Το Μικρό Σπίτι Στο Λιβάδι ήταν μια ιστορία φρίκης, σημειώνει το BBC στην ανάλυση της πρωτότυπης σειράς με αφορμή τη νέα μεταφορά της στο Netflix.
Πίσω από τη ρομαντική της εισαγωγή, πέρα από την οικογενειακή ζώνη που ανήκε το επιτυχημένο σίριαλ για τις περιπέτειες της Λόρα και της οικογένειάς της, η κλασική σειρά ήταν γεμάτη από μακάβριες, τραυματικές στιγμές που τραυμάτισαν χιλιάδες ανυποψίαστους τηλεθεατές.
«Το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι χρησιμοποίησε στοιχεία από ταινίες τρόμου προκαλώντας ψυχολογικά σοκ» γράφει η Λόρα Μάρτιν στην ανατρεπτική προσέγγισή της.
Για τους περισσότερους, η εισαγωγή της θρυλικής σειράς Το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι (Little House on the Prairie) με τα κορίτσια της οικογένειας Ίνγκαλς να τρέχουν ανέμελα μέσα στα καταπράσινα τοπία της αμερικανικής επαρχίας του 19ου αιώνα, αποτελεί το απόλυτο σύμβολο της αγνής, οικογενειακής τηλεόρασης.
«Δεν φτιάχνουν πια τέτοια τηλεόραση, ήταν τόσο καθαρή, αγνή!», γράφουν εκατοντάδες θαυμαστές στο YouTube. Ωστόσο, αυτή η ειδυλλιακή εικόνα είναι μια τεράστια ψευδαίσθηση.
«Το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι χρησιμοποίησε στοιχεία από σλάσερ και giallo ταινίες, προκαλώντας ψυχολογικά σοκ στους ανυποψίαστους τηλεθεατές»

Πίσω από τις πίτες και τα παιδικά παιχνίδια στο Γουόλνατ Γκρόουβ, η σειρά του NBC που προβλήθηκε με ανέλπιστη επιτυχία από το 1973 έως το 1984 έκρυβε μερικές από τις πιο μακάβριες, σοκαριστικές και τραυματικές ιστορίες που προβλήθηκαν ποτέ στην prime time ζώνη.
Αν και η νέα, πολυαναμενόμενη διασκευή του Netflix, υπόσχεται να επιστρέψει στον πιο τρυφερό και οικογενειακό τόνο των αυθεντικών βιβλίων της Λόρα Ίνγκαλς Γουάιλντερ, το ενδιαφέρον στρέφεται ξανά στην original παραγωγή του Μάικλ Λάντον όπου η αλήθεια είναι πολύ πιο σκοτεινή από αυτή που φέρνει κανείς στη μνήμη.
Η σειρά των ’70s δεν δίστασε να βουτήξει βαθιά στα θολά νερά του τρόμου, πραγματευόμενη ζητήματα όπως η παιδική κακοποίηση, οι δολοφονίες, ο εθισμός στα ναρκωτικά, οι αυτοκτονίες και ο καρκίνος.
«Ρώτησα μια γυναίκα της ηλικίας μου τι τη φόβιζε περισσότερο στην τηλεόραση όταν ήταν παιδί, περιμένοντας να μου πει για το Παρασκευή και 13 ή κάποιο σλάσερ των ’80s. Κι εκείνη μου απάντησε: Το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι», αναφέρει η Δρ. Ελίζαμπεθ Έργουιν, ακαδημαϊκός και συντάκτρια του Horror Homeroom.
Για την Έργουιν, που έγραψε ένα ιδιαίτερα δημοφιλές άρθρο το 2018 φωτίζοντας το σκοτάδι του τηλεοπτικού φαινομένου, η σειρά είναι ενδεικτικό παράδειγμα μιας υποκατηγορίας μυθοπλαστικού τρόμου που η ίδια βαφτίζει Frontier Gothic. «Είναι μια λογοτεχνική και κινηματογραφική παράδοση που μεταφέρει τις συμβάσεις του γοτθικού τρόμου στην αφιλόξενη αμερικανική ύπαιθρο» διευκρινίζει η Έργουιν.
Η προσέγγισή της βασίζεται σε μια σειρά από παραδείγματα που δικαιώνουν με ευκολία τον χαρακτηρισμό. Στο περιβόητο διπλό επεισόδιο Sylvia του έβδομου κύκλου, μια 15χρονη κοπέλα πέφτει θύμα απαγωγής και σεξουαλικής κακοποίησης από έναν μασκοφόρο άνδρα. Στη συνέχεια μένει έγκυος, περιθωριοποιείται από την τοπική κοινωνία και τελικά πεθαίνει σε ένα τραγικό ατύχημα προσπαθώντας να ξεφύγει από τον βιαστή της που είχε επιστρέψει για να την κακοποιήσει ξανά.
