1.770 πόλεις και χωριά. Ο ελάχιστος αριθμός οικισμών που καταστράφηκαν ολοσχερώς στην τριπλή κατοχή.
Ανάμεσα στον Απρίλιο του 1941 και τον Οκτώβριο του 1944 καταστράφηκαν στην Ελλάδα εκατοντάδες οικισμοί. Οι μέθοδοι επαναλαμβάνονται με ομοιομορφία που δεν αφήνει περιθώριο για τυχαίες περιπτώσεις. Περικύκλωση πριν από το ξημέρωμα, συγκέντρωση των κατοίκων στην πλατεία, χωρισμός των ανδρών, εκτέλεση, λεηλασία, πυρπόληση.
Η χώρα δεν είχε έναν κατακτητή. Είχε τρεις, με διαφορετική λογική ο καθένας. Οι Βούλγαροι δεν ήρθαν ως δύναμη κατοχής αλλά ως προσαρτητές: η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη ενσωματώθηκαν διοικητικά στη Βουλγαρία τον Απρίλιο του 1941, με αλλαγή ονομάτων, κλείσιμο των ελληνικών σχολείων, εποικισμό και εκδίωξη πληθυσμού. Η βία εκεί δεν ήταν τα αντίποινα, ήταν η εθνοκάθαρση. Οι Ιταλοί κατείχαν τη μεγαλύτερη έκταση και για δύο χρόνια υπήρξαν λιγότερο αιματηροί, όχι από φιλανθρωπία αλλά επειδή δεν είχαν ακόμη μαζικό αντάρτικο απέναντί τους. Τον Φεβρουάριο του 1943 η διαταγή του στρατηγού Κάρλο Τζελόζο εγκαινιάζει κύκλο αντιποίνων που κατέστρεψε διακόσια περίπου χωριά μέσα σε λίγους μήνες. Οι Γερμανοί λειτούργησαν με γραπτό δόγμα. Η διαταγή του Κάιτελ της 16ης Σεπτεμβρίου 1941 όριζε 50 έως 100 εκτελέσεις για κάθε νεκρό Γερμανό. Επρόκειτο για εντολή του Ανωτάτου Αρχηγείου, την οποία οι διοικητές στη Νοτιοανατολική Ευρώπη μετέτρεψαν σε καθημερινή πρακτική.
Αυτό που ακολουθεί είναι ο κατάλογος των χωριών με ελληνικά θύματα, κατά φθίνουσα σειρά νεκρών. Δίπλα σε κάθε τόπο, ο υπεύθυνος. Και δίπλα στον υπεύθυνο, αυτό που του συνέβη μετά τον πόλεμο.
Δράμα, Δοξάτο και είκοσι δύο οικισμοί, 29 Σεπτεμβρίου – 5 Οκτωβρίου 1941. Η πρόσφατη αρχειακή δουλειά δίνει τουλάχιστον 562 νεκρούς μέσα στην πόλη της Δράμας, ενώ οι συνολικές εκτιμήσεις για την ευρύτερη περιοχή κινούνται γύρω στις 2.100. Δράστες ο βουλγαρικός στρατός και η χωροφυλακή, ως απάντηση στην πρώτη ένοπλη εξέγερση της κατεχόμενης Ελλάδας. Κανένας υπεύθυνος δεν εκδόθηκε ποτέ στην Ελλάδα. Η Ελλάδα είχε ζητήσει 242 Βουλγάρους. Πήρε μηδέν.
Καλάβρυτα, 13 Δεκεμβρίου 1943. 693 νεκροί στην πόλη, πάνω από 1.200 σε ολόκληρη την επιχείρηση. Η πόλη ισοπεδώθηκε, χίλια περίπου σπίτια λεηλατήθηκαν και κάηκαν, η Αγία Λαύρα και το Μέγα Σπήλαιο πυρπολήθηκαν. Δράστης η 117η Μεραρχία Κυνηγών.
