Η εκτόξευση της Ντόροθι Στράτεν από ένα επαρχιακό ταχυφαγείο του Καναδά σε playmate πόθου στα λαμπερά σαλόνια της έπαυλης του Χιου Χέφνερ και στα κινηματογραφικά πλατό, ίσως θα μπορούσε να είχε ένα καλύτερο τέλος. Αν η παθολογική ζήλια, η κτητικότητα και τα συμφέροντα των ανδρών γύρω της, το αχόρταγο Playboy και το ακόμη πιο μοχθηρό Χόλιγουντ δεν θυσίαζαν τη Στράτεν με τον πιο στυγερό τρόπο. Το τέλος της ήταν βιασμός, δολοφονία, νεκροφιλία.
1978, σε μια πόλη στα περίχωρα του Βανκούβερ ζούσε ένα νεαρό κορίτσι. Η Ντόροθι Χούγκστρατεν, 17 ετών, τελειόφοιτη λυκείου, εργαζόταν τη συνηθισμένη της βάρδια σε ένα τοπικό Dairy Queen όταν μπήκε μέσα ο Μεγάλος Κακός Λύκος. Εκείνος ήταν εννιά χρόνια μεγαλύτερος της, στα 26 του. «Πολ Σνάιντερ» της συστήθηκε.
Ο Σνάιντερ φορούσε ένα μακρύ μέχρι το πάτωμα παλτό από βιζόν, μπότες από δέρμα σαύρας και ένα κολιέ με το αστέρι του Δαβίδ, διακοσμημένο με διαμάντια. Ήταν ντυμένος αυτό που ήταν, ένας, μέχρι τότε, αποτυχημένος προαγωγός.
Το 1977, μόλις ένα χρόνο πριν, είχε μετακομίσει στο Λος Άντζελες, είχε αποκτήσει μια χρυσή λιμουζίνα, έναν «στάβλο» από κορίτσια, αλλά καμία δεν ήταν ιδιαίτερα «εμπορεύσιμη» -μία από όλες ήταν και κλέφτρα, τον ξάφρισε.

Ηττημένος ο Σνάιντερ είχε επιστρέψει στον Καναδά με το βλέμμα του να σκανάρει το επόμενο πιθανό προϊόν. Ένας νταβατζής πρέπει να διακρίνει την ποιότητα από μακριά. Η Ντόροθι ήταν ένας θησαυρός.
Ο Σνάιντερ δεν της είπε ότι ήταν προαγωγός, συστήθηκε ως διοργανωτής. Δεν έλεγε ψέματα. Στο Λος Άντζελες, είχε διοργανώσει την Έκθεση Οδήγησης Αυτοκινήτων California Truckin’ & Cycle Show στο Συνεδριακό Κέντρο με την παράλληλη διοργάνωση ενός διαγωνισμού σωσιών της Φάρα Φόσετ και ενός διαγωνισμού μπικίνι.
«Ο Πολ είπε ότι εφηύρε τον διαγωνισμό μπικίνι», θυμάται ο φωτογράφος Χάουαρντ Κόμπι. «Ήταν πολύ μεγάλο θέαμα εκείνη την εποχή. Καλούσε τα κορίτσια να εμφανιστούν απλά με μπλουζάκια και η διοργάνωση θα φρόντιζε να τις λούσει με νερό. Δεν χρειάζεται να σας πω τι κάνει το νερό σε ένα μπλουζάκι. Οι διαγωνισμοί του Πολ ήταν δημοφιλείς, αλλά δεν έβγαζαν χρήματα. Ξόδευε πολλά από τα χρήματα για τον εαυτό του – αυτό ήταν το πρόβλημα. Αγαπούσε τα αυτοκίνητα και ντυνόταν πολύ κομψά» λέει στο Vanity Fair.
Εισιτήριο από σάρκα
Ο Σνάιντερ φλέρταρε την Ντόροθι. Της αγόραζε λουλούδια, της τραγουδούσε, την έβγαζε έξω για χορό. Προσπαθούσε πάντα να της βγάλει τα ρούχα. Για να μπορεί να κάνει σεξ μαζί της, φυσικά. Αλλά στην πραγματικότητα για να μπορεί να τη φωτογραφίζει.
