. Πήγανε, που λες, ούλοι οι χριστιανοί στις εκκλησιές να εκκλησιαστούν μέρα που ’ταν. Πάσχα του καλοκαιριού τον λέγαμε τον δεκαπενταύγουστο στην πατρίδα. […]

Ανήμερα λοιπόν τσι Παναγιάς στις 15 Αυγούστου, στην μητρόπολή μας στην Αγία Φωτεινή, χοροστατούντος του Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομου, την ώρα που γινόταν η απόλυση και γέμιζαν τα πανέρια οι νεωκόροι με τ’ αντίδωρα κι αρχίνησε ο κόσμος να παίρνει ο καθένας το κομμάτι τ’ αντίδωρο, σε ένα καλάθι μέσα βρέθηκε ένα κομμάτι άρτου σάπιο και μαυριδερό σε τέτοιο βαθμό που κανείς δεν μπόρεσε να το αναγνωρίσει ως άρτο και περισσότερο έμοιαζε με τη θηριακή, θρύμματα που δίνανε για αντίδοτο στον Πάπα, αν τυχόν και έπεφτε πότε θύμα δηλητηριασμού· κι ήταν λέει φτιαγμένο από κρέας έχιδνας! Ο Δέσποτας, κι ούλοι μας δηλαδή, φοβηθήκαμε πολύ και δεν ξέραμε τι να κάνουμε· για ούλους μας, πάντως, ήσαν πολύ κακό σημάδι και προμήνυε ούλα τα κακά που μας βρήκανε σε λίγες μέρες.

Άσε πια εκείνος ο βόμβος, που σταματημό δεν είχε και μέρα με τη μέρα γινότανε ούλο και πιο δυνατός και ολωνών μάς θύμιζε την ημέρα του τελευταίου κλήδονα, που τον πρωτακούσαμε. Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω, για να γίνει αντιληπτό από τους νεότερους, μα εκείνες τις μέρες, λίγο πριν το μεγάλο κακό, η θεία πρόνοια και τα συνεχή σημάδια που έδινε στους χριστιανούς ήσαν το κάτι άλλο.

[…]

Μα αν και τα θεοσημεία ήσανε πραγματικά πολλά και ο κόσμος της Σμύρνης άρχισε να θορυβείται, οι επίσημες αρχές του τόπου, ο Στεργιάδης ο αντίχριστος και τα τσιράκια του από την Ελλάδα, μας καθησύχαζαν λέγοντάς μας να μη φοβόμαστε κι ότι ήμασταν ασφαλείς και πως όλα θα πάνε κατ’ ευχήν. Σε αναμμένα κάρβουνα καθόμασταν, μα κι απ’ την άλλη τι μπορούσαμε να κάνουμε. Εύκολα δεν αφήνει κανείς το σπίτι του, τη γη του, τον τόπο του, να πάει στην ξενιτειά. Γιατί η Ελλάδα για εμάς ξένη γη ήσανε και όταν φτάσαμε εκεί έτσι ακριβώς μας αντιμετώπισαν, παρείσακτους και ξένους· οι πρόσφυγες τουρκόσποροι κι οι παστρικές γλωσσούδες, οι μάγισσες και ένας Θεός ξεύρει τι άλλο μάς σούρνανε οι Ελλαδίτες. Δύσκολο πράγμα ο ξεριζωμός. Εύκολα δεν κάνει κανείς απόφαση να ξεριζωθεί. Έτσι, μέχρι τότε τουλάχιστον, κλείναμε τ’ αυτιά μας στα σημάδια της θείας πρόνοιας, που πλουσιοπάροχα μας χάριζε ο Θεός, και ακούγαμε τους εφησυχασμούς του διαόλου, που μας ήθελε θυσία στον βωμό του· σφαχτάρια στα χέρια του μέγα μακελάρη του Κεμάλη. Μ’ άλλα λόγια το κακό ερχότανε επάνω μας και ο Στεργιάδης μαζί με την Ελληνική Κυβέρνηση κάνανε τα στραβά μάτια· κι όπως λέγαμε στον μαχαλά «Άλογο κλάνει στου Φασουλά το χάνι».

Έτσι με τούτα και με εκείνα οι τελευταίες μέρες της Σμύρνης, της Σμύρνης των Ελλήνων, περνούσαν και φτάσαμε σε κείνο το Σάββατο του Αυγούστου, στις 27 του μήνα. Στο μεταξύ ο ελληνικός στόλος είχε αποσυρθεί από τη Σμύρνη και στο λιμάνι της είχαν απομείνει πλέον ευρωπαϊκά και αμερικανικά παπόρια του πολέμου. Είχε ξεμείνει και κάποιος εξασθενημένος ελληνικός στρατός που συγκεντρώθηκε στο Τσεσμέ και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να περάσει απέναντι στη Χίο και να εγκαταλείψει, όπως κι όπως, τη Μικρά Ασία. Και έτσι μας άφηκαν ούλοι στο έλεος των σκυλότουρκων, στα χέρια των χασάπηδων του Κεμάλη.

