Στην επταετή θητεία της η κυβέρνηση Μητσοτάκη χρησιμοποιεί τη μέθοδο «φρου φρου κι αρώματα», που όχι μόνο δεν έχει αποτέλεσμα (ακρίβεια), αλλά οδηγεί και σε φιάσκο (ιδιωτικά πανεπιστήμια). Κι εκεί που γίνεται κάτι θετικό (μείωση του χρέους), έρχονται τα πανηγύρια και μας κάνουν να κουμπωνόμαστε.
Αν ήθελε κανείς να περιγράψει με ελάχιστες λέξεις την πολιτική των κυβερνήσεων Μητσοτάκη από το 2019 μέχρι σήμερα σε ορισμένα σημαντικά θέματα, θα το έλεγαν έτσι: μεγάλα λόγια, επιδειξιομανία και στο τέλος φιάσκο.
Πριν το αναδείξουμε με συγκεκριμένα παραδείγματα, ας πούμε το αυτονόητο. Όταν μια νέα κυβέρνηση θέλει να κάνει κάτι σημαντικό, πρέπει να το έχει προετοιμάσει. Έτσι ώστε να είναι έτοιμη να ξεπεράσει τα όποια εμπόδια και τις αντιδράσεις. Δεν αρκεί μόνο το «θέλω» και το πείσμα.
Επ’ αυτού υπάρχουν παραδείγματα. Η πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ (1981) μέσα στα δύο πρώτα χρόνια έκανε μερικές σπουδαίες και εμβληματικές αλλαγές (κάτι παραπάνω από μεταρρυθμίσεις), που ουδείς τόλμησε να αμφισβητήσει ή να ανατρέψει στη συνέχεια. Είναι γνωστές: κόντρα σε όλα τα συμφέροντα έφτιαξε το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Και κόντρα σε όλες τις συντηρητικές δυνάμεις, προκαταλήψεις και δοξασίες επέφερε μια μικρή επανάσταση στο Οικογενειακό Δίκαιο (πολιτικός γάμος, αποκατάσταση της θέσης της γυναίκας κ.α).
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη κάνει το ανάποδο: πανηγυρίζει προκαταβολικά για κάτι που έχει αποφασίσει να κάνει, βάζει το κάρο πριν από το άλογο και, όταν έρχεται το φιάσκο, ψελλίζει δικαιολογίες.
Παράδειγμα πρώτο, τα ιδιωτικά πανεπιστήμια (ιδιωτικά είναι, τα περί «μη κερδοσκοπικών» είναι αστειότητες). Η κυβέρνηση αυτή τα είχε εντάξει στο προεκλογικό της πρόγραμμα, επομένως είχε κάθε δικαίωμα να τα θεσμοθετήσει. Όμως, αντί από την αρχή να ξεκινήσει ορθόδοξα, δηλαδή να συνεννοηθεί με κάποια κόμματα που συμφωνούσαν (πχ το ΠΑΣΟΚ) επέλεξε τη νομική αυθαιρεσία. Το Σύνταγμα, ως γνωστόν, απαγορεύει την ίδρυση ανώτατων ιδρυμάτων από ιδιώτες. Ρητά, στο άρθρο 16. Η ορθόδοξη μέθοδος επιβάλλει να αναθεωρηθεί το άρθρο και όλα να κυλήσουν ομαλά. Η κυβέρνηση επέλεξε το κόλπο της νομοθέτησης με επίκληση διατάξεων του ευρωπαϊκού δικαίου και προφανή στόχο να ευνοήσει γρήγορα ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Έστω κι έτσι, όμως, θα μπορούσε η νομοθέτηση και ο έλεγχος να είναι στοιχειωδώς σοβαρός. Και δεν ήταν. Διότι, με την πρώτη προσφυγή, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκανε κουρέλι το νόμο και ακύρωσε τις άδειες δύο εκ των τριών ιδιωτικών πανεπιστημίων. Ο υπουργός που έφτιαξε το νόμο (Κυριάκος Πιερρακάκης) έχει μετακομίσει σε άλλο υπουργείο , η διάδοχός του (Σοφία Ζαχαράκη), που διαβεβαίωνε ότι τα ιδρύματα «αξιολογήθηκαν πριν πάρουν άδεια», περιορίζεται σε ανακοινώσεις του υπουργείου και μπροστά βγαίνει ο υφυπουργός (πρώην πρύτανης δημόσιου πανεπιστημίου) Ν. Παπαϊωάννου, για να διαβεβαιώσει ότι «δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας». Ο πρωθυπουργός, που κάνει αναρτήσεις στα ΜΚΔ για ψύλλου πήδημα (ως και στη… Μαντόνα ευχήθηκε για τα γενέθλιά της!), δεν έχει βρει ούτε μια λέξη να πει για το φιάσκο.