Το Playboy είχε ανακοινώσει το Great Playmate Hunt, έναν διαγωνισμό για να βρει ένα centerfold, ένα γυμνό μοντέλο για τον Ιανουάριο του 1979, το τεύχος της 25ης επετείου. Ο Σνάιντερ πίεζε την Ντόροθι να συμμετάσχει.
Η αδερφή της Ντόροθι, Λουίζ, οκτώ χρόνια μικρότερη της θυμάται το σοκ όταν σκόνταψε πάνω σε μια στοίβα γυμνών φωτογραφιών Polaroid. «Ήταν τόσο παράταιρο. Γιατί κάθε φορά που η Ντόροθι έκανε ντους, είτε έφερνε τα ρούχα της στο μπάνιο είτε έβγαινε με ρόμπα. Ήταν τόσο ιδιωτική».
Αν η Ντόροθι ήταν ντροπαλή απέναντι στην κάμερα, η κάμερα δεν ήταν ντροπαλή απέναντι της. Την έτρωγε ζωντανή. Στις δοκιμαστικές της λήψεις, η Ντόροθι χάρισε ένα μείγμα αθωότητας και ερωτισμού, μια αγνότητα βουτηγμένη σε υποσχέσεις, μια διεγερτική αθωότητα. Με άλλα λόγια, ήταν ο τύπος του Playboy – μια παρθένα που απλώς περίμενε να μολυνθεί. Βέβαια υπήρχε ένα πρόβλημα. Στο Βανκούβερ η ηλικία ενηλικίωσης ήταν 19 ετών. Η Ντόροθι ήταν 18 ετών.
Ο Σνάιντερ προσπάθησε σκληρά για να πείσει τη μητέρα της, Νέλι, να του υπογράψει μια γονική άδεια συμμετοχής. Πατέρας δεν υπήρχε, είχε εξαφανιστεί εδώ και καιρό.
Όταν δεν κατάφερε να την πείσει την υπέγραψε ο ίδιος – μια πλαστογραφία παραπάνω, σιγά το έγκλημα – και την έστειλε στο Playboy. Ο Χιου Χέφνερ, ιδρυτής και εκδότης του περιοδικού, έμεινε άναυδος από αυτό που είδε. Στις 13 Αυγούστου 1978, έστειλε όχημα να μεταφέρουν την Ντόροθι στο Λος Άντζελες.
Απόλυτος έλεγχος
Η Ντόροθι δεν ήταν η νικήτρια του διαγωνισμού, κέρδισε όμως τη δεύτερη θέση. Ο Σνάιντερ ήταν ικανοποιημένος, θα φρόντιζε να την εκμεταλλευτεί το κτήμα του στα άκρα. Θα επέβλεπε όλες τις πτυχές της ζωής της, θα άλλαζε το όνομα της από Χόγκστρατεν στο πιο φιλικό προς το χρήστη Στράτεν και θα ήταν ο πορτιέρης σε κάθε επιλογή της.
«Ό,τι έκανε έπρεπε να εγκριθεί από τον Πολ», λέει ο Κόμπι. «Την έλεγχε στα πάντα, στο πώς ντυνόταν, σε κάθε της κίνηση». Ακόμη και την κάθε της μπουκιά. «Είναι τα 12α γενέθλιά μου. Η Ντόροθι είναι στο σπίτι. Θα δειπνήσουμε και θα απολαύσουμε το γλυκό μας, μια τούρτα. Ξαφνικά, ένα αυτοκίνητο σταματάει και πριν το καταλάβω, ένα χέρι σπρώχνει το κομμάτι της τούρτας από μπροστά της. Ο Πολ είχε έρθει απρόσκλητος» θυμάται η αδελφή της.
Ο Σνάιντερ λειτουργούσε προκλητικά, ήταν ενοχλητικά παρεμβατικός αλλά το αποτέλεσμα τον δικαίωνε.
