Η είδηση του θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία. Ή όπως έγραψε ο Φοίβος Δεληβοριάς: Μας έφυγε η Γη κάτω από τα πόδια. Σε έντεκα ημέρες, στις 20 Σεπτεμβρίου, θα γιόρταζε στην Τεχνόπολη τα 33 χρόνια καριέρας – τα χρόνια μιας διαδρομής που είχε περάσει από πολλές ζωές. Η συναυλία είχε τίτλο «33 χρόνια από το Α έως το Ω» και είχε σχεδιαστεί ως μια μεγάλη αναδρομή σε όσα είχε ζήσει και τραγουδήσει από το 1993 μέχρι σήμερα.
Τελικά, έμελλε να είναι ένα από τα τελευταία σχέδιά του. Λίγες εβδομάδες πριν είχε ανεβάσει στα social media την προαναγγελία της με δύο μόνο λέξεις: «Γιώργοοο βγαίνεις…». Σήμερα η φράση ακούγεται σχεδόν παράξενα, σαν κάλεσμα προς μια σκηνή στην οποία δεν θα προλάβει να ανέβει. Ο Γιώργος Μαζωνάκης πέθανε στις 9 Σεπτεμβρίου, στα 54 του χρόνια. Υπέστη ανακοπή και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο «Ελπίς», όπου οι γιατροί δεν κατάφεραν να τον επαναφέρουν.
Τι διαλέγεις να θυμηθείς από τον Μαζωνάκη; Το «Ανήκω σε μένα»; Το «Παιδί της νύχτας»; Το «Gucci φόρεμα»; Τον νεαρό από τη Νίκαια με τα σκουλαρίκια που βρέθηκε ξαφνικά μέσα σε έναν κόσμο από κοστούμια, γαρύφαλλα και λαϊκές ορχήστρες;
Τον άνδρα που δεκαετίες αργότερα μπορούσε να εμφανιστεί με φούστα, γούνα, παγιέτες ή ένα αυστηρό κοστούμι και να τα μετατρέπει όλα σε απολύτως δικό του κώδικα;
Τον τραγουδιστή της καψούρας ή τον performer που κατάλαβε πολύ νωρίς ότι η πίστα είναι η απόλυτη θεατρική σκηνή;
Η περίπτωση του Μαζωνάκη αντιστέκεται στην τακτοποίηση και στην ταμπέλα. Η διαδρομή του είχε επιτυχίες, υπερβολές, αλλαγές, σιωπές, επιστροφές, δημόσιες εκρήξεις και προσωπικές περιπέτειες. Και απέναντί του ένα κοινό σταθερά πιστό, που κάποια στιγμή συμπύκνωσε αυτή τη σχέση σε ένα σύνθημα: «Όσο ζω, ΜΑΖΩ».
Ακόμη κι όταν τραγουδούσε «Αχ, πόσο βαριέμαι» καθισμένος σε μια πολυθρόνα, στο πλαίσιο ενός λαϊκού σχήματος που τότε έκανε θραύση στα μπουζούκια (με Νατάσσα Θεοδωρίδου το 1999), από κάτω γινόταν πόλεμος με γαρύφαλλα. Γιατί ο Μαζωνάκης μπορούσε να κάνει ακόμη και την πλήξη, παράσταση.
Παράλληλς, είχε κάτι πολύ πιο δύσκολο να κατασκευαστεί: προσωπικότητα. Αν έπρεπε να χωρέσει σε έναν ξένο τίτλο τραγουδιού, ίσως το «My Way» να ήταν ο πιο ταιριαστός. Γιατί πέρασε περισσότερες από τρεις δεκαετίες κάνοντας ακριβώς αυτό: τα πράγματα με τον τρόπο του.
Από τη Νίκαια στην Πάτρα — και από εκεί παντού
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νίκαια του Πειραιά, είχε καταγωγή από τη Σητεία. Στο σπίτι και στη γειτονιά άκουγε Στράτο Διονυσίου, Γιάννη Πάριο, Μαρινέλλα, Χάρις Αλεξίου, αλλά και ξένο ροκ.
Έλεγε ότι από μικρός ήθελε να γίνει «ηθοποιός-τραγουδιστής» — μια διατύπωση που, κοιτάζοντας σήμερα ολόκληρη την καριέρα του, μοιάζει σχεδόν προφητική.
Στα 15 του είχε ήδη αποφασίσει ότι το τραγούδι θα ήταν η αποστολή του. Πέρασε από μικρά μαγαζιά, έφυγε στην επαρχία για να μάθει το επάγγελμα και κάποια στιγμή βρέθηκε στην Πάτρα. Ο ίδιος θυμόταν ότι είχε πάει για δεκαπέντε ημέρες και έμεινε τρία χρόνια. «Από την Πάτρα ξεκίνησε όλο το στόρι του Μαζωνάκη», είχε πει χρόνια αργότερα. Εκεί, το καλοκαίρι του 1992, τον εντόπισαν άνθρωποι της PolyGram και άνοιξε ο δρόμος προς τη δισκογραφία.
Το 1993 κυκλοφόρησε το πρώτο του άλμπουμ, «Μεσάνυχτα και κάτι». Έναν χρόνο αργότερα ήρθε το «Με τα μάτια να το λες» και μαζί του τραγούδια όπως τα «Τρεις το πρωί», «Μη μου ζητάς» και, κυρίως, το «Ανήκω σε μένα». Ο τίτλος εκείνος θα τον ακολουθούσε σχεδόν σαν προσωπική δήλωση ανεξαρτησίας.