Στο μεταξύ, το μεσημεράκι του Σαββάτου, αριβάρει στην προκυμαία της Σμύρνης το κεμαλικό ιππικό, προσεγμένο, γυαλιστερό, και πεντακάθαρο, πανάθεμα τη γέννα τους, με τα κόκκινα φέσια τους, μπήκαν πρώτοι από το σκυλολόι τους, σα να κάνανε παρέλαση στο τσιφλίκι του παππού τους. Οι αξιωματικοί τους τούς κρατούσαν σε απόλυτη τάξη. Οι χριστιανοί, μόλις τους αντίκρισαν, πάγωσαν σύγκορμοι, άρχισαν να τρέχουν από εδώ και από εκεί σαν τρελοί· άρπαζαν τα παιδιά τους που παίζανε τριγύρω κι άλλοι κλείνονταν στα σπίτια τους και άλλοι πηγαίνανε στο εσωτερικό της πόλης· όμως εκείνη τη στιγμή τουλάχιστον δεν έγινε τίποτα, μήτε καλό, μήτε κακό.

[…]

Σε λίγο τα ταγκαλάκια (σ.σ. άξεστοι τούρκοι χωρικοί που είχαν επιστρατευτεί) του Κεμάλη, ο άτακτος στρατός των Νεότουρκων, Τσέτες, φανατισμένοι μπεκρήδες, οι αλήτες του Κεμάλη αριβάρανε απ’ ούλες τις πλευρές της πόλης. Ο Δέσποτάς μας έστεκε νηστικός και άγρυπνος μέρες τώρα. Τα μάτια του έμοιαζαν με πυρωμένα κάρβουνα κι η ψυχή του συνεχώς προσευχόταν και συνομιλούσε με τον Κύριο. Η εκκλησιά της μητρόπολής μας, η Αγία Φωτεινή, για άλλη μια φόρα γιόμισε ασφυκτικά με χριστιανούς που αποζητούσαν παρηγοριά στον Δεσπότη τους, στον ποιμενάρχη τους. Εκείνος, γονυπετής στο ιερό βήμα, προσευχόταν, παρακαλούσε, δείται· έκλαιγε με λυγμούς και έπειτα στυλώθηκε για να δώσει θάρρος και κουράγιο στους χριστιανούς του. Τους μοιράζει ψωμί, ελιές και ρύζι για τα μικρά παιδιά και τους λέγει να μην απελπίζονται, γιατί ο Θεός δεν ξεχνά και δεν εγκαταλείπει ποτέ τους χριστιανούς του. Η αλήθεια όμως είναι ότι εκείνη τη μέρα ο Θεός έλειπε από την Σμύρνη.

Από το βράδυ εκείνου του Σαββάτου κιόλας αρχινήσανε οι σφαές των Τούρκων εναντίον των χριστιανών. Μαζί με τσι σφαές όμως άρχισε και το πλιάτσικο των Τούρκων που παραμόνευαν, σκότωναν και άρπαζαν τις περιουσίες και τα τιμαλφή των χριστιανών. Οι λεηλασίες και το κακό άρχισε πια να φαίνεται στα σπίτια και στα καταστήματα τσι πόλης.

*Αποσπάσματα από το μυθιστόρημα του Εμμανουήλ Γιουβανόπουλου «Ο κούκος και τ’ αηδόνι» (εκδόσεις Γκοβόστη, α’ έκδοση Οκτώβριος 2021).

Ο χαρισματικός συγγραφέας «ενός καρμικού ταξιδιού στην ταραγμένη περίοδο της Μικρασιατικής Καταστροφής», λάτρης των αρχαίων ελληνικών κειμένων, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 3 Φεβρουαρίου 2011.

in.gr

spot_img

Related articles

«How to Lose a Guy in 10 Days»: Έρχεται το σίκουελ της θρυλικής ρομαντικής κωμωδίας

Το «πράσινο φως» για το σίκουελ της διάσημης ρομαντικής κωμωδίας «How to Lose a Guy in 10 Days»,...

Το χειμερινό στοίχημα του Πούτιν: Φθορά στη Δύση, πίεση για συνθηκολόγηση στην Ουκρανία

«Ο Πούτιν δεν θέλει να τερματίσει αυτόν τον πόλεμο, αλλά θα τον τερματίσει. Έχουμε σχέδιο», δήλωσε τις προάλλες...

Λίγα λεπτά ή καθόλου; Τι έδειξε μια νέα έρευνα για την άσκηση

Μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο BMC Women’s Health, συνέκρινε δύο διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους μπορούν να συμπληρωθούν τα συνιστώμενα...

Θα πούμε το ψωμί, ψωμάκι; Κλιματική κρίση και πόλεμοι πλήττουν το σιτάρι, το φθηνότερο βασικό τρόφιμο

Με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν υπάρχει τραπέζι στον κόσμο χωρίς να περιέχει κάποια τροφή που να παρασκευάζεται από σιτάρι. Ψωμί,...