Ο διοικητής της Καρλ φον Λε Σουίρ υπέγραψε στις 10 Δεκεμβρίου τη διαταγή να ισοπεδωθούν «οι τοποθεσίες Μαζέικα και Καλάβρυτα». Δεν δικάστηκε ποτέ: πιάστηκε από τους Σοβιετικούς και πέθανε αιχμάλωτος το 1954. Ο εκτελεστής της επιχείρησης, ταγματάρχης Χανς Έμπερσμπεργκερ, σκοτώθηκε στο Ανατολικό Μέτωπο. Η γερμανική εισαγγελία του Μπόχουμ ανέστειλε τη δίωξη με το σκεπτικό ότι τα αντίποινα ήταν μέσο επιτρεπόμενο από το διεθνές δίκαιο.
Βιάννος και Ιεράπετρα, 14-16 Σεπτεμβρίου 1943. Πάνω από 500 νεκροί σε είκοσι περίπου χωριά, με πυρπολήσεις, λεηλασίες και καταστροφή των σοδειών. Διοικητής ο Φρίντριχ-Βίλχελμ Μύλλερ. Καταδικάστηκε σε θάνατο από το Ειδικό Στρατοδικείο Αθηνών στις 9 Δεκεμβρίου 1946 και τυφεκίστηκε στο Χαϊδάρι στις 20 Μαΐου 1947.
Πύργοι Εορδαίας, 23-24 Απριλίου 1944. Οι εκτιμήσεις κυμαίνονται από 327 έως 368 νεκρούς, το χωριό κάηκε ολοσχερώς. Δράστης το 7ο Σύνταγμα της 4ης Μεραρχίας SS Polizei υπό τον Καρλ Σίμερς. Ο Σίμερς σκοτώθηκε από νάρκη κοντά στην Άρτα τον Αύγουστο του 1944 και τιμήθηκε μεταθανάτια με τον Σταυρό των Ιπποτών.
Κομμένο Άρτας, 16 Αυγούστου 1943. 317 νεκροί κατά τον επίσημο απολογισμό άλλες καταγραφές δίνουν πάνω από 400, συνυπολογίζοντας όσους πνίγηκαν στον Άραχθο προσπαθώντας να ξεφύγουν. Είκοσι οικογένειες εξαλείφθηκαν ολόκληρες. Το χωριό κάηκε. Δεν είχε προηγηθεί κανένα περιστατικό: μόνο υποψία. Δράστης η 1η Μεραρχία Ορεινών Καταδρομών, υπό το XXII Ορεινό Σώμα του Χούμπερτ Λαντς. Στη γερμανική αναφορά η σφαγή καταγράφηκε ως «επιχείρηση εκκαθάρισης». Ο Λαντς καταδικάστηκε στη Νυρεμβέργη σε δώδεκα χρόνια, αποφυλακίστηκε το 1951 και έζησε άλλα τριάντα ένα.
Κλεισούρα Καστοριάς, 5 Απριλίου 1944. Περίπου 277 νεκροί, σχεδόν αποκλειστικά γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι, ως αντίποινα για τον θάνατο τριών Γερμανών. Δράστης ο Σίμερς με το 7ο Σύνταγμα. Η ιεραρχία του τον ανέκρινε και τον απάλλαξε: κατέθεσε ότι στο χωριό κρύβονταν αντάρτες. Μεταπολεμικά αποδείχθηκε ψευδές.
Δίστομο, 10 Ιουνίου 1944. 218 έως 228 νεκροί, ανάμεσά τους πάνω από πενήντα παιδιά και είκοσι βρέφη. Το χωριό λεηλατήθηκε και κάηκε. Δράστης ο 2ος λόχος του I/7 τάγματος της 4ης Μεραρχίας SS Polizei, υπό τον εικοσιεξάχρονο Φριτς Λάουτενμπαχ. Ο Λάουτενμπαχ υπέβαλε ψευδή αναφορά ότι τα θύματα ήταν ένοπλοι αντάρτες. Ανάκριση της Wehrmacht μέσα στο 1944 τον απάλλαξε, με το σκεπτικό ότι είχε δράσει «από αίσθημα ευθύνης προς τους άνδρες του». Σκοτώθηκε στη μάχη τον Οκτώβριο του 1944. Καμία καταδίκη δεν υπήρξε ποτέ για το Δίστομο.
