Μπήκε ο Ιούνιος. Η εποχή της θερινής ραστώνης. Εκείνης της περίεργης ελληνικής κατάστασης όπου το μυαλό ταξιδεύει ήδη σε παραλίες, νησιά και βραδινές βόλτες δίπλα στο κύμα, ενώ το πορτοφόλι παραμένει καρφωμένο στην πραγματικότητα.
Ο μέσος Έλληνας βρίσκεται για άλλη μια χρονιά στην κλασική του «κοσμάρα». Όχι γιατί δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει γύρω του. Ίσα ίσα. Τα καταλαβαίνει όλα. Ξέρει ότι τα χρήματα τελειώνουν πριν τελειώσει ο μήνας. Ξέρει ότι οι υποχρεώσεις τρέχουν με ταχύτητα μεγαλύτερη από τον μισθό του. Ξέρει ότι κάθε επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ μοιάζει με μικρή οικονομική περιπέτεια και ότι κάθε γέμισμα του ρεζερβουάρ απαιτεί πλέον σχεδόν οικογενειακό συμβούλιο.
Κι όμως. Κάπου ανάμεσα στους λογαριασμούς, τις δόσεις, τα κοινόχρηστα και τις αυξήσεις, προσπαθεί να βρει πώς θα ξεκλέψει λίγες ημέρες διακοπών. Δύο βράδια, τρία βράδια, μια εβδομάδα αν τα καταφέρει. Γιατί στην Ελλάδα μπορεί να μην έχουμε λεφτά, αλλά έχουμε ακόμη αυτή την παράξενη ικανότητα να κυνηγάμε λίγο καλοκαίρι, ακόμη κι όταν οι αριθμοί δεν βγαίνουν.
Την ίδια ώρα, η πολιτική σκηνή μοιάζει να ξυπνά απότομα από τον λήθαργο. Ο Αλέξης Τσίπρας επανέρχεται στο προσκήνιο διεκδικώντας ξανά πρωταγωνιστικό ρόλο και ένα σημαντικό κομμάτι της αντιπολιτευτικής πίτας. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου συνεχίζει να καταγράφει δυναμική, εκφράζοντας ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Η Μαρία Καρυστιανού μετατρέπεται σταδιακά σε πολιτικό και κοινωνικό σημείο αναφοράς για χιλιάδες πολίτες που αναζητούν κάτι διαφορετικό από το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα.
Και κάπου εκεί βρίσκεται και το ΠΑΣΟΚ. Ένα κόμμα που για αρκετό διάστημα φαινόταν να βολεύεται στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, χωρίς όμως να μπορεί να σπάσει το ταβάνι του 12% ή 13%. Και ξαφνικά βλέπει νέους παίκτες να μπαίνουν στο γήπεδο, νέες ισορροπίες να διαμορφώνονται και τη δεύτερη θέση να μην θεωρείται πλέον καθόλου δεδομένη.
Οι δημοσκοπήσεις πέφτουν βροχή. Άλλους τους ενθουσιάζουν. Άλλους τους τρομάζουν. Άλλοι πανηγυρίζουν και άλλοι ψάχνουν να βρουν ποιος έκανε τη μέτρηση και γιατί. Όπως πάντα συμβαίνει στην Ελλάδα. Οι μετρήσεις γίνονται πρωτοσέλιδα, οι αναλύσεις γεμίζουν τηλεοπτικά πάνελ και οι πολίτες συνεχίζουν να ασχολούνται περισσότερο με το αν θα καταφέρουν να φύγουν τέσσερις ημέρες τον Αύγουστο.
Κάπως έτσι μπαίνει το φετινό καλοκαίρι. Με ζέστη, με ακρίβεια, με πολιτικά σενάρια, με κουβέντες για νέους σχηματισμούς, με ανακατατάξεις και με μια κοινωνία που δείχνει κουρασμένη αλλά όχι αδιάφορη.
Γιατί κάτω από την ομπρέλα, δίπλα στη θάλασσα ή στο τραπεζάκι ενός καφενείου, ο Έλληνας μπορεί να δείχνει χαλαρός. Μπορεί να φαίνεται ότι βρίσκεται στην περίφημη «κοσμάρα» του. Στην πραγματικότητα όμως παρακολουθεί, συγκρίνει, θυμάται και περιμένει.
Και αν οι πληροφορίες που κυκλοφορούν στους πολιτικούς διαδρόμους αποδειχθούν σωστές, τότε το φθινόπωρο ίσως δεν φέρει μόνο πρωτοβρόχια. Ίσως φέρει και κάλπες.
Μέχρι τότε, καλό καλοκαίρι. Όσο καλό μπορεί να είναι ένα καλοκαίρι στην Ελλάδα του 2026. Με λιγότερα χρήματα από όσα θα θέλαμε, με περισσότερα προβλήματα από όσα αντέχουμε, αλλά με την ίδια, σχεδόν ανεξήγητη, επιμονή να πιστεύουμε ότι κάπως θα τα καταφέρουμε και φέτος.
Βασίλης Σπαντούρος
Εφημερίδα POLIS