Σε σύντομο χρονικό διάστημα, η Ντόροθι κέρδισε το βραβείο Playmate of the Month (Αύγουστος 1979), έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στο BDSM θρίλερ Autumn Born (υποδύθηκε μια κακομαθημένη πλούσια κοπέλα, περνώντας μεγάλο μέρος της ταινίας με τα εσώρουχά της, δεμένη με χειροπέδες σε ένα κρεβάτι και ξυλοκοπημένη), στην επιστημονικής φαντασίας ταινία Galaxina (υποδύθηκε ένα ανδροειδές που έμοιαζε με κούκλα του σεξ με μια στενή διαστημική στολή και γόβες με σφήνα), το βραβείο Playmate of the Year (1980) και μια πρόσκληση στο The Tonight Show. Μέσα σε όλα αυτά, παντρεύτηκε τον Σνάιντερ – απρόθυμα – στο Λας Βέγκας.
«Του το χρωστάω», είπε σε έναν φωτογράφο του Playboy. «Ήμουν ένα τίποτα όταν με βρήκε». Πάντα -μα πάντα!- η Ντόροθι έστελνε ό,τι χρήματα μπορούσε στη μητέρα της.
«Μην ενοχλείτε»
Τον Μάρτιο του 1980, η Ντόροθι, 20 ετών πια, πήγε στη Νέα Υόρκη για να ξεκινήσει γυρίσματα με τον 40χρονο Πίτερ Μπογκντάνοβιτς. Είχε γνωρίσει τον διάσημο σκηνοθέτη στην έπαυλη Playboy.
Εκείνος εντυπωσιάστηκε αμέσως από την κομψότητα, την λεπτότητά της και, φυσικά, την ομορφιά της. Οι δυο τους ερωτεύτηκαν και εκείνος της έδωσε ρόλο στην επόμενη ταινία του, το They All Laughed, μια ρομαντική κωμωδία. Θα πρωταγωνιστούσε μαζί με την Όντρεϊ Χέπμπορν, τον Μπεν Γκαζάρα, τον Τζον Ρίτερ και την Κολίν Καμπ.
Η Ντόροθι έμενε στο ξενοδοχείο της, το Wyndham, αν και μόνο για να διατηρήσει τα προσχήματα. Έμενε με τον Μπογκντάνοβιτς στο ξενοδοχείο του, το Plaza, με τη σήμανση Μην Ενοχλείτε μόνιμα καρφωμένη στην πόρτα τους.
Ο Σνάιντερ ήδη είχε αρχίσει να συνεργάζεται με τους ιδρυτές της χορευτικής ομάδας Chippendales, αλλά συνέχισε να έχει μπλεξίματα. Οι ιδέες του, όπως ένας γυναικείος διαγωνισμός πάλης με λάσπη που είχε οργανώσει, δεν έφερνε χρήματα.

Παράλληλα η πρόσβασή του στην έπαυλη του Playboy μειωνόταν. Η αγένεια του προς τα κορίτσια ενοχλούσε τον Χέφνερ. Όπως και η πολύ, πάρα πολύ κοκαΐνη που ρουφούσε ασταμάτητα.
Όταν δεν μπορούσε να έρθει κοντά στην Ντόροθι, η διάθεση του ήταν στα τάρταρα. Δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσει να φύγει από την επιρροή του αμαχητί. Η μητέρα της Ντόροθι, σαν από διαίσθηση, ανησυχούσε. «Σαν να είχε δει όνειρο», λέει η Λουίζ. «Έλεγε συνέχεια στην αδερφή μου, “Προστάτεψε το πρόσωπό σου”».
Ο Σνάιντερ προσέλαβε έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ για να κατασκοπεύσει την Ντόροθι, να μάθει αν τον απατούσε με τον Μπογκντάνοβιτς.
Μετά την ολοκλήρωση της ταινίας, η Ντόροθι, έχοντας στείλει στον Σνάιντερ μια επιστολή ζητώντας να χωρίσουν, μετακόμισε στο σπίτι του Μπογκντάνοβιτς στο Μπελ-Ερ.
