Η Τοπική Αυτοδιοίκηση στην Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια μετάβαση που δεν μοιάζει με καμία προηγούμενη. Οι δήμοι δεν είναι πλέον απλοί διαχειριστές καθημερινότητας, ούτε μπορούν να λειτουργούν με τη λογική του γραφείου ή της γνωριμίας. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τον ΟΟΣΑ και το Συμβούλιο της Ευρώπης, οι τοπικές αρχές εξελίσσονται σε κόμβους στρατηγικής, με αρμοδιότητες που αγγίζουν την κλιματική ανθεκτικότητα, την ψηφιακή διακυβέρνηση, την ενεργειακή μετάβαση και την κοινωνική συνοχή. Αυτό σημαίνει ότι οι τοπικοί άρχοντες, (δήμαρχοι, αντιδήμαρχοι, δημοτικοί σύμβουλοι), πρέπει να διαθέτουν δεξιότητες που δεν έχουν καμία σχέση με το μοντέλο διοίκησης του παρελθόντος. Κι όμως, η ελληνική πραγματικότητα δείχνει ότι η απόσταση ανάμεσα στις απαιτήσεις του 2040 και στις ικανότητες πολλών αιρετών παραμένει μεγάλη.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο πλαίσιο της Ψηφιακής Δεκαετίας 2030, θέτει σαφείς στόχους: πλήρως ψηφιακές υπηρεσίες έως το 2035, διαλειτουργικότητα συστημάτων, ενσωμάτωση τεχνητής νοημοσύνης στη λήψη αποφάσεων και υποχρεωτική κυβερνοασφάλεια. Αυτές οι απαιτήσεις δεν αφορούν μόνο τις τεχνικές υπηρεσίες. Αφορούν πρωτίστως τους αιρετούς, που πρέπει να κατανοούν τις βασικές αρχές της ψηφιακής διακυβέρνησης, να μπορούν να αξιολογούν τεχνολογικές λύσεις και να λαμβάνουν αποφάσεις βασισμένες σε δεδομένα. Ο ΟΟΣΑ, στην έκθεση “Subnational Governments in OECD Countries”, επισημαίνει ότι οι σύγχρονοι δήμοι λειτουργούν ως διαχειριστές δεδομένων, φορείς διαχείρισης κινδύνου και επιταχυντές τοπικής ανάπτυξης. Αυτό προϋποθέτει αιρετούς με στρατηγική ικανότητα, τεχνογνωσία και συνεχή επιμόρφωση. Το Συμβούλιο της Ευρώπης, μέσω της Ευρωπαϊκής Χάρτας Τοπικής Αυτονομίας, προβλέπει ότι οι δήμοι πρέπει να διαθέτουν επαρκές και κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό και διοίκηση βασισμένη σε αξιοκρατία και επαγγελματισμό. Η απαίτηση αυτή ξεκινά από την κορυφή: από τους αιρετούς που καθορίζουν το επίπεδο επαγγελματισμού του οργανισμού.
Στην Ελλάδα, όμως, το χάσμα δεξιοτήτων παραμένει εμφανές. Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Εσωτερικών, η πλειονότητα των αιρετών προέρχεται από εκπαιδευτικό επίπεδο Λυκείου. Αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα από μόνο του. Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει υποχρεωτική επιμόρφωση, δεν υπάρχουν πιστοποιημένες δεξιότητες, δεν υπάρχει αξιολόγηση και δεν υπάρχει θεσμική απαίτηση για στρατηγική επάρκεια. Σε πολλές περιπτώσεις, οι αιρετοί καλούνται να διαχειριστούν ζητήματα για τα οποία δεν έχουν ποτέ εκπαιδευτεί να κατανοήσουν: κλιματικούς κινδύνους, χαρτογράφηση επικινδυνότητας, ενεργειακή διαχείριση, ψηφιακές υποδομές, κυβερνοασφάλεια, κοινωνική πολιτική σε συνθήκες δημογραφικής πίεσης. Παράλληλα, σε αρκετές περιοχές της χώρας, η ανάδειξη αιρετών εξακολουθεί να βασίζεται σε τοπικά δίκτυα συγγένειας, κοινωνικές σχέσεις, παλαιές οικογενειακές επιρροές και προσωπικές γνωριμίες. Αυτό το μοντέλο δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του 2040.
