Ο τρόπος με τον οποίο ταξιδεύουν οι επισκέπτες στην Ελλάδα αλλάζει ριζικά. Οι διακοπές δεν καταργούνται· αντίθετα, γίνονται περισσότερο αναγκαίες από ποτέ κάτι που ευνοεί, μάλιστα, την Ελλάδα που έχει κατοχυρ΄σει ισχυρή θέση τον παγκόσμιο χάρτη των δημοφιλών προορισμών. Εκείνο που μεταβάλλεται, όμως, είναι η συμπεριφορά των ταξιδιωτών: οι κρατήσεις γίνονται ολοένα και πιο κοντά στην ημερομηνία αναχώρησης, οι αποδράσεις είναι περισσότερες μέσα στη χρονιά, αλλά η διάρκεια κάθε ταξιδιού μειώνεται αισθητά.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται πλέον και στα στοιχεία του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων (ΙΤΕΠ), παρουσίασε η νέα διοίκηση και η νέα πρόεδρος Χριστίνα Τετράδη, σε ειδική Συνέντευξη Τύπου που πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα, 13 Ιουνίου στο ξενοδοχείο Electra Palace. Συγκεκριμένα, δείχνουν ότι η μέση διάρκεια παραμονής στην Ελλάδα έχει περιοριστεί σχεδόν στο μισό μέσα σε δύο δεκαετίες. Αν στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ένας επισκέπτης έμενε κατά μέσο όρο 10,5 ημέρες, σήμερα η παραμονή διαμορφώνεται στις μόλις 5,6 ημέρες.
Η μεταβολή αυτή δεν αποτελεί απλώς μία στατιστική διαπίστωση. Αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αξιολογείται η επιτυχία του ελληνικού τουρισμού αλλά και να χαράζεται η πολιτική επιχειρήσεων και πολιτείας. Γιατί οι περισσότερες αφίξεις δεν σημαίνουν αυτομάτως και περισσότερες διανυκτερεύσεις ή μεγαλύτερη οικονομική απόδοση.
«Δεν θα πρέπει να μετράμε τελικά τόσο πολύ τις αφίξεις», υπογράμμισε ο γενικός διευθυντής του ΙΤΕΠ, Γιώργος Πετράκος, εξηγώντας ότι πριν από είκοσι χρόνια η μέση παραμονή ήταν 10,5 ημέρες, ενώ πλέον κινείται στις 5,6 ημέρες, δηλαδή περίπου στο 50% του τότε επιπέδου.
Το παράδειγμα είναι χαρακτηριστικό: αν 1.000 επισκέπτες πραγματοποιούν συνολικά 10.000 διανυκτερεύσεις, για να διατηρηθεί ο ίδιος αριθμός διανυκτερεύσεων όταν η διάρκεια παραμονής μειώνεται στο μισό απαιτούνται περίπου οι διπλάσιες αφίξεις. Με άλλα λόγια, ακόμη και μία εντυπωσιακή αύξηση των επισκεπτών μπορεί τελικά να οδηγήσει στο ίδιο αποτέλεσμα ως προς τη συνολική διαμονή.
Και όμως, παρά τη μείωση της διάρκειας των ταξιδιών, ο ελληνικός τουρισμός εξακολουθεί να καταγράφει ιδιαίτερα υψηλές επιδόσεις. Το 2025 οι διανυκτερεύσεις ανήλθαν στα 163,7 εκατομμύρια, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική του κλάδου. Πίσω όμως από αυτό το εντυπωσιακό μέγεθος κρύβεται μια αγορά που λειτουργεί πλέον με διαφορετικούς κανόνες.
Τεκμηρίωση πολιτικών
Χαρακτηριστικά, η κυρία Τετράδη επισήμανε ακόμα, ότι στον κλάδο συχνά κυριαρχεί η συγκυριακή αποτίμηση, ενώ εδώ και πολλά χρόνια, ο τουρισμός στην Ελλάδα κρίνεται κυρίως από το μέγεθός του, δηλαδή από τις αφίξεις, τις διανυκτερεύσεις, τα έσοδα και τις πληρότητες, τονίζοντας ωστόσο ότι οι αριθμοί, από μόνοι τους, δεν αρκούν, καθώς η αύξηση δεν ταυτίζεται πάντα με την πρόοδο, η ζήτηση δεν συνεπάγεται αυτομάτως ανθεκτικότητα και η επιτυχία μιας σεζόν δεν αποτελεί από μόνη της στρατηγική, ούτε εγγυάται την επιτυχία της επόμενης. «Το κρίσιμο ερώτημα σήμερα δεν είναι αν ο τουρισμός αναπτύσσεται, αλλά αν αναπτύσσεται σωστά. Δηλαδή με ποιους όρους, με ποιες επιπτώσεις, με ποια αντοχή στον χρόνο» υπογράμμισε η κυρία Τετράδη. Σε αυτό το κομβικό σημείο βρίσκεται και η στρατηγική αποστολή του ερευνητικού έργου του ΙΤΕΠ, καθώς διαθέτει τα εργαλεία να μετασχηματίζει τα δεδομένα σε γνώση, τη γνώση σε πρόβλεψη και την πρόβλεψη σε εργαλείο λήψης αποφάσεων.