Στις 13 Αυγούστου, η Ντόροθι επισκέφθηκε έναν δικηγόρο και, ενώ δήλωνε την πρόθεσή της να τερματίσει τον γάμο της με τον Σνάιντερ, δήλωσε επίσης την πρόθεσή της να φροντίσει οικονομικά για αυτόν. «Θα ήθελα να παραμείνω φίλη του», είπε στον δικηγόρο.
Ματωμένο φινάλε
Στις 14 Αυγούστου, γύρω στις 12 μ.μ., σταμάτησε στο σπίτι που είχε νοικιάσει ο Σνάιντερ στο Δυτικό Λος Άντζελες, το ίδιο σπίτι που μοιράζονταν παλιά, με 1.100 δολάρια στην τσάντα της.
Το ίδιο απόγευμα ο Σνάιντερ τη βίασε, την πυροβόλησε στο πρόσωπο, τη βίασε ξανά, έκανε σεξ στο νεκρό της σώμα και μετά έστρεψε την κάννη στο κεφάλι του.
Είχαν περάσει ακριβώς δύο χρόνια και μία μέρα από τότε που η Ντόροθι έφυγε από τον Καναδά. Το παραμύθι για ενήλικες είχε γίνει πλέον τρόμος. Αλλά ακόμη και από τον τάφο η Ντόροθι πουλούσε.
Το Πούλιτζερ και η μάχη της ιστορίας της
Η πρώτη αφηγήτρια της ιστορίας της είναι η δημοσιογράφος Τερέζα Κάρπεντερ. Το άρθρο της Κάρπεντερ, Ο Θάνατος Μιας Playmate, δημοσιεύθηκε λίγο μετά τον βιασμό-δολοφονία-βιασμό-αυτοκτονία, στο τεύχος της 5ης Νοεμβρίου 1980 της εφημερίδας The Village Voice.
Στις τελευταίες γραμμές του η Κάρπεντερ γράφει: «Όσο για τον Πολ Σνάιντερ, το σώμα του επιστράφηκε στο Βανκούβερ σε μόνιμη εξορία από το Χόλιγουντ… Η αμαρτία του, η ασυγχώρητη αμαρτία του, ήταν ότι ήταν ασήμαντος».
Στο ίδιο άρθρο η Κάρπεντερ επιτίθεται στον Χέφνερ, τον Μπογκντάνοβιτς, αλλά και το ίδιο το θύμα γράφοντας: «Τελικά, η Ντόροθι Στράτεν ήταν λιγότερο αξιομνημόνευτη για αυτό που ήταν και περισσότερο για τους πόθους που ξυπνούσε».
Το άρθρο της Κάρπεντερ είχε μεγάλη επιρροή, κυρίως, πέρα από το ότι ήταν όντως καλογραμμένο, ήταν και το πρώτο για την δολοφονημένη Ντόροθι Στράτεν. Επίσης κέρδισε ένα βραβείο Πούλιτζερ μετά από την αποκάλυψη πως ένα άρθρο της Washington Post για έναν μαύρο οκτάχρονο τοξικοεξαρτημένο ήταν μυθοπλασία, ένα ακραίο φιάσκο -και επειδή χάρισε ένα ηθικό δίδαγμα που οι αναγνώστες λάτρευαν να καταναλώνουν. «Το Χόλιγουντ δεν είναι μέρος για ενάρετες νεαρές κυρίες».

Η Στράτεν ήταν ένα όχημα για όλους. Για τον Σνάιντερ ήταν η πρόσβαση του στον κύκλο του Χέφνερ.
Για τον Χέφνερ ήταν η πρόσβαση του στον κύκλο του Χόλιγουντ και των δημιουργών του που ποτέ δεν τον σεβάστηκαν, όσο και αν θέλησε να γίνει ένας σκηνοθέτης ο ίδιος -εκτός και αν έφερνε στη βιομηχανία νέο, λαμπερό, αίμα για να προσελκύσει θεατές στα ταμεία.
Και για τον Μπογκντάνοβιτς που την ερωτεύτηκε και την ανακάλυψε στα 80s, μετά από τέσσερις αποτυχημένες εμπορικά ταινίες και ένα χωρισμό που τον πλήγωσε, ήταν ένα νέο ξεκίνημα, μια νέα πρωταγωνίστρια, μια ανακάλυψη, μια μούσα, μια ελπίδα.
