Ούτε κραυγές, ούτε εφησυχασμός στα ελληνοτουρκικά

Date:

Share post:

Σίγουρα δεν ήταν μια αναπάντεχη κίνηση από τη μεριά της Τουρκίας. Αναφέρομαι στα διατάγματα με τα οποία η Τουρκία προχώρησε στη μονομερή οριοθέτηση θαλασσίων πάρκων, ένα γύρω από την Ίμβρο και ένα γύρω από το Καστελόριζο.\

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΣ

Και δεν είναι αναπάντεχη ακριβώς επειδή η Τουρκία, καιρό τώρα, έχει καταστήσει σαφές ότι επιδιώκει να κάνει πολλαπλές προβολές ισχύος και στο Αιγαίο, συμπεριλαμβανομένης και της αξίωσης κυριαρχικών δικαιωμάτων έξω και πέρα από το διεθνές δίκαιο.

Στο πλαίσιο αυτό, σχεδόν προεξοφλείται, άλλωστε, κάποια στιγμή στο επόμενο διάστημα να υπάρξει και κλιμάκωση, μέσα από την επικύρωση και με σχετικό νομοθέτημα, της θεωρίας της Γαλάζιας Πατρίδας, δηλαδή μια απαίτηση άσκησης κυριαρχικών δικαιωμάτων σχεδόν σε όλο το Αιγαίο και μεγάλο μέρος της Ανατολικής Μεσογείου.

Μια θεωρία βαθιά εθνικιστική και «αναθεωρητική» που ουσιαστικά αποτελεί μια «προβολή» της αντίληψης ότι η Τουρκία είναι μια περιφερειακή δύναμη ισχυρή και πρέπει να έχει τη μεταχείριση που της αναλογεί.

Όπως επεσήμαναν πολλοί τα διατάγματα για τα θαλάσσια πάρκα είναι μια κίνηση που αντίκειται στο διεθνές δίκαιο και το δίκαιο της θάλασσας γιατί αφορά περιοχές που περιλαμβάνουν και διεθνή ύδατα και επομένως οποιαδήποτε οριοθέτηση, ακόμη και στο επίπεδο της προστασίας που αφορά ένα θαλάσσιο πάρκο, ακριβώς επειδή αποτελεί άσκηση μιας μορφής κυριαρχικού δικαιώματος, οφείλει να γίνεται σε συνεννόηση και όχι μονομερώς.

Ούτε είναι χωρίς σημασία ότι οι συγκεκριμένες χωροθετήσεις στρέφονται και ενάντια σε εκπεφρασμένες και σε εξέλιξη ελληνικές επιλογές, όπως είναι αυτές για την ανάπτυξη θαλασσίων αιολικών πάρκων και βεβαίως της ηλεκτρικής διασύνδεσης με την Κύπρο, ένα μεγάλο ευρωπαϊκό σχέδιο.

Όλα αυτά θέτουν επί τάπητος το ζήτημα ποια μπορεί να είναι η ελληνική απάντηση.

 

Και εδώ πρέπει να πούμε ότι τα πράγματα δεν είναι και τόσο καλά. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη επέλεξε τα προηγούμενα χρόνια μια αντιφατική τακτική. Από τη μια, επέλεξε, ιδίως μετά το καλοκαίρι του 2020 όταν η ένταση χτύπησε «κόκκινο», μια πολιτική «ήρεμων νερών», δηλαδή αποφυγής εντάσεων με την Τουρκία, ιδίως σε περιόδους που θα μπορούσε να επηρεαστεί η «βαριά βιομηχανία» του τουρισμού.

Από την άλλη, θεώρησε ότι θα μπορούσε να πιέσει την Τουρκία κυρίως μέσω διεθνών κινήσεων και «αντιτουρκικών αξόνων», είτε απαιτώντας από τις ΗΠΑ να επιμείνουν στην απόφαση να μην πάρει F-35 η Τουρκία, είτε κάνοντας συμμαχίες με χώρες όπως το Ισραήλ ή η Αίγυπτος.