Στο περιβόητο διπλό επεισόδιο Sylvia του έβδομου κύκλου, μια 15χρονη κοπέλα πέφτει θύμα απαγωγής και σεξουαλικής κακοποίησης από έναν μασκοφόρο άνδρα. Μένει έγκυος, περιθωριοποιείται από την τοπική κοινωνία και τελικά πεθαίνει σε ένα τραγικό ατύχημα προσπαθώντας να ξεφύγει από τον βιαστή της που είχε επιστρέψει για να την κακοποιήσει ξανά

Η σκηνοθεσία και η ατμόσφαιρα του επεισοδίου δανείζονται ξεκάθαρα στοιχεία από δύο σχολές τρόμου. Το ιταλικό Giallo, ένα, εξαιρετικά γραφικό και βίαιο ιταλικό υποείδος που άνθισε τη δεκαετία του ’60 και του ’70, και τα αμερικανικά σλάσερ που έφεραν μανιακούς δολοφόνους και βασανισμένα θύματα στη μεγάλη οθόνη. Και τα δύο υποείδη κινηματογραφικού τρόμου φημίζονται για την αγριάδα και τον πόνο των μελλοθάνατων που συνήθως είναι σε πρώτο πλάνο.
Σε άλλο επεισόδιο της σειράς, το My Ellen, μια χαροκαμένη μάνα παθαίνει ψύχωση, έχει παραισθήσεις ότι η Λόρα είναι η νεκρή της κόρη και την κλειδώνει στο υπόγειο, αγγίζοντας τα όρια του ψυχολογικού θρίλερ. Η Έργουιν σημειώνει ότι η σειρά αντανακλά αυτό που η καθηγήτρια κινηματογραφικών σπουδών Μπάρμπαρα Κριντ ονόμασε «Το Τερατώδες Θηλυκό» το 1993 -μια συνθήκη όπου χαρακτήρες ή οντότητες γυναικών αντανακλούν στην οθόνη τους κοινωνικούς φόβους γύρω από τα γυναικεία σώματα, τη σεξουαλικότητα και τα μητρικά χαρακτηριστικά.
«Είναι προφανές στο επεισόδιο My Ellen», εξηγεί ο Έργουιν, «ένα επεισόδιο της τέταρτης σεζόν όπου μια γυναίκα χάνει την κόρη της και στη συνέχεια έχει παραισθήσεις ότι η Λόρα [τον χαρακτήρα που υποδύθηκε Μελίσα Γκίλμπερτ] είναι το παιδί της. Την απαγάγει και την κλειδώνει στο υπόγειο».
Ακόμα και το body horror -άλλο υποείδος του τρόμου που βασίζεται στην εσκεμμένη παρουσίαση παραμορφώσεων, μεταλλάξεων, ασθενειών, παρασιτισμού ή της αποσύνθεσης του ανθρώπινου σώματος- ενσωματώνεται στο τηλεοπτικό προϊόν του Λάντον, στη δεύτερη μόλις σεζόν του σίριαλ, όταν η μητέρα της οικογένειας, Καρολάιν, παθαίνει μια φρικτή μόλυνση στο πόδι και παίρνει ένα μαχαίρι για να αυτοακρωτηριαστεί

Αν ρωτήσει κανείς τους σκληροπυρηνικούς fans της σειράς για την πιο εφιαλτική στιγμή, η απάντηση είναι σχεδόν ομόφωνη: το διπλό επεισόδιο May We Make Them Proud του έκτου κύκλου.
Η ιστορία εκτυλίσσεται στο σχολείο τυφλών της Χάριετ Όλεσον, όπου διδάσκει η τυφλή πλέον Μαίρη Ίνγκαλς. Μια ξαφνική, βιβλική πυρκαγιά τυλίγει το κτίριο στις φλόγες, με αποτέλεσμα να βρουν φρικτό θάνατο μια δασκάλα και το μωρό της ίδιας της Μαίρη.
«Αν προβαλλόταν σήμερα, ο κόσμος θα το κατηγορούσε στα social media ως συναισθηματική πορνογραφία ή torture porn», επισημαίνει ο Ρόμπερτ Tόμπσον, καθηγητής ποπ κουλτούρας στο Πανεπιστήμιο Syracuse της Νέας Υόρκης. «Είναι πιθανώς στις λίστες των περισσότερων ανθρώπων ως το πιο σκοτεινό επεισόδιο του Μικρού Σπιτιού στο Λιβάδι. Απαθανατίζει το βασανιστικό θάνατο ενός μωρού και μιας δασκάλας σε ένα σχολείο τυφλών και η ηρωίδα της σειράς είναι σχεδόν κατατονική από τη θλίψη. Αλλά δεν θυμάμαι να προκάλεσε μεγάλη διαμάχη εκείνη την εποχή» λέει.