Μετά τη δολοφονία της, όλοι θέλησαν να πουν τη δική τους εκδοχή της δικής της ιστορίας. Ο Χέφνερ παρήγγειλε ένα άρθρο για το τεύχος Μαΐου 1981 του περιοδικού του, του Playboy, με την προϋπόθεση να επιμεληθεί και να έχει τον τελευταίο λόγο πριν τη δημοσίευση του.
Λίγους μήνες αργότερα, το φθινόπωρο του 1981, ο Μπογκντάνοβιτς πρότεινε να υπογράψει ένα αυτοβιογραφικό κείμενο για όσα έζησε με την Ντόροθι. «Είναι μια ιστορία που πρέπει να ειπωθεί», είπε σε έναν δημοσιογράφο, «και θα την πω εγώ».
Star 80: Το Χόλιγουντ εξαργυρώνει το αίμα
Αλλά βέβαια η Κάρπεντερ τους είχε προλάβει. Είχε πουλήσει τα δικαιώματα του άρθρου της στο Χόλιγουντ. Για το προνόμιο να αφηγηθεί το άρθρο της σε μορφή περιοδικού σε κινηματογραφική μορφή, η Κάρπεντερ φέρεται να πληρώθηκε 130.000 δολάρια.
Η μεταφορά/διασκευή του άρθρου φέρει τον τίτλο Star 80, μια αναφορά στην πινακίδα της Mercedes που ο Σνάιντερ αγόρασε στην Ντόροθι με δικά της χρήματα.
Σύμφωνα με τη Λουίζ, η οικογένεια του Σνάιντερ παρενόχλησε τη μητέρα της Ντόροθι, επιμένοντας να τους δώσει τη Mercedes, ισχυριζόμενη ότι ήταν νόμιμη ιδιοκτησία τους. Το σκεπτικό τους; Ο Σνάιντερ ήταν νομικά σύζυγος της Ντόροθι. Η Ντόροθι πέθανε πριν από τον Σνάιντερ -επειδή την πυροβόλησε πρώτη, τον εαυτό του δεύτερο- και επομένως τα περιουσιακά της στοιχεία έπρεπε να περάσουν σε αυτόν. Με τον ίδιο νεκρό, η κληρονομιά περνούσε στους οικείους του.

Τη σκηνοθεσία και το σενάριο ανέλαβε ο Μπομπ Φόσι, ο βραβευμένος με Όσκαρ για το Καμπαρέ χορευτής, χορογράφος, και δημιουργός του σπουδαίου All That Jazz.
Ένας θρύλος του Χόλιγουντ που κατέκτησε μετά το Broadway, ο Φόσι ήταν η κυρίαρχη δύναμη στα αμερικανικά θεατρικά μιούζικαλ ξεκινώντας από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 -η επιρροή του τόσο διάχυτη που ήταν σχεδόν αόρατη. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60, χορογραφούσε ταινίες, δηλαδή σκηνοθετούσε ταινίες. Ο Φόσι ήταν ιδανικός για την ιστορία της Στράτεν. Άλλωστε σε όλα τα έργα του η ιδέα είναι μία, «η ζωή είναι ένα καμπαρέ, φίλε μου, και αυτό άθλιο».
Στην ταινία που στα ελληνικά αποδόθηκε ως Γυμνό Μοντέλο ο Φόσι έδωσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη Μάριελ Χέμινγουεϊ, εγγονή του Έρνεστ Χέμινγουεϊ.
«Προέρχεσαι από αυτή την άρρωστη οικογένεια», της έλεγε όταν ήθελε να την παρακινήσει. «Ήταν ένας τρόπος να με κάνει να νιώσω ότι προέρχομαι από ένα τραύμα», θυμάται εκείνη. «Υπήρχε η φήμη και το μεγαλείο, αλλά [και] η υποψία για κάτι που δεν ήμουν καν αρκετά μεγάλη για να καταλάβω πραγματικά».
