Παραδοσιακά στη διάρκεια της ΔΕΘ τα κόμματα συναγωνίζονται σε παροχές και υποσχέσεις, ιδίως όταν πρόκειται για προεκλογική περίοδο.
Δεν είναι τυχαίο, επομένως, που ήδη η κυβέρνηση και ο επικοινωνιακός μηχανισμός της «διαρρέουν» ότι ο πρωθυπουργός θα προσπαθήσει να υπερκεράσει την αντιπολίτευση ως προς αυτό το θέμα. Δηλαδή, προσπαθούν να πείσουν ότι αυτός θα προσφέρει περισσότερα.
Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπάρχει μια βάση στην επιλογή μιας τέτοιας τακτικής. Τα νοικοκυριά έχουν φτάσει σε οριακό σημείο και είναι πρόθυμα να σταθμίσουν κάθε συγκεκριμένο μέτρο που θα υπόσχεται κάποια οικονομική ανακούφιση.
Μόνο που αυτό που ολοένα και περισσότερο κυριαρχεί στη σκέψη των πολιτών δεν είναι απλώς το πόσα θα πάρουν βραχυπρόθεσμα. Σε τελική ανάλυση, γνωρίζουν ότι σύντομα θα εξαλείψει την όποια αξία τους ο πληθωρισμός που, εάν πιστέψουμε τη Eurostat, εξακολουθεί να είναι υψηλότερος του μέσου όρου της Ευρωζώνης.
Αυτό που αναζητούν οι πολίτες είναι να αισθανθούν ξανά ότι η χώρα παίρνει μια κατεύθυνση που τους περιλαμβάνει και που μεσοπρόθεσμα θα τους φέρει σε καλύτερη θέση.
Δεν περιμένουν στον βραχύ χρόνο να γίνουν θαύματα. Αλλά, δεν αντέχουν και μια συνθήκη όπου απλώς θα τα βγάζουν πέρα μήνα τον μήνα και όπου ορατό ενδεχόμενο τα παιδιά τους να ζήσουν κάποτε καλύτερα από αυτούς δεν υπάρχει.
Ωστόσο εάν κανείς παρατηρήσει την κυβερνητική ρητορική, αυτή λίγο πολύ είναι σαφής: «Η χώρα, αυτή τη στιγμή είναι στην καλύτερή της φάση. Το μόνο που χρειάζεται είναι κάποιες “παροχές” ώστε κάποια ψίχουλα από την “ανάπτυξη” να φτάσουν και στα φτωχότερα στρώματα. Αλλά το μοντέλο είναι μονόδρομος».
Μόνο που αυτό σημαίνει ότι η χώρα θα παραμείνει στην ίδια πορεία που περιλαμβάνει τη διασπάθιση των ευρωπαϊκών και δημοσίων πόρων με μόνο κριτήριο να πάνε σε «ημέτερους» σε έργα υπερκοστολογημένα και με αμφισβητούμενη χρησιμότητα, την άρνηση οποιουδήποτε σχεδιασμού και την ταύτιση της βιομηχανικής πολιτικής με τις επιθυμίες του εκάστοτε «επενδυτή», τη διόγκωση των ανισοτήτων, την αντιμετώπιση της φτηνής εργασίας ως «συγκριτικού πλεονεκτήματος» της χώρας, την προνομιμοποίηση του «εύκολου δρόμου» με την υπερεπένδυση σε «βαριές βιομηχανίες», όπως ο τουρισμός, τη διόγκωση των ανισοτήτων και την αντιμετώπιση των βασικών κοινωνικών αναγκών όπως η υγεία, η παιδεία και η στέγαση ως πεδίων κερδοσκοπίας. Μια πορεία που υποβαθμίζει τη χώρα μέσα στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και την έχει φέρει να δίνει ένα διαρκές… ντέρμπι ουραγών με τη Βουλγαρία. Μια πορεία που δύσκολα μπορεί να δώσει ελπίδα σε όλους εκείνους που αρνούνται να αναζητήσουν τη σύγχρονη εκδοχή του «μπάρμπα στη Κορώνη».