Η κυρία Τετράδη δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στις στρατηγικές συνεργασίες του ΙΤΕΠ, το οποίο λειτουργεί ως ο «θεσμικός κρίκος» ανάμεσα σε όλους τους φορείς του κλάδου και της αγοράς, ώστε οι αποφάσεις που λαμβάνονται να είναι έγκαιρες, ρεαλιστικές, καλά μελετημένες και περισσότερο επωφελείς, καταλήγοντας πως «ο τρόπος που σχεδιάζουμε τον τουρισμό είναι, τελικά, ο τρόπος που σχεδιάζουμε την ίδια τη χώρα».
Οι last minute κρατήσεις γίνονται ο νέος κανόνας
Άλλωστε οι αλλαγές είναι διαρκείς και έντονες. Δεν είναι τυχαίο ότι ειδικά φέτος, η μεγαλύτερη αλλαγή αφορά τον χρόνο λήψης της απόφασης. Οι ταξιδιώτες, δηλαδή, περιμένουν μέχρι την τελευταία στιγμή για να κλείσουν τις διακοπές τους, είτε αναζητώντας καλύτερες τιμές είτε επειδή οι γεωπολιτικές και οικονομικές εξελίξεις vis a vis των πληθωριστικών πιέσεων καθιστούν δυσκολότερο τον μακροπρόθεσμο προγραμματισμό.
Απαντώντας, δε, στο “ερώτημα του ενός εκατομμυρίου” για τη σεζόν, η πρόεδρος του ΙΤΕΠ, Χριστίνα Τετράδη, επισήμανε ότι είναι ακόμη πολύ νωρίς για ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με τη φετινή τουριστική περίοδο, καθώς οι δύο ισχυρότεροι μήνες, ο Ιούλιος και ο Αύγουστος, θα καθορίσουν την τελική εικόνα. Μέχρι στιγμής, πάντως, οι πληρότητες και οι τιμές κινούνται στα επίπεδα του 2025, ενώ οι κρατήσεις της τελευταίας στιγμής διαμορφώνουν πλέον σε μεγάλο βαθμό τη ζήτηση.
Η ίδια τόνισε ότι, παρά τις διεθνείς αβεβαιότητες, το ελληνικό τουριστικό προϊόν παραμένει ιδιαίτερα ανταγωνιστικό. Όπως σημειώνει, οι διακοπές έχουν εξελιχθεί σε ανάγκη πρώτης προτεραιότητας για τους Ευρωπαίους και τους Έλληνες, γεγονός που διατηρεί τη χώρα στις κορυφαίες επιλογές.
Οι τιμές ανεβαίνουν, αλλά χωρίς μεγάλες εκπλήξεις
Τα στοιχεία του ΙΤΕΠ για το πρώτο πεντάμηνο δείχνουν ότι οι μεταβολές στις τιμές και στις πληρότητες είναι σχετικά περιορισμένες σε σχέση με πέρυσι.
Τον Μάιο του 2026 η μέση πληρότητα των ξενοδοχείων διαμορφώθηκε στο 63,2%, έναντι 62% τον αντίστοιχο μήνα του 2025, ενώ η μέση τιμή ενός δίκλινου δωματίου αυξήθηκε στα 117 ευρώ από 112 ευρώ πέρυσι.
Η πορεία των πρώτων μηνών δείχνει ότι η αγορά κινείται με ήπια άνοδο. Η μέση τιμή δωματίου αυξήθηκε από 77 ευρώ τον Ιανουάριο στα 117 ευρώ τον Μάιο, ενώ οι πληρότητες ακολούθησαν επίσης ανοδική πορεία, φτάνοντας από το 42% στο 63%.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον Γιώργο Πετράκο, οι αυξήσεις στις τιμές συνδέονται αφενός με την άνοδο του λειτουργικού κόστους –ιδίως της ενέργειας– και αφετέρου με τις σημαντικές επενδύσεις που πραγματοποιεί ο ξενοδοχειακός κλάδος τα τελευταία χρόνια. Δεν είναι τυχαίο ότι τα ξενοδοχεία υψηλότερων κατηγοριών εμφανίζουν και τις μεγαλύτερες πληρότητες.