Άνω Κερδύλλια, 17 Οκτωβρίου 1941. 207 άνδρες εκτελεσμένοι, το χωριό ισοπεδωμένο και ο πληθυσμός εκτοπισμένος. Ένα από τα πρώτα μαζικά αντίποινα στη γερμανική ζώνη. Κανείς δεν δικάστηκε.
Παραμυθιά, 19-29 Σεπτεμβρίου 1943. 201 νεκροί. Δράστες γερμανικές μονάδες με τη συμμετοχή τσάμηδων παραστρατιωτικών. Οι 410 Τσάμηδες που περιλαμβάνονταν στον ελληνικό κατάλογο εκζητούμενων εγκληματιών πολέμου δεν παραδόθηκαν ποτέ.
Αλικιανός, Ιούνιος και Αύγουστος 1941. Πάνω από 180 νεκροί σε δύο φάσεις· στη δεύτερη, 118 άνδρες από δέκα χωριά εκτελέστηκαν στη γέφυρα του Κερίτη αφού τους ανάγκασαν να σκάψουν τους τάφους τους. Υπεύθυνος ο στρατιωτικός διοικητής Κρήτης Αλεξάντερ Άντραε. Καταδικάστηκε το 1947 από ελληνικό δικαστήριο σε τέσσερις ποινές ισοβίων. Το 1951 η ποινή μετατράπηκε σε τετραετή κάθειρξη με βασιλικό διάταγμα. Αποφυλακίστηκε τον Ιανουάριο του 1952, γύρισε στη Γερμανία και συνίδρυσε το Deutsche Reichspartei. Έζησε άλλα είκοσι επτά χρόνια.
Κάνδανος, 3 Ιουνίου 1941. Περίπου 180 νεκροί και ολοσχερής ισοπέδωση του χωριού. Οι Γερμανοί έστησαν πινακίδα που ανακοίνωνε ότι η Κάνδανος καταστράφηκε επειδή οι κάτοικοί της αντιστάθηκαν. Η διαταγή αντιποίνων της 31ης Μαΐου 1941 ήταν του Κουρτ Στούντεντ. Δικάστηκε από βρετανικό στρατοδικείο το 1946, μόνο για κακομεταχείριση αιχμαλώτων — ποτέ για αμάχους. Πήρε πέντε χρόνια, η ετυμηγορία δεν επικυρώθηκε, το ελληνικό αίτημα έκδοσης απορρίφθηκε και το 1948 αφέθηκε ελεύθερος. Έζησε άλλα τριάντα χρόνια.
Δομένικο Ελασσόνας, 16-17 Φεβρουαρίου 1943. 175 εκτελεσμένοι κατά την πληρέστερη καταγραφή, περίπου 150 κατά άλλες: όλος ο ανδρικός πληθυσμός από δεκατεσσάρων έως ογδόντα ετών. Το χωριό λεηλατήθηκε και κάηκε. Το χειρότερο ιταλικό έγκλημα στην Ελλάδα και το πρώτο μιας σειράς. Διέταξε ο στρατηγός Τσέζαρε Μπενέλι, διοικητής της Μεραρχίας Pinerolo, στο πλαίσιο της γενικής διαταγής Τζελόζο. Ούτε ο Μπενέλι ούτε ο Τζελόζο δικάστηκαν ποτέ, από κανένα δικαστήριο. Το άρθρο 45 της Συνθήκης Ειρήνης του 1947 υποχρέωνε την Ιταλία σε παράδοση των εγκληματιών πολέμου. Οι ΗΠΑ παραιτήθηκαν από την εφαρμογή του τον Αύγουστο του 1947, η Βρετανία, η Γαλλία και τελευταία η Ελλάδα μέσα στο 1948.