Σημείωση: το μέγεθος της κοροϊδίας σ’ αυτό το θέμα αναδεικνύεται και από μία άλλη «λεπτομέρεια»: η πρώτη υπουργός Παιδείας Νίκη Κεραμέως ακύρωσε διάταξη της προηγούμενης κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ για την ίδρυση κρατικής Νομικής Σχολής στην Πάτρα, με το-σωστό εν μέρει-επιχείρημα ότι δεν χρειαζόμαστε άλλους αποφοίτους νομικών σχολών (έχουμε τρεις). Προσέξτε τη συνέχεια. Η ίδια κυβέρνηση έδωσε άδειες για την ίδρυση άλλων δύο ιδιωτικών σχολών σε πόλεις που ήδη υπάρχουν κρατικές(Αθήνα και Θεσσαλονίκη)!
Μετά από όλα αυτά, ακόμα και συντηρητικοί- φιλοκυβερνητικοί- σχολιαστές δεν μπορούν να κρύψουν το φιάσκο και χαρακτηρίζουν «ανυπόληπτο» το υπουργείο Παιδείας. Και του καταλογίζουν «θράσος» το να περιμένει ότι θα έρθουν στην Ελλάδα το Χάρβαρντ και η Σορβόνη!
Παράδειγμα δεύτερο, η ακρίβεια. Προ ημερών ανακοινώθηκε ότι ο πληθωρισμός του Ιουλίου ήταν 2,7% έναντι 3,9% που ήταν τον Ιούνιο. Κι άρχισαν τα πανηγύρια. Πρώτα από την κυβερνητική ΕΡΤ. Ακολούθησε, πιο σεμνά, ο αρμόδιος υπουργός Τάκης Θεοδωρικάκος, που είδε «τις προσπάθειες να αποδίδουν». Ας προσέξουμε ποια είναι η αλήθεια. Η έννοια «πέφτει ο πληθωρισμός» δεν σημαίνει ότι μειώνονται και οι τιμές, απλώς αυξάνονται πιο αργά. Το γνωρίζουν όσοι ψωνίζουν.
Για να το πούμε με ένα παράδειγμα, αν πριν από την έκρηξη της ακρίβειας(2022), ένα προϊόν κόστιζε 100 ευρώ, σήμερα μπορεί να κοστίζει 20% έως 50% ακριβότερα, δηλαδή 120 έως 150 ευρώ. Όταν λέμε ότι ο «πληθωρισμός πέφτει»(δηλαδή από το 3,9% του Ιουνίου πήγε στο 2,7% τον Ιούλιο), έχουμε την αντίστοιχη αύξηση επί των 120 ή 150 ευρώ. Τα 100 ευρώ του 2022 δεν υπάρχουν πια ως τιμή, οι υπολογισμοί γίνονται επί των 120 ή 150. Γι’ αυτό οι καταναλωτές γελάνε όταν ακούνε ότι «πέφτει ο πληθωρισμός». Δεν πέφτουν οι τιμές (αυξάνονται λιγότερο) και η κυβέρνηση καταφεύγει σε διάφορα τεχνάσματα (καλάθια του νοικοκυριού, πρόστιμα για «αισχροκέρδεια», «συμφωνίες κυρίων»), τα οποία, όμως, δεν μπορούν να αλλάξουν την πραγματικότητα που βιώνουν τα νοικοκυριά: συνεχής αύξηση του κόστους ζωής, που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με τους σημερινούς μισθούς. Γι’ αυτό πολύς κόσμος λέει στις δημοσκοπήσεις ότι το (μνημονιακό) 2019 ζούσε καλύτερα από σήμερα. Παράδοξο, αλλά αληθινό.
Παράδειγμα τρίτο, το χρέος. Η κυβέρνηση αποφάσισε να αποπληρώσει πρόωρα χρέος περίπου 13 δισεκατομμυρίων. Από μια οπτική γωνία είναι θετική εξέλιξη. Είναι, όμως, για πανηγύρια, όπως κάνουν ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Οικονομικών; Όχι, δεν είναι. Διότι, παρά τη μείωση, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει το υψηλότερο χρέος στην Ευρώπη, πολύ υψηλότερο από όλες τις χώρες που βρέθηκαν μαζί της στη δίνη της χρεοκοπίας (Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία). Και διότι, παρά τη μείωση ως ποσοστό του ΑΕΠ (146% σήμερα), σε απόλυτο αριθμό το ελληνικό χρέος είναι ακόμη δυσθεώρητο, περί τα 400 δισεκατομμύρια.
Εν κατακλείδι: στην επταετή θητεία της η κυβέρνηση Μητσοτάκη χρησιμοποιεί τη μέθοδο «φρου φρου κι αρώματα», που όχι μόνο δεν έχει αποτέλεσμα(ακρίβεια), αλλά οδηγεί και σε φιάσκο(ιδιωτικά πανεπιστήμια). Κι εκεί που γίνεται κάτι θετικό( μείωση του χρέους), έρχονται τα πανηγύρια και μας κάνουν να κουμπωνόμαστε.
Σε λίγες μέρες θα τα ξαναζήσουμε αυτά με όσα θα πει ο πρωθυπουργός στη ΔΕΘ. Προσδεθείτε και αναμείνατε. Όμως, προκαταβολικά γνωρίζουμε πια ότι «τα φαινόμενα απατούν». Ο Αμερικανός μεγιστάνας Μπιλ Γκέιτς το έχει πει αλλιώς: «Αν δεν μπορείς να το κάνεις καλό, τουλάχιστον κά’ντο να φαίνεται καλό»…
news247.gr

