Υπάρχουν αντιπαραθέσεις που ξεκινούν από μια απόφαση. Και υπάρχουν αντιπαραθέσεις που αποκαλύπτουν κάτι πολύ βαθύτερο. Η συζήτηση που άνοιξε τις τελευταίες ημέρες για τις αεροπορικές διελεύσεις πάνω από τη Ραφήνα δεν αφορά πλέον μόνο τα αεροπλάνα. Αφορά τον τρόπο που αντιλαμβάνεται η κάθε πλευρά τη διοίκηση του Δήμου, την ευθύνη και τελικά την ίδια την πραγματικότητα.
Η πρώτη κίνηση ανήκε στη Δήμαρχο Δήμητρα Τσέβα. Με μια ανακοίνωση που είχε περισσότερο χαρακτήρα πολιτικού κατηγορητηρίου παρά ενημερωτικού δελτίου, υπενθύμισε ότι ο Δήμος Ραφήνας – Πικερμίου δεν συμμετείχε στην πρόσφατη δικαστική διαδικασία επειδή το Δημοτικό Συμβούλιο, με την απόφαση 1/2026, αποφάσισε την αποχώρησή του από την κοινή προσφυγή. Δεν έμεινε μάλιστα στην ουσία της απόφασης. Κατονόμασε έναν προς έναν όσους ψήφισαν υπέρ της αποχώρησης, στέλνοντας ένα σαφές πολιτικό μήνυμα: οι πολίτες πρέπει να γνωρίζουν ποιοι άφησαν τον Δήμο εκτός μιας δικαστικής διεκδίκησης που αφορά την ποιότητα ζωής τους.
Η απάντηση από τον Σπύρο Λουκάτο και τον Κώστα Ξηντάρα δεν κινήθηκε στο ίδιο πεδίο. Δεν απολογήθηκαν για την αποχώρηση. Δεν μπήκαν καν στη συζήτηση περί ευθυνών. Μετέφεραν αμέσως τη συζήτηση στο αποτέλεσμα της δικαστικής απόφασης. Υποστήριξαν ότι η απόφαση διατηρεί προσωρινά τον ευθειασμό των αεροσκαφών και τις νυχτερινές πτήσεις πάνω από τη Ραφήνα, άρα επιβαρύνει την πόλη. Η κεντρική τους ιδέα ήταν απλή: πώς μπορεί να παρουσιάζεται ως επιτυχία κάτι που αφήνει τους κατοίκους να συνεχίσουν να ζουν με θόρυβο, όχληση και περιβαλλοντική επιβάρυνση;
Στο κείμενό τους υπάρχει και ένα δεύτερο επίπεδο κριτικής. Δεν κατηγορούν απλώς τη Δήμαρχο ότι έκανε λάθος. Την κατηγορούν ότι δεν αντιλαμβάνεται το λάθος. Όταν γράφουν ότι «δεν αντιλήφθηκε τι ακριβώς πανηγυρίζει» ή όταν μιλούν για αδιαφορία, άγνοια και έλλειψη ουσιαστικών παρεμβάσεων, η στόχευση δεν είναι η απόφαση. Είναι η πολιτική επάρκεια της διοίκησης.
Η Δήμητρα Τσέβα επανήλθε άμεσα. Και εκεί βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της αντιπαράθεσης. Δεν απάντησε επί της ουσίας των υπερπτήσεων, των νυχτερινών δρομολογίων ή του ευθειασμού. Επέμεινε ότι το βασικό γεγονός παραμένει αμετάβλητο: ο Δήμος δεν ήταν στη δίκη γιατί κάποιοι αποφάσισαν να τον αποσύρουν. Και μάλιστα έκανε λόγο για ανθρώπους που «πρωταγωνίστησαν στην απουσία του Δήμου» και τώρα εμφανίζονται ως υπερασπιστές των συμφερόντων της πόλης.
Κάπου εκεί η συζήτηση έφυγε από τα όρια μιας συνηθισμένης πολιτικής αντιπαράθεσης.