Γι’ αυτό και εάν πρόκειται να κρατήσω κάτι από την παρουσίαση του οικονομικού προγράμματος της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης που έκανε ο Αλέξης Τσίπρας, αυτό δεν θα είναι το ύψος των μέτρων, 7,4 δισ., όσο το γεγονός ότι παραπέμπουν σε μια διαφορετική πορεία για τη χώρα.
Σαφώς και δεν υποτιμώ τις συγκεκριμένες δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, όπως είναι η μείωση του ΦΠΑ στα βασικά είδη διατροφής και υγιεινής, ένα μέτρο αυτονόητο που η κυβέρνηση αρνείται πεισματικά να εφαρμόσει, η κατάργηση της συμμετοχής στα φάρμακα που θα ανακουφίσει τους συνταξιούχους, τα 500 ευρώ τον μήνα για κάθε παιδί που σπουδάζει μακριά από τον τόπο κατοικίας του, και τα μέτρα για προσιτή κατοικία.
Όμως, είναι σημαντικότερο ότι ανοίγει τη συζήτηση για το παραγωγικό μοντέλο και το αύριο της χώρας. Ότι μιλάει για συγκεκριμένους κλάδους που πρέπει να προκριθούν και σε αυτούς να επικεντρωθεί η βιομηχανική πολιτική. Ότι υπογραμμίζει την ανάγκη της υψηλής προστιθέμενης αξίας ως βασικό κριτήριο για την ιεράρχηση τομέων επένδυσης. Ότι αντιλαμβάνεται ότι χρειάζεται μια πολιτική αύξησης της παραγωγικότητας αντί για την αδιέξοδη επιμονή να κρατηθεί σε χαμηλά επίπεδα το κόστος εργασίας. Ότι βάζει στο επίκεντρο ένα σχέδιο για καθαρότερη, φθηνότερη και ασφαλέστερη ενέργεια.
Εξίσου σημαντικό είναι και το γεγονός ότι υπογραμμίζει τη σημασία της κοινωνικής συνοχής και της κοινωνικής δικαιοσύνης ως τμήμα μιας αναπτυξιακής στρατηγικής. Το «ανάπτυξη με επίκεντρο τον άνθρωπο» είναι στον αντίποδα της «ανάπτυξης με επίκεντρο τους δείκτες» που έχει προκρίνει η κυβέρνηση Μητσοτάκη και που έχει οδηγήσει στην όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και στην απαξίωση μεγάλου μέρους του εξειδικευμένου και καταρτισμένου δυναμικού που διαθέτει η χώρα. Αναδεικνύει, επίσης το γεγονός ότι η συλλογική ευημερία πρέπει να είναι απαραίτητη στόχευση – και όχι μόνο η απλή οικονομική μεγέθυνση – αλλά και το ότι σε μια εποχή που το κλειδί είναι οι τομές στην παραγωγικότητα και η ενεργή στράτευση και κινητοποίηση του παραγωγικού δυναμικού της χώρας, προφανώς η διαμόρφωση μιας συνθήκης κοινωνικής ασφάλειας είναι απαραίτητη προϋπόθεση της ανάπτυξης. Να το πούμε διαφορετικά: από ένα σημείο και μετά η ανάπτυξη ή θα είναι δίκαιη ή δεν είναι ανάπτυξη.
Στο ίδιο πλαίσιο, ήταν σημαντικός και ο τρόπος που έθεσε ως δίλημμα των εκλογών το «Διαφθορά ή εντιμότητα», πηγαίνοντας κόντρα σε ένα διάχυτο κλίμα που θέλει της κοινωνίες να γίνονται ολοένα και πιο κυνικές και όχι μόνο να αδιαφορούν για την εντιμότητα γενικώς και των κυβερνώντων ειδικότερα, αλλά και κάποιες φορές να μην έχουν πρόβλημα με διεφθαρμένους πολιτικούς εάν «κάνουν τη δουλειά».