Η Έργουιν συμφωνεί ότι η θέαση του επεισοδίου ήταν μια βαθιά, ακραία τραυματική εμπειρία.
«Προφανώς και τα παιδικά βιβλία που ήταν βασισμένα στην πραγματική ζωή της Λόρα Ίνγκαλς Γουάιλντερ είχαν περάσει από ακραία λογοκρισία αποκρύπτοντας τη σκλή πραγματικότητα της ζωής στην αμερικανική περιφέρεια του 19ου αιώνα»

«Η Άλις σπάει κυριολεκτικά το τζάμι και μετά βλέπεις τα απανθρακωμένα σώματα. Το έβλεπα αυτό ως παιδί και αυτό μου έχει κολλήσει στο μυαλό. Δεν θα φύγει ποτέ. Η Μαίρη πάλι πέρασε από το ένα τραύμα στο επόμενο και στο επόμενο. Το σοκ την φέρνει σε ψυχωσικό κλονισμό [μετά την απώλεια του μωρού της]. Όλα αυτά είναι εξαιρετικά δυσάρεστα για τα μικρά παιδιά που απλώς, τυχαία, είχαν βρεθεί να παρακολουθούν τη σειρά στο καθιστικό τους. Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο στο Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι είναι η καταλληλότητα σε όλα αυτά. Γιατί σήμερα, όταν πηγαίνεις σε μια ταινία τρόμου, αγοράζεις ένα εισιτήριο και ξέρεις ότι πρόκειται να ζήσεις μια έκρηξη αδρεναλίνης, να ζήσεις τον τρόμο. Με αυτή τη σειρά, δεν χρειαζόταν ούτε να πληρώσεις κάτι, ούτε κάποιος σε προειδοποιούσε για το τι ακολουθεί» προσθέτει.
Οι τηλεθεατές, οικογένειες συνήθως, ήταν εκτεθειμένες στη βιαιότητα που ο Λάντον έφερνε στα νοικοκυρεμένα σπίτια τους. Και το απολάμβαναν.
Για τον Tόμπσον, μεγάλο μέρος από το σκοτάδι της σειράς, ήταν απλώς μια αποτύπωση της πραγματικότητας στη ζωή του 19ου αιώνα.
«Τα θέματα της σειράς – η χρόνια αντιμετώπιση των προβλημάτων εγκυμοσύνης, για παράδειγμα – ήταν πραγματικά ζητήματα των καιρών. Η εγκυμοσύνη ήταν επικίνδυνη στις δεκαετίες του 1870, του 1880 και του 1890, ειδικά σε ένα περιβάλλον στην άκρη του κόσμου. Η σειρά ασχολήθηκε με επιδημίες ελονοσίας, εθισμό στη μορφίνη και θανάτους μικρών παιδιών. Βέβαια δεν έδωσε πολλές απαντήσεις».
Ο Tόμπσον επισημαίνει ότι ενώ τα βιβλία απέκρυπταν τους κινδύνους της ζωής στην άγρια Αμερική του τότε, για να είναι αγαπητά και ανώδυνα σε χιλιάδες αναγνώστες, η τηλεοπτική σειρά έκανε ακριβώς το αντίθετο. Ο κίνδυνος, η βία και μια συνεχόμενη ατμόσφαιρα γεμάτη απειλές είχαν ενισχυθεί για να δημιουργήσουν περισσότερο δράμα.
«Τα θέματα της σειράς – η χρόνια αντιμετώπιση των προβλημάτων εγκυμοσύνης, για παράδειγμα – ήταν πραγματικά ζητήματα των καιρών. Η εγκυμοσύνη ήταν επικίνδυνη στις δεκαετίες του 1870, του 1880 και του 1890, ειδικά σε ένα περιβάλλον στην άκρη του κόσμου. Η σειρά ασχολήθηκε με επιδημίες ελονοσίας, εθισμό στη μορφίνη και θανάτους μικρών παιδιών. Βέβαια δεν έδωσε πολλές απαντήσεις»

Βασισμένο στην πολυαγαπημένη, ημι-αυτοβιογραφική σειρά παιδικών βιβλίων της δεκαετίας του 1930 από τη Λόρα Ίνγκαλς Γουάιλντερ, το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι έγινε τηλεοπτικό φαινόμενο
«Νομίζω ότι ορισμένες από τις υποθέσεις μας για το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι, το ότι είναι ένα προϊόν γλυκό, αθώο και υγιές προέρχονται από τα βιβλία», λέει ο Tόμπσον, «τα οποία γράφτηκαν με αυτόν τον τρόπο. Έτσι, περνάμε από μια πραγματική ιστορία [τα όσα εξιστορεί η συγγραφέας και ηρωίδα Λόρα Ίνγκαλς Γουάιλντερ στα δημοφιλή παιδικά βιβλία της που έγιναν best seller τη δεκαετία του 1930 στις ΗΠΑ, είναι ημι-αυτοβιογραφικά] σε ένα απόλυτο τηλεοπτικό φαινόμενο».