Ο Βαγγέλης Μπουρνούς μπήκε στη δημόσια συζήτηση με έναν τρόπο που θύμισε παλιές, σκληρές αυτοδιοικητικές εποχές. Δεν περιορίστηκε στην κριτική. Επέλεξε την ολοκληρωτική αποδόμηση. Η φράση «η Δήμαρχος της μειοψηφίας» επαναλαμβάνεται σχεδόν ως πολιτική ταυτότητα. Η εικόνα του «προβάτου που πηγαίνει μόνο του στο σφαγείο» και της «δικαστικής αυτοκτονίας» δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Ο πρώην Δήμαρχος δεν λέει ότι η Τσέβα έκανε λάθος χειρισμό. Λέει ότι αν δεν είχε παρέμβει η αντιπολίτευση, ο Δήμος θα είχε οδηγηθεί μόνος του σε μια καταστροφική επιλογή.
Αν ο Μπουρνούς επέλεξε τη μετωπική επίθεση, ο Παύλος Μπατάλης διάλεξε τον σαρκασμό. Και πολλές φορές ο σαρκασμός είναι πιο επικίνδυνος από την ευθεία σύγκρουση. Ο τίτλος μόνος του – «Τα αεροπλάνα λαλούν και η κ. Τσέβα χορεύει» – δείχνει τη διάθεση του κειμένου. Η κεντρική του θέση είναι ότι η Δήμαρχος όχι μόνο κάνει λάθος, αλλά έχει αποκοπεί πλήρως από αυτό που συμβαίνει γύρω της. Όταν μιλά για «κράμα αγνωσίας, ασχετοσύνης και πολιτικής ανοησίας» ή για άνθρωπο που δεν έχει τη «στοιχειώδη νοητική επάρκεια να καταλάβει βασικά πράγματα», ο στόχος είναι σαφής. Δεν αμφισβητεί μια επιλογή. Αμφισβητεί την ίδια την ικανότητα άσκησης διοίκησης.
Και έπειτα ήρθε ο Χρήστος Τσεμπέρης, ίσως με την πιο πολιτικά ενδιαφέρουσα παρέμβαση από όλες. Η περίφημη φράση του ότι η σχέση της διοίκησης Τσέβα με την πραγματικότητα είναι «σαν να προσπαθείς να αναμείξεις λάδι με νερό» συμπυκνώνει ολόκληρη τη λογική του κειμένου του. Δεν επιτίθεται τόσο στο παρελθόν όσο στο παρόν. Δεν στέκεται στους χαρακτηρισμούς όσο στα ερωτήματα. Νυχτερινές πτήσεις. Προστατευτικά ωράρια. Πανελλαδικές εξετάσεις. Μελέτες θορύβου. Νομική προετοιμασία. Στοιχεία. Έγγραφα. Ενέργειες. Ουσιαστικά ο Τσεμπέρης απευθύνει στη Δημοτική Αρχή μια πρόκληση: «Αφήστε τις ανακοινώσεις και πείτε μας τι κάνατε».
Και κάπου εκεί αποκαλύπτεται η πραγματική ουσία αυτής της αντιπαράθεσης. Η Δήμαρχος μιλά για την ευθύνη μιας ψήφου. Η αντιπολίτευση μιλά για την επάρκεια μιας διοίκησης. Η Δήμαρχος δείχνει την απόφαση 1/2026. Οι αντίπαλοί της δείχνουν τον ουρανό πάνω από τη Ραφήνα. Η Δήμαρχος λέει ότι ο Δήμος έμεινε έξω από τη δίκη. Οι αντίπαλοί της απαντούν ότι το πραγματικό πρόβλημα είναι γιατί δεν υπήρχε ποτέ ένα σχέδιο που να προστατεύει αποτελεσματικά την πόλη.
Και έτσι, χωρίς ίσως να το καταλάβει κανείς, η συζήτηση έπαψε να αφορά τα αεροπλάνα.
Έγινε μια συζήτηση για το ποιος διοικεί, ποιος αντιπολιτεύεται, ποιος πείθει και ποιος τελικά καταλαβαίνει καλύτερα το πρόβλημα.
Τα αεροπλάνα ήταν η αφορμή. Η πολιτική είναι το πραγματικό πεδίο μάχης.