Άλλωστε, το στοιχείο της εντιμότητας δεν είναι κάτι που αφορά γενικά την ηθική στην πολιτική. Στην πραγματικότητα, αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο μιας οικονομικής ανάπτυξης που έχει δυναμισμό, προοπτική και θέτει στο επίκεντρο τον άνθρωπο.
Το πρόβλημα με τη διαφθορά στην πολιτική δεν είναι μόνο ηθικό, αλλά και βαθιά οικονομικό και πολιτικό. Όταν επικρατεί διαφθορά τότε έχουμε μια συνεχή και συστηματική σπατάλη πόρων, εφόσον αυτοί δεν πηγαίνουν εκεί που πρέπει αλλά στους κάθε λογής «ημετέρους». Αυτό αποτελεί παράγοντα οικονομικής καθυστέρησης. Έπειτα, όταν επικρατεί η γενικευμένη διαφθορά, αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει ούτε αξιοκρατία, ούτε «κανόνες του παιχνιδιού» που να ισχύουν εξίσου για όλους. Μια τέτοια συνθήκη διώχνει τους ανθρώπους με δεξιότητες και γνώσεις και βάζει συνέχεια τρικλοποδιές στην υγιή επιχειρηματικότητα που έχει να αντιμετωπίσει τη λογική των απευθείας αναθέσεων και των στημένων διαγωνισμών. Στην πραγματικότητα, η διαφθορά λειτουργεί ως διαρκές φρένο στην αναπτυξιακή δυναμική της χώρας. Αντιθέτως, το να υπάρχουν ελεγκτικοί μηχανισμοί, διαφάνεια και αξιοπιστία είναι όρος για να ξεφύγουμε από τη σημερινή κατάσταση.
Όλα αυτά αναδεικνύουν και μια ακόμη πρόκληση που αφορά το μέλλον της χώρας: το να γίνουμε όντως Ευρώπη. Γιατί όσο και εάν η κυβέρνηση προσπαθεί να μας πείσει ότι είναι η πιο ευρωπαϊκή που υπήρξε, στην πραγματικότητα ο στόχος της πραγματική σύγκλισης με την Ευρώπη έχει ξεχαστεί. Η χώρα είναι στο περιθώριο των εξελίξεων και στον πάτο των δεικτών στην Ευρώπη. Το να γίνουμε μια πραγματικά ευρωπαϊκή χώρα απαιτεί μια αλλαγή ρότας και ένα βαθύ οικονομικό, κοινωνικό και πολιτισμικό μετασχηματισμό.
Η χώρα είναι σε ένα σταυροδρόμι. Την οδυνηρή έξοδο από την κρίση που ολοκληρώθηκε με την έξοδο από τα μνημόνια τη διαδέχθηκε μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία. Ούτε παραγωγική ανασυγκρότηση έγινε, ούτε αναβάθμιση των θεσμών, ούτε ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής. Αντιθέτως, το οικονομικό μοντέλο έγινε ακόμη πιο στρεβλό, οι θεσμοί υπονομεύτηκαν με κάθε δυνατό τρόπο και η κοινωνική συνοχή υπέστη μεγάλα πλήγματα. Αυτό σημαίνει ότι σήμερα το δίλημμα που τίθεται μπροστά μας είναι η συνέχιση της σημερινής κατάστασης, άρα και η παράταση των σημερινών διεξόδων με ορίζοντα τη συνέχιση μιας καθοδικής πορείας διακοπτόμενης από κοινωνικές εκρήξεις χωρίς προοπτική, ή μια άλλη πορεία, δύσκολη αλλά όχι αδύνατη, για ένα άλλο αναπτυξιακό και κοινωνικό υπόδειγμα με πρωταγωνιστή την ίδια την κοινωνία, την αγωνιστικότητα, την αλληλεγγύη, τη γνώση και τη δημιουργικότητά της.