Ο αιρετός του μέλλοντος πρέπει να διαθέτει στρατηγική ικανότητα. Οι δήμοι δεν είναι πια γραφεία εξυπηρέτησης, αλλά οργανισμοί που σχεδιάζουν πολιτικές με δείκτες, δεδομένα και στόχους. Ο αιρετός πρέπει να μπορεί να διαβάζει προϋπολογισμούς, να αξιολογεί τεχνικές μελέτες, να κατανοεί δείκτες απόδοσης και να σχεδιάζει πολιτικές βασισμένες σε πραγματικά στοιχεία. Πρέπει επίσης να διαθέτει ψηφιακή επάρκεια. Η ψηφιακή μετάβαση δεν είναι επιλογή, είναι θεσμική υποχρέωση. Ο αιρετός πρέπει να γνωρίζει βασικές αρχές κυβερνοασφάλειας, να κατανοεί τη λειτουργία ψηφιακών συστημάτων, να αξιολογεί τεχνολογικές λύσεις και να χρησιμοποιεί δεδομένα για λήψη αποφάσεων. Η διαχείριση κρίσεων αποτελεί επίσης κρίσιμη δεξιότητα. Οι πυρκαγιές, οι πλημμύρες και οι κυβερνοεπιθέσεις δεν είναι έκτακτα γεγονότα, αλλά η νέα κανονικότητα. Ο αιρετός πρέπει να γνωρίζει πρωτόκολλα πολιτικής προστασίας, να κατανοεί χάρτες κινδύνου, να συντονίζει φορείς και να λαμβάνει αποφάσεις υπό πίεση. Τέλος, η διαφάνεια και η λογοδοσία αποτελούν θεμελιώδη στοιχεία. Η Ευρωπαϊκή Οδηγία για τα Ανοιχτά Δεδομένα απαιτεί δημοσίευση δεδομένων, διαφάνεια αποφάσεων και πρόσβαση των πολιτών σε πληροφορίες. Ο αιρετός του 2040 πρέπει να λειτουργεί με ανοιχτά δεδομένα, όχι με κλειστά γραφεία.
Οι συνέπειες της μη προσαρμογής είναι ήδη ορατές. Ο ΟΟΣΑ καταγράφει ότι δήμοι με χαμηλή θεσμική ικανότητα αποτυγχάνουν συχνότερα σε έργα, απορροφούν λιγότερους ευρωπαϊκούς πόρους, είναι πιο ευάλωτοι σε φυσικές καταστροφές και έχουν χαμηλότερη εμπιστοσύνη πολιτών. Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη χαμηλά στον δείκτη “Government Effectiveness” της Παγκόσμιας Τράπεζας. Το 2040 δεν θα είναι επιεικές. Η μετάβαση δεν μπορεί να γίνει με τη λογική «έτσι τα κάναμε πάντα». Οι δήμοι χρειάζονται αιρετούς που κατανοούν τις ευρωπαϊκές απαιτήσεις, να διαθέτουν δεξιότητες, να εκπαιδεύονται συνεχώς, να λειτουργούν με διαφάνεια, σχεδιάζουν με βάση δεδομένα και μπορούν να διαχειριστούν κρίσεις. Η ευθύνη ανήκει σε αυτούς που κρατούν τα κλειδιά της τοπικής εξουσίας. Το 2040 θα δείξει ποιοι δήμοι είχαν το θάρρος να αλλάξουν και ποιοι έμειναν εγκλωβισμένοι σε ένα παρελθόν που δεν μπορεί πλέον να τους προστατεύσει.
ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ

