Χθες το βράδυ βρέθηκα στο Cine Αελλώ της Ραφήνας, το μοναδικό από τα τρία θερινά σινεμά που κάποτε λειτουργούσαν στην πόλη μας και εξακολουθεί ακόμη να κρατά ζωντανή τη μαγεία του καλοκαιρινού κινηματογράφου. Δεν περίμενα ότι θα έφευγα από εκεί διαφορετικός.
Πήγα να δω μια ταινία και στο τέλος έφυγα, έχοντας γνωρίσει ξανά τον μεγαλύτερο ήρωα της ζωής μου. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ο Οδυσσέας ήταν ο αγαπημένος μου ήρωας. Όχι γιατί ήταν ο δυνατότερος ή ο γενναιότερος, αλλά γιατί με γοήτευε το μυαλό του, η ευφυΐα του βρε αδερφέ. Αυτή η μοναδική ικανότητά του να βρίσκει λύση εκεί όπου όλοι οι άλλοι έβλεπαν αδιέξοδο. Ο πολυμήχανος Οδυσσέας ήταν για μένα η απόδειξη ότι ο άνθρωπος μπορεί να νικήσει όχι με τη δύναμη, αλλά με το πνεύμα.
Νόμιζα ότι τον γνώριζα. Αλλά τελικά χθες κατάλαβα πως δεν τον είχα γνωρίσει ποτέ πραγματικά… Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμα του Christopher Nolan.
Δεν γύρισε απλώς μια ακόμη κινηματογραφική μεταφορά της «Οδύσσειας». Κατάφερε να αφαιρέσει από τον Οδυσσέα τον μύθο χωρίς να του αφαιρέσει το μεγαλείο. Αντίθετα, τον έκανε ακόμη μεγαλύτερο. Γιατί πίσω από τον βασιλιά, πίσω από τον νικητή της Τροίας, πίσω από τον άνθρωπο που ξεγέλασε θεούς, τέρατα και ανθρώπους, αποκάλυψε έναν άνθρωπο βαθιά πληγωμένο. Έναν άνθρωπο που κουβαλούσε μέσα του έναν πόλεμο που δεν τελείωσε ποτέ.
Και τότε όλα απέκτησαν νόημα, γιατί η αλήθεια είναι πως διαβάζοντας Όμηρο, κάτι δε μου κόλλαγε… αλλά ποτέ δεν του είχα δώσει σημασία! Για πρώτη φορά δεν είδα, όπως φαντάζομαι και όλοι που είδαν την ταινία, έναν ήρωα που απλώς ήθελε να γυρίσει στην Ιθάκη. Είδα ξεκάθαρα έναν άνθρωπο που φοβόταν να επιστρέψει και όχι γιατί δεν αγαπούσε την πατρίδα του. Αλλά γιατί δεν ήξερε αν υπήρχε ακόμη ο άνθρωπος που κάποτε έφυγε από αυτήν.
Πόσο διαφορετικά βλέπεις έναν άνθρωπο όταν καταλάβεις τον πόνο του και πόσο περισσότερο είναι ο μικρός σου ήρωας. Δεν περίμενα ποτέ ότι θα ερχόταν μια χολιγουντιανή παραγωγή να μου δείξει μια πλευρά του Οδυσσέα που δεν είχα συνειδητοποιήσει διαβάζοντας τον Όμηρο. Δεν περίμενα ποτέ ότι απομυθοποιώντας τον θα τον έκανε ακόμη πιο μεγάλο. Πιο ανθρώπινο και πολύ πιο αληθινό.
Και ίσως γι’ αυτό, όταν τελείωσε η ταινία, ένιωσα το λόγο που του είχα πάντα αδυναμία, όχι επειδή ήταν αλάνθαστος, αλλά επειδή, μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο ήρωες που νικούσαν με το σπαθί, εκείνος προσπαθούσε να νικήσει πρώτα τους δικούς του φόβους.
