Όσοι έχουν δει την «Απόδραση των Έντεκα» θυμούνται ότι δεν ήταν απλώς μια ποδοσφαιρική ταινία. Ήταν η ιστορία μιας ομάδας που βρέθηκε εγκλωβισμένη και έψαχνε τρόπο να φύγει.
Ο Μάικλ Κέιν ήταν ο αρχηγός της ομάδας. Ο Σταλόνε ο τερματοφύλακας. Ο Πελέ το μεγάλο αστέρι. Μαζί τους έπαιζαν πραγματικοί θρύλοι του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Όλοι μαζί αποτελούσαν μια ομάδα αιχμαλώτων πολέμου που κλήθηκε να αντιμετωπίσει τη γερμανική εθνική ομάδα σε έναν αγώνα που είχε οργανωθεί περισσότερο για προπαγάνδα παρά για ποδόσφαιρο.
Οι Γερμανοί πίστευαν ότι είχαν τον έλεγχο του παιχνιδιού. Οι αιχμάλωτοι όμως είχαν άλλο σχέδιο. Την ώρα του αγώνα η Αντίσταση είχε ετοιμάσει τη μεγάλη απόδραση. Στο ημίχρονο το τούνελ ήταν ανοιχτό. Η διαφυγή ήταν έτοιμη. Θα μπορούσαν να εξαφανιστούν όλοι.
Μόνο που εκεί συνέβη το απίστευτο. Η ομάδα έχανε. Οι αποφάσεις του διαιτητή δεν ήταν πάντα ακριβώς ισορροπημένες. Οι τραυματισμοί διαδέχονταν ο ένας τον άλλον. Το σκορ είχε στραβώσει. Κι όμως, οι παίκτες πήραν μια απόφαση που κανείς δεν περίμενε.
Αντί να φύγουν, γύρισαν στο γήπεδο. Όχι επειδή πίστευαν ότι όλα πήγαιναν καλά. Όχι επειδή συμφωνούσαν μεταξύ τους. Αλλά επειδή κατάλαβαν ότι υπήρχαν στιγμές που η ομάδα έπρεπε να μείνει ενωμένη μέχρι το τέλος του αγώνα. Κάπου εδώ αρχίζει να θυμίζει επικίνδυνα το Δημοτικό Συμβούλιο Ραφήνας – Πικερμίου.
Γιατί υπάρχουν δημοτικοί σύμβουλοι που ίσως αισθάνονται σαν τους πρωταγωνιστές της ταινίας. Μόνο που αντί για γερμανικό στρατόπεδο έχουν μπροστά τους συνεδριάσεις, ανακοινώσεις, διαρροές, δικαιολογίες και πολιτικά σφυρίγματα.
Αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά τα έδρανα του Δημοτικού Συμβουλίου, θα μπορούσε σχεδόν να δει την ομάδα να βγαίνει από τα αποδυτήρια. Στην ταινία, οι έντεκα δεν ήταν φίλοι. Δεν συμφωνούσαν σε όλα. Δεν είχαν τον ίδιο χαρακτήρα, ούτε το ίδιο σχέδιο για το μέλλον τους.
Άλλοι ήθελαν να αποδράσουν αμέσως. Άλλοι ήθελαν να παίξουν τον αγώνα. Άλλοι πίστευαν ότι όλα ήταν χαμένα. Όμως είχαν καταλάβει κάτι απλό: Ότι αν ο καθένας κοιτούσε μόνο πώς θα σωθεί ο ίδιος, στο τέλος δεν θα σωζόταν κανείς.
Κάπως έτσι μοιάζει σήμερα και η κατάσταση στο Δήμο Ραφήνας Πικερμίου. Υπάρχουν άνθρωποι που βλέπουν τα προβλήματα. Άλλοι που προσπαθούν να κρατήσουν την ομάδα όρθια. Άλλοι που προσπαθούν να σώσουν τη θητεία. Άλλοι που προσπαθούν να σώσουν τον Δήμο. Και όλοι μαζί βρίσκονται σε έναν αγώνα που πολλές φορές μοιάζει να έχει στραβώσει από νωρίς.
Το ενδιαφέρον είναι ότι στην ταινία κανείς δεν ρωτούσε ποιος ήταν ο καλύτερος παίκτης. Το πραγματικό ερώτημα ήταν ποιος θα μείνει στο γήπεδο όταν ανοίξει το τούνελ. Ποιος θα συνεχίσει να παίζει ενώ το σκορ δεν τον ευνοεί. Ποιος θα βάλει την ομάδα πάνω από τη δική του διαδρομή. Ποιος θα συνεχίσει να προσπαθεί να γυρίσει ένα παιχνίδι που μοιάζει να έχει στραβώσει. Και ποιος θα επιλέξει ότι η δική του αποστολή τελείωσε πριν ακουστεί το τελευταίο σφύριγμα.
Η μεγάλη διαφορά είναι ότι στην ταινία υπήρχε ένας κοινός αντίπαλος. Στην αυτοδιοίκηση, πολλές φορές κανείς δεν είναι βέβαιος ποιος είναι ο αντίπαλος. Οι απέναντι; Οι δίπλα; Ή τα λάθη που γίνονται μέσα από τα ίδια τα αποδυτήρια;
Στην «Απόδραση των Έντεκα» δεν νίκησε ο Πελέ, ο Σταλόνε ή ο Μάικλ Κέιν. Νίκησε η απόφαση μιας ομάδας να μείνει μαζί τη στιγμή που είχε κάθε λόγο να διαλυθεί. Κι ίσως αυτό να είναι και το πραγματικό ερώτημα για τη Ραφήνα και το Πικέρμι σήμερα.
Όχι ποιος είναι ο Πελέ.
Όχι ποιος είναι ο Σταλόνε.
Όχι ποιος είναι ο αρχηγός.
Αλλά ποιοι είναι διατεθειμένοι να μείνουν στο γήπεδο μέχρι το τέλος του αγώνα. Γιατί στο τέλος κάθε θητείας, όπως και στο τέλος κάθε αγώνα, το σκορ δεν γράφει ποιος είχε δίκιο στις συζητήσεις των αποδυτηρίων.
Γράφει μόνο το αποτέλεσμα.
Υ.Γ. Την ιδέα για το κείμενο δεν την έδωσε ούτε ο Πελέ, ούτε ο Σταλόνε. Την πέταξε ένας άνθρωπος που έχει περάσει τόσες ώρες σε δημοτικά συμβούλια, ώστε βλέποντας την ταινία δεν εντυπωσιάστηκε ούτε από το ανάποδο ψαλίδι ούτε από την απόκρουση του πέναλτι. Στάθηκε μόνο στο πιο απίθανο σημείο του έργου: ότι έντεκα άνθρωποι διαφώνησαν, γκρίνιαξαν, πιέστηκαν, βρέθηκαν μπροστά σε αδιέξοδα, αλλά έμειναν μαζί μέχρι το τέλος. Εκεί κάπου κοίταξε την οθόνη, χαμογέλασε και είπε: «Ωραία ταινία… αλλά λίγη επιστημονική φαντασία την είχε».