«Η ιστορία της Λόρα είχε σκοτάδι, όμως τα βιβλία είχαν περάσει από γενναία λογοκρισία για να είναι κατάλληλα για παιδιά, αποσιωπώντας τις πραγματικές τραγωδίες της ζωής της οικογένειας -όπως το γεγονός ότι ο πραγματικός νεογέννητος αδελφός της Λόρα πέθανε μόλις 27 ημέρες μετά τη γέννησή του. Η τηλεοπτική σειρά του Λάντον επέλεξε να κάνει ακριβώς το αντίθετο, προσθέτοντας ακόμη και υποπλοκές -όπως μια ιστορία εθισμού στη μορφίνη- που δεν υπήρξαν ποτέ ούτε στα βιβλία, ούτε στη ζωή της» προσθέτει, αναγνωρίζοντας πως η παιδική λογοτεχνία διεκδικεί άλλο κοινό από ένα τηλεοπτικό δράμα που συνεχίστηκε για τόσες σεζόν.
«Αν φτιάχνεις μια τηλεοπτική σειρά για ένα μεγάλο τηλεοπτικό δίκτυο, δεν μπορείς να απευθυνθείς μόνο σε κορίτσια ηλικίας μεταξύ πέντε και 15 ετών. Πρέπει να απευθύνεσαι σε όλους. Έτσι, θα προσθέσεις περισσότερο δράμα. Ωστόσο, αν και καλογυρισμένη, συχνά το παρατραβούσε» σημειώνει.
Παρά το σκοτάδι της σειράς, ωστόσο, αυτό αντισταθμιζόταν πάντα από μια συναισθηματική γλυκύτητα. Η ζεστασιά των οικογενειακών σχέσεων και τα μαθήματα για τη σημασία της φροντίδας του ενός για τον άλλον – όπως δίδαξε στη Λόρα και τη Μαίρη ο σχεδόν ευλογημένος πατέρας τους, Τσαρλς (τον υποδύθηκε ο ίδιος ο Μάικλ Λάντον) – κράτησαν μια λεγεώνα θαυμαστών αφοσιωμένους στην ιστορία πολύ μετά την ολοκλήρωση της παραγωγής το 1984 που ήταν μια ακέραιη επιτυχία στους πίνακες τηλεθέασης.
Η ζωή της οικογένειας Ίνγκαλς – του πατέρα Τσαρλς, της μητέρας Καρολάιν και των τεσσάρων κοριτσιών τους, τις Μαίρη, Λόρα, Κάρι και Γκρέις – στην απομακρυσμένη πόλη Γουόλνατ Γκρόουβ της Μινεσότα τη δεκαετία του 1870, σε βάθος εννέα σεζόν μετρούσε περίπου 15 με 20 εκατομμύρια τηλεθεατές ανά επεισόδιο μόνο στις ΗΠΑ.
Το reboot του Netflix θέλει να επιστρέψει τη σειρά στη νοσταλγία, επενδύοντας περισσότερο στην οικογενειακή θαλπωρή

Η επιτυχία της σειράς ήταν παγκόσμια, με προβολή σε περισσότερες από 100 χώρες, ενώ σήμερα εξακολουθεί να θεωρείται ένα all time classic για τις streaming πλατφόρμες.
Στη νέα μεταφορά της σειράς από το Netflix, η showrunner Ρεμπέκα Σόνενσαϊν έχει πει πως θα επιστρέψει το Σπίτι στις λογοτεχνικές του ρίζες.
Με λιγότερη βία, περισσότερο συναίσθημα, γενναίες δόσεις οικογενειακής ζεστασιάς αλλά και χαρακτήρες αυτόχθονων ιθαγενών της φυλής Οσέιτζ -που αναπτύχθηκαν μαζί με τον καθηγητή αμερικανικής λογοτεχνίας και πολιτισμού, Ρόμπερτ Γουόριορ για να κάνουν την ιστορία ιστορικά πιο σωστή- το reboot της ιστορίας στο μικρό σπίτι στο λιβάδι που έζησε η Λόρα, είναι ένα ρίσκο και ένα στοίχημα τηλεθέασης που πρέπει να κερδηθεί.