Δηλαδή, ουσιαστικά επέλεξε έναν συνδυασμό ανάμεσα στον κατευνασμό και στην προσπάθεια άλλες χώρες να «καθαρίσουν» για εμάς.

Μόνο που αυτό δεν αποτελεί στην πραγματικότητα «εθνική στρατηγική». Στην καλύτερη των περιπτώσεων είναι ένας συνδυασμός ρεαλισμού – όλοι αντιλαμβανόμαστε το κόστος ενός «θερμού επεισοδίου» για τη χώρα – και μιας, κατά βάση επικοινωνιακής, προσπάθειας να φανεί ότι «έχουμε ισχυρότερους φίλους από την Τουρκία».

 

Προσθέστε σε αυτό και την «εξοπλιστική διπλωματία», δηλαδή την αντίληψη ότι εάν αγοράζουμε ακριβά οπλικά συστήματα από μια χώρα, αυτή θα μας στηρίξει ως προς τα εθνικά μας θέματα.

Βεβαίως, αυτό που έλειψε από όλους αυτούς τους χειρισμούς ήταν μια πραγματική αποτίμηση του συσχετισμού δύναμης.

Και αυτό γιατί το κυβερνητικό αφήγημα μιας πανίσχυρης Ελλάδας και μιας Τουρκίας σε διαρκή κρίση, δεν επιβεβαιώνεται ακριβώς από τα ίδια τα γεγονότα.

Η Τουρκία είναι μια μεγάλη χώρα, έχει δημογραφικό δυναμισμό, μια οικονομία που αναπτύσσεται, παρά τα προβλήματα που δημιουργεί ο υψηλός πληθωρισμός, και μια έντονη διεθνή παρουσία, την ώρα που διαθέτει τις δεύτερες μεγαλύτερες ένοπλες δυνάμεις στο ΝΑΤΟ μετά τις ΗΠΑ. Κατάφερε να μην εφαρμόσει κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας, αλλά να μπορεί να συνομιλεί με την Ουκρανία, να συνεργάζεται στην κατασκευή drones και κατά καιρούς να λειτουργεί ως διαμεσολαβητής. Παραμένει χώρα με λόγο για το τι συμβαίνει στη Λιβύη. Κατάφερε οι εξελίξεις στη Συρία να είναι ευνοϊκές για αυτήν και είναι σε εξέλιξη μια ειρηνευτική διαδικασία σε σχέση με το Κουρδικό που ενισχύει τη θέση του Ερντογάν κα του κόμματός του. Διατηρεί καλές σχέσεις με τον ευρύτερο αραβικό κόσμο, έχει βελτιώσει τις σχέσεις της με την Αίγυπτο και βέβαια προχώρησε σε μια εντυπωσιακή κίνηση με τη συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν. Προσθέστε σε όλα αυτά ότι με τους Ρεπουμπλικάνους και τον Τραμπ στην εξουσία στην Ουάσιγκτον, η Τουρκία έχει καλύτερη αντιμετώπιση και στις ΗΠΑ.

Απέναντι σε αυτό προφανώς η χώρα μας έχει πλεονεκτήματα όπως η ένταξη στην ΕΕ και το αξιόμαχο των ενόπλων δυνάμεων, όμως οικονομικά μετατοπίζεται ολοένα και περισσότερο στην περιφέρεια της Ευρώπης, ενώ γεωπολιτικά η συμμαχία με το Ισραήλ, πέραν των προβλημάτων που δημιουργεί στη διεθνή κοινή γνώμη σε σχέση με όσα συμβαίνουν στη Γάζα, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί επαρκές αντίβαρο στο εύρος συμμαχιών της Τουρκίας.