Κέδρος Αμαρίου, Κρήτη. 22 Αυγούστου 1944. 164 νεκροί σε εννέα χωριά της κοιλάδας, όλα ανατιναγμένα με δυναμίτη. Αντίποινα για την απαγωγή του στρατηγού Κράιπε. Καμία δίωξη.
Μουσιωτίτσα Ιωαννίνων, 25 Ιουλίου 1943. 153 νεκροί, το χωριό καμένο. Δράστης η 1η Μεραρχία Ορεινών Καταδρομών, ένα μήνα πριν από το Κομμένο. Η ίδια μονάδα, ο ίδιος διοικητής, καμία χωριστή δίωξη.
Χωριστή Δράμας, Σεπτέμβριος 1941. 147 νεκροί στη «Γκιόλα» και αλλού, από τα βουλγαρικά αντίποινα. Το χωριό είχε ήδη χάσει 623 ανθρώπους στη βουλγαρική κατοχή του 1916-18. Καμία δίωξη.
Χορτιάτης, 2 Σεπτεμβρίου 1944. 146 νεκροί, πολλοί καμένοι ζωντανοί στον φούρνο του χωριού. Δράστης το σώμα του Φριτς Σούμπερτ. Ο Σούμπερτ καταδικάστηκε σε θάνατο από το Ειδικό Δικαστήριο Εγκληματιών Πολέμου Αθηνών στις 22 Οκτωβρίου 1947 και τυφεκίστηκε λίγες ώρες αργότερα. Είναι ο μόνος μη αξιωματικός που δικάστηκε στην Ελλάδα.
Και τα χωριά: Μεσόβουνο Εορδαίας. Δρακειά Πηλίου. Λυγκιάδες Ιωαννίνων. Μίσσιρια Ρεθύμνου. Μαλάθυρος. Κοντομαρί. Πικέρμι. Σκουρβούλα. Καλλικράτης Σφακίων. Ανώγεια. Και δεκάδες ακόμη, με είκοσι, τριάντα, σαράντα νεκρούς το καθένα.
Σε δύο, μόνο, από τις πιο πάνω περιπτώσεις υπήρξε καταδίκη υπαιτίου που εκτελέστηκε: η Βιάννος και ο Χορτιάτης και αυτοί ήταν ο Μύλλερ και ο Σούμπερτ.
Σε δύο υπήρξε καταδίκη που δεν εκτίθηκε, ο Άντραε για τον Αλικιανό, τέσσερα χρόνια για τετράκις ισόβια και ο Στούντεντ για την Κάνδανο, δύο χρόνια για κατηγορίες που δεν αφορούσαν όμως τους νεκρούς του χωριού.
Ούτε ένα δικαστήριο για τα Καλάβρυτα. Ούτε ένα για το Δίστομο. Ούτε ένα για το Κομμένο, την Κλεισούρα, τους Πύργους, τα Κερδύλλια, την Παραμυθιά, τη Δράμα, το Δομένικο.
Και οι δύο μοναδικές δικαστικές κρίσεις που εκδόθηκαν ποτέ για το Δίστομο και για την Κλεισούρα ήταν αθωωτικές. Τις εξέδωσαν οι ίδιοι οι δράστες, μέσα στο 1944, ενώ οι στάχτες ήταν ακόμη ζεστές.
Το σκεπτικό εκείνων των δύο αποφάσεων δεν πέθανε το 1944. Όταν η γερμανική εισαγγελία του Μπόχουμ έκλεισε τη δικογραφία των Καλαβρύτων, χρησιμοποίησε το ίδιο ακριβώς επιχείρημα: τα αντίποινα ήταν μέσο επιτρεπόμενο από το διεθνές δίκαιο. Και όταν το 1959 το ελληνικό κράτος ανέστειλε με νόμο κάθε εκκρεμή δίωξη, το έκανε λίγους μήνες μετά το ταξίδι του πρωθυπουργού στη Βόννη για δάνειο διακοσίων εκατομμυρίων μάρκων. Το ίδιο έτος καταργήθηκε και το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου, με τις οκτακόσιες δικογραφίες που είχε συγκεντρώσει.