Ακολούθησαν το «Μου λείπεις», το «Παιδί της Νύχτας», το «Θέλω να γυρίσω», δεκάδες τραγούδια που πέρασαν από τα νυχτερινά κέντρα στα ραδιόφωνα και από εκεί στην καθημερινή γλώσσα.
Ο Μαζωνάκης είχε εκείνο το σπάνιο χάρισμα ενός λαϊκού τραγουδιστή: μπορούσε να κάνει έναν τίτλο τραγουδιού να ακούγεται σαν ατάκα που είχες ήδη πει κάποτε στις τρεις το πρωί, στα συντρίμια της ζωής σου (όπως τότε νόμιζες!).
Παιδί της νύχτας είμαι εγώ
Η νύχτα υπήρξε η φυσική του σκηνή, αλλά ποτέ δεν περιορίστηκε στους παραδοσιακούς της κανόνες. Από τα πρώτα του χρόνια έμοιαζε να καταλαβαίνει ότι το λαϊκό τραγούδι μπορούσε να έχει εικόνα, χιούμορ, πρόκληση, μόδα, performance.
Πολύ πριν οι λέξεις «genderless» και «fluid» μπουν στο λεξιλόγιο της ποπ κουλτούρας, εκείνος δοκίμαζε ρούχα και εμφανίσεις που δημιουργούσαν συζητήσεις. Το «Gucci φόρεμα», που κυκλοφόρησε το 2003, έφτασε να γίνει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα τραγούδια του και ταυτόχρονα ένα μικρό pop-cultural επεισόδιο μιας Ελλάδας αρκετά πιο συντηρητικής από τη σημερινή.
Ο Μαζωνάκης έχτισε με τα χρόνια έναν χαρακτήρα που μπορούσε να μετακινείται ανάμεσα στο βαθύ λαϊκό και στο camp, ανάμεσα στον Στράτο Διονυσίου και στην pop αισθητική, ανάμεσα στο ζεϊμπέκικο και σε μουσικές που κανείς δεν περίμενε απαραίτητα να ακούσει από έναν τραγουδιστή της πίστας. Η φωτογραφία του με τον Till Lindemann των Rammstein ήταν επική.
Και όλα αυτά χωρίς να χάσει το βασικό του υλικό: εκείνη τη χαρακτηριστική λαϊκή φωνή που ακουγόταν σαν να είχε μέσα της λίγο καπνό, πολύ δρόμο και αρκετό ξενύχτι.
Αλλά ο Μαζώ είχε και ένα ακόμη χάρισμα: την επαφή με τον κόσμο. Δεν χρειαζόταν πάντα να τραγουδά. Αρκούσε να μαγειρεύει και να ανεβάζει βιντεάκια στα social, να κάνει χειμωνιάτικες βουτιές και να “πετάει” στίχους από τα τραγούδια του ή να κερνά σφηνάκια για το κρύο έξω από το μαγαζί που εμφανιζόταν. Κάπως έτσι, η απόσταση ανάμεσα στον σταρ και στο κοινό μίκραινε. Οι φανς τον φώναζαν με μια λέξη που έλεγε πολλά: «Άρχοντα». Και όταν ήρθε η δύσκολη περιπέτεια με το Δρομοκαΐτειο, το κοινό του έμεινε στο πλευρό του, με ένα κύμα στήριξης που έδειχνε πόσο βαθιά είχε ριζώσει αυτή η σχέση.
Ίσως, τελικά, να μας τα είχε εξηγήσει όλα πολύ νωρίτερα, τραγουδώντας:
«Η φιλοσοφία μου όλα να τα ζήσω
και τη φαντασία μου να την εξαντλήσω.
Η φιλοσοφία μου όλα να τα κάνω
και όλες τις ευθύνες μου τις αναλαμβάνω».
Δύσκολα βρίσκεις πιο ταιριαστούς στίχους για τον Μαζωνάκη.
Για έναν καλλιτέχνη που ήθελε να ζήσει πολύ, να δοκιμάσει, να αλλάξει, να τολμήσει, να κάνει λάθη και να συνεχίσει.
Και που, τελικά, έμοιαζε πάντα να προχωρά όπως επιθυμούσε ο ίδιος.
«Όσο ζω, Μαζώ»
Μόλις τον περασμένο Ιούλιο, σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις, ο ίδιος είχε μιλήσει για τη φράση που είχε γίνει τα τελευταία χρόνια σχεδόν προσωπικό του σύνθημα: «Το “Όσο ζω Μαζώ” το αγαπάω πάρα πολύ». Και όταν ρωτήθηκε ποιο τραγούδι θεωρούσε ότι είχε μείνει περισσότερο στον κόσμο, δεν επέλεξε κάποια από τις μεταγενέστερες τεράστιες επιτυχίες του. Επέστρεψε στην αρχή: «Για τον κόσμο νομίζω ότι είναι το “Ανήκω σε μένα”».
Από το αγόρι της Νίκαιας που έφυγε για δεκαπέντε μέρες στην Πάτρα και έμεινε τρία χρόνια, μέχρι έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους λαϊκούς σταρ της χώρας, ο Γιώργος Μαζωνάκης έφτιαξε έναν κόσμο όπου η υπερβολή μπορούσε να συνυπάρχει με την ευαισθησία, η πίστα με την προσωπική εξομολόγηση και ένα Gucci φόρεμα με ένα ζεϊμπέκικο.
Στα δύσκολα σημεία της ζωής του -και τα τελευταία χρόνια υπήρξαν αρκετά- ο Μαζωνάκης έλεγε πως τον κρατούσαν δύο πράγματα: η πίστη και η πίστα.