Σημαίνουν όλα αυτά ότι θα πρέπει να αποδεχτούμε τετελεσμένα και να συναινέσουμε στον τουρκικό αναθεωρητισμό και τις αμφισβητήσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων;

Όχι, καταδεικνύουν όμως την ανάγκη για μια πολιτική που να προσπαθεί να τροποποιήσει τον πραγματικό συσχετισμό δύναμης. Και αυτό σαφώς περνάει και μέσα από την προσπάθεια για ένα μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης που να ενισχύει την κοινωνική συνοχή και να αναβαθμίζει την ελληνική οικονομία, και μέσα από την ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων, αλλά και μέσα από την προσπάθεια να αποκτήσει η χώρα μεγαλύτερο εύρος συμμαχιών και συνεργασιών στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, χωρίς όμως καμία αυταπάτη ότι κάποιος άλλος θα «καθαρίσει» για μας.

Χωρίς μια μεσοπρόθεσμη στρατηγική, η όποια άμεση αντίδραση θα φαίνεται μετέωρη. Αντίστοιχα, η άμεση αντίδραση δεν μπορεί να είναι απλώς η δήλωση ότι «η Τουρκία δεν τηρεί το διεθνές δίκαιο». Ιδίως σε ένα θέμα όπου είναι εύκολο άλλες χώρες να το προσπεράσουν ως «διμερή διαφορά», κοινώς «βρείτε τα».

Αυτό που χρειάζεται είναι η ανάδειξη πρωτίστως του προβλήματος που γεννούν μονομερείς ενέργειες που αφορούν τα διεθνή ύδατα σε ένα από τα πιο πολυσύχναστα θαλάσσια περάσματα και βεβαίως η ετοιμότητα της χώρας να προχωρήσει σε συνολική ρύθμιση με βάση το διεθνές δίκαιο (κάτι που προφανώς δεν μπορεί να σημαίνει να προβάλουμε και εμείς τη δική μας «Γαλάζια Πατρίδα» όπως θέλουν διάφοροι στρατηγικοί και ναύαρχοι του καναπέ και του καφενέ).

Αυτό προφανώς μπορεί να γίνει κατά την πάγια θέση με προσφυγή από κοινού στη Χάγη, όμως κάποια στιγμή πρέπει και να κάτσουν στο τραπέζι δύο χώρες που ανεξαρτήτως ρητορικής δεν μπορούν παρά να βρουν τρόπο να συνυπάρχουν και να συνεργάζονται.

Γι’ αυτό λοιπόν όχι εφησυχασμός, αλλά όχι και κορώνες. Ψυχραιμία και αποφασιστικότητα, αλλά και προσπάθεια για ένα σχέδιο που να είναι όντως εθνικό: δηλαδή που να πατάει στην πραγματικότητα και να εκπροσωπεί το δικαίωμα του λαού σε ένα καλύτερο μέλλον.

in.gr

spot_img

Related articles

Από το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα στην Ελληνική Λύση – Η μεγάλη πολιτική διαδρομή του Κυριάκου Βελόπουλου

Αν κάποιος γνωρίζει τον Κυριάκο Βελόπουλο μόνο από τη σημερινή του παρουσία, εύκολα μπορεί να πιστέψει ότι πρόκειται...

Ο κύβος ερρίφθη…

Το πήρε απόφαση. Όχι «το σκέφτεται». Όχι «το συζητάει». Όχι «βλέπουμε». Η απόφαση, σύμφωνα με όσα μαθαίνουμε, έχει παρθεί....

ΔΕΘ: Το στοίχημα του Κυριάκου Μητσοτάκη, η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα και η μάχη του Νίκου Ανδρουλάκη

Η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ) ανέκαθεν αποτελούσε το σημαντικότερο πολιτικό γεγονός του Σεπτεμβρίου και σηματοδοτούσε εν πολλοίς τον...

Eurostat: Στον πάτο της Ευρώπης η Ελλάδα στις δαπάνες για την Παιδεία – Οι χώρες που βρίσκονται στην κορυφή της λίστας

Οι δημόσιες δαπάνες για την Παιδεία (από την προσχολική έως την τριτοβάθμια εκπαίδευση) στην ΕΕ αντιστοιχούσαν στο 4,7%...