Το μεγαλύτερο επίτευγμα του Nolan όμως δεν σταματά εκεί.Θα μπορούσε να αφηγηθεί την ιστορία με χρονολογική σειρά, όπως θα έκανε σχεδόν κάθε σκηνοθέτης για να κάνει τη ροή ευχάριστη και πιο εύκολη για τον θεατή. Δεν το έκανε όμως, αντιθέτως τόλμησε να ακολουθήσει τον ίδιο τον Όμηρο. Η αφήγηση ξεκινά στη μέση των γεγονότων. Το παρελθόν και το παρόν μπλέκονται διαρκώς ταυτιζόμενη με την ίδια τη δομή του ομηρικού έπους.
Πρόκειται λένε για μία από τις δυσκολότερες αφηγηματικές επιλογές που μπορεί να επιχειρήσει ένας σκηνοθέτης. Για όποιον δεν έχει διαβάσει την «Οδύσσεια», η ταινία απαιτεί απόλυτη προσοχή, δεν εξηγεί, δεν απλοποιεί, δεν υποτιμά τον θεατή, αλλά του ζητά να συμμετάσχει και να ενώσει μόνος του τα κομμάτια της ιστορίας.
Και εκεί βρίσκεται το μεγαλείο της. Δεν μεταφέρει απλώς το έργο του Ομήρου, αλλά μεταφέρει τον τρόπο που ο Όμηρος ήθελε να το αφηγηθεί. Είναι ίσως η πιο πιστή κινηματογραφική μεταφορά όχι των γεγονότων, αλλά της ψυχής της «Οδύσσειας».
Γι’ αυτό δυσκολεύομαι να θυμηθώ άλλη ταινία με θέμα την Αρχαία Ελλάδα που να με συγκλόνισε τόσο βαθιά. Δεν ξέρω αν είναι η καλύτερη που γυρίστηκε ποτέ. Ξέρω όμως ότι είναι η πρώτη που με έκανε να ξεχάσω ότι βλέπω κινηματογράφο. Έβλεπα τον Όμηρο.
Και όταν άναψαν τα φώτα στο Cine Αελλώ και βγήκα στη νύχτα της Ραφήνας, δεν ήθελα να μιλήσω σε κανέναν. Ήθελα μόνο να περπατήσω και να αφήσω την ταινία να καθίσει μέσα μου. Έφυγα με μια περίεργη λάμψη στα μάτια και έναν βαθύ προβληματισμό. Με υπερηφάνεια γιατί αυτό το αριστούργημα γεννήθηκε σε αυτόν τον τόπο και εξακολουθεί, τρεις χιλιάδες χρόνια μετά, να συγκινεί ολόκληρη την ανθρωπότητα. Αλλά ταυτόχρονα και με μια μικρή, σχεδόν αδιόρατη ντροπή. Γιατί χρειάστηκε ένας ξένος δημιουργός να μου θυμίσει το μεγαλείο της δικής μας κληρονομιάς.
Να μου θυμίσει ότι ο Όμηρος δεν είναι ένα απλό σχολικό βιβλίο, δεν είναι μια υποχρέωση. Δεν είναι ένα όνομα στις σελίδες της ιστορίας, αλλά είναι ένας καθρέφτης. Και κάθε φορά που τον κοιτάζεις, βλέπεις έναν διαφορετικό εαυτό.
Χθες το βράδυ, μέσα σε ένα θερινό σινεμά της Ραφήνας, κοίταξα ξανά αυτόν τον καθρέφτη και είδα τον Οδυσσέα όπως δεν τον είχα δει ποτέ. Ίσως γιατί, για πρώτη φορά, δεν είδα τον ήρωα, αλλά τον τον άνθρωπο και τελικά αυτός ο άνθρωπος έγινε ακόμη μεγαλύτερος από τον μύθο. Και αυτό, για μένα, είναι το μεγαλύτερο επίτευγμά της.
Βασίλης Σπαντούρος