Το μεγάλο ερώτημα: Είναι ακόμη προσιτή η διαμονή;
Το ζήτημα, ωστόσο, δεν αφορά μόνο τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της χώρας αλλά και το κατά πόσο οι διακοπές παραμένουν οικονομικά προσιτές για τους ίδιους τους Έλληνες.
Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι περίπου ένας στους δύο δηλώνει πως δεν θα πραγματοποιήσει φέτος διακοπές, κυρίως λόγω του αυξημένου κόστους. Η μέση τιμή των 117 ευρώ για ένα δίκλινο δωμάτιο αποτελεί έναν εθνικό μέσο όρο, ο οποίος ασφαλώς κρύβει μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ περιοχών, περιόδων και κατηγοριών ξενοδοχείων. Και όπως τόνισε ο κ. Πετράκος τα μισά ξενοδοχεία είναι με μέση τομής κάτω από το μέσο όρο. Και βέβαια οι τιμές εκτός Ιουλίου, Αυγούστου είνια κατά πολύ πιο χαμηλές δείχνοντας έτσι και ένα δρόμο επιλογών που θα πρεπει πλ΄λεον να περάσει στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος αλλά και στον τρόπο που δίνονται άδειες σε εργαζόμενους κλπ.
Η Χριστίνα Τετράδη, πάντως, από την πλευρά της υποστήριξε ότι η αγορά εξακολουθεί να προσφέρει επιλογές για όλα τα βαλάντια. Όπως ανέφερε, η «αλήθεια του διαδικτύου» επιτρέπει στον καταναλωτή να συγκρίνει τιμές και να επιλέξει κατάλυμα ανάλογα με τις οικονομικές του δυνατότητες.
Τα κόστη
Το ερώτημα, πάντως, παραμένει εύλογο. Όταν η μέση τιμή ενός δίκλινου πλησιάζει τα 120 ευρώ, ένα ζεύγος που θα προγραμματίσει πενθήμερες διακοπές καλείται να διαθέσει μόνο για τη διαμονή περίπου 600 ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται μεταφορές, εστίαση και λοιπά έξοδα. Για τις δε οικογενειακές διακοπές, δηλαδή, όταν υπάρχει ανάγκη για τετράκλινα ή τρίκλινα δωμάτια τα κόστη ανεβαίνουν. Η συρρίκνωση της διάρκειας παραμονής ίσως δεν αντανακλά μόνο την αλλαγή των ταξιδιωτικών συνηθειών, αλλά και την ανάγκη προσαρμογής των νοικοκυριών στα αυξημένα κόστη.
Ο τουρισμός επενδύει περισσότερο στην ποιότητα
Την ίδια στιγμή, η ελληνική ξενοδοχία αλλάζει φυσιογνωμία. Το 2025 οι επενδύσεις των ξενοδοχείων έφτασαν το 1,5 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 50% σε σχέση με το προηγούμενο έτος και στο υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας τετραετίας.
Σχεδόν το ένα πέμπτο των επενδύσεων κατευθύνθηκε σε δράσεις βιωσιμότητας, όπως ενεργειακές αναβαθμίσεις και εξοικονόμηση φυσικών πόρων, ενώ οι μεγαλύτερες μονάδες επενδύουν ολοένα περισσότερο σε «έξυπνα» συστήματα διαχείρισης ενέργειας και νερού και σε εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης.
Η αναβάθμιση αποτυπώνεται και στον ξενοδοχειακό χάρτη της χώρας. Μέσα σε μία δεκαετία τα ξενοδοχεία πέντε αστέρων υπερδιπλασιάστηκαν, οι μονάδες τεσσάρων αστέρων αυξήθηκαν κατά 45%, ενώ οι χαμηλότερες κατηγορίες περιορίστηκαν, κυρίως λόγω ανακαινίσεων και αναβαθμίσεων. Σήμερα περισσότερο από το 54% των διαθέσιμων δωματίων βρίσκεται σε ξενοδοχεία τεσσάρων και πέντε αστέρων.
Η ποιοτική αυτή μετατόπιση εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί οι υψηλότερες κατηγορίες καταγράφουν και τις μεγαλύτερες πληρότητες, αλλά ταυτόχρονα τροφοδοτεί τη συζήτηση για το κατά πόσο η αναβάθμιση συνοδεύεται από επαρκή αριθμό οικονομικών επιλογών για τον μέσο ταξιδιώτη.