Κινηματογραφική φρικαλεότητα
Το Star 80 ήταν εξαντλητικό στη δημιουργία του, τα γυρίσματα ήταν γεμάτα εντάσεις. Επίσης ήταν εξαντλητικό να το παρακολουθήσει κανείς με τους κριτικούς να το βρίσκουν αηδιαστικό, μια βλέννα, ένα γλοιώδες προϊόν.
«Το Star 80 του Μπομπ Φόσι αφορά την υποβάθμιση, των πάντων», έγραψε η Πολίν Κάελ στο The New Yorker. «Αυτό που κάνει την ταινία απεχθή είναι και αυτό που την κάνει αξέχαστη» έγραψε η Λίλι Ανολίκ στο Vanity Fair.
Στο Χόλιγουντ, το Star 80 δεν αντιμετωπίστηκε ως αποτυχία αλλά ως ένα καρκίνωμα, αν είχες οποιαδήποτε σχέση με αυτό, σήμαινε ότι ήσουν μολυσμένος. Η επίδραση που είχε η ταινία στους πρωταγωνιστές του ήταν απλώς καταστροφική.
Ο Φόσι θα πέθαινε τέσσερα χρόνια μετά την πρεμιέρα του από καρδιά. Εθισμένος στις αμφεταμίνες, εθισμένος στο Μπρόντγουεϊ – δεν σκηνοθέτησε ποτέ άλλη ταινία μετά από το Star 80.
Για τη Χέμινγουεϊ και τον Έρικ Ρόμπερτς που υποδύθηκε εξαιρετικά τον Σνάιντερ, έγινε μια μουτζούρα που δεν βγήκε ποτέ από επάνω τους. «Νομίζω ότι ήταν το τέλος της καριέρας μου» είπε η Χέμινγουεϊ. «Όλοι αποφάσισαν ότι ήμουν αυτός ο τρελός μαλάκας. Με είχαν ταυτίσει με τον ρόλο του ψυχοπαθή για χρόνια. Με στοίχειωνε» είπε εκείνος.
Χέφνερ εναντίον Μπογκντάνοβιτς
Η ιστορία δεν έχει τελειώσει ακόμη. Το 1984, ο Μπογκντάνοβιτς δημοσίευσε το Η Δολοφονία του Μονόκερου: Ντόροθι Στράτεν 1960–1980. Στη δική του εκδοχή του παραμυθιού, αυτός είναι ο εραστής, η Ντόροθι η ερωμένη -«ένας άγγελος σε σχήμα Αφροδίτης» έγραψε- και ο Χέφνερ ο κακός νταβατζής, ένας σωματέμπορας.
«Αν η σκιώδης αυτοκρατορία του Χέφνερ δεν έριχε επάνω της τη σκιά της, η Ντόροθι θα ήταν ακόμη ζωντανή. Θα είχε αντιμετωπίσει τον Πολ Σνάιντερ, αυτόν τον χωριάτη μαστροπό που την εντόπισε και την πούλησε πρώτος, αλλά δεν μπορούσε να διαχειριστεί τον έξυπνο επαγγελματικό μηχανισμό του εργοστασίου του σεξ, του Playboy» γράφει.
Το βιβλίο ήταν ένας φόρος τιμής στην Ντόροθι, αλλά και μια πράξη εκδίκησης για τον Χέφνερ. Η απάντηση του Χέφνερ ήταν αυτό που θα φανταζόταν.
«Ο Χέφνερ και ο Μπογκντάνοβιτς πήγαν σε πόλεμο», λέει η Μίκι Γκαρσία, Μις Ιανουάριος 1973 και διευθύντρια των Playmate Promotions από το 1976 μέχρι και το 1982.

«Το βιβλίο του Μπογκντάνοβιτς ήταν καταγγελτικό και προσβλητικό για τον Χεφ, δεν το άντεχε. Και φυσικά, είχε κατασκόπους, ιδιωτικούς εμπειρογνώμονες. Έκανε ό,τι μπορούσε για να κατατροπώσει τον Μπογκντάνοβιτς και τον κατέστρεψε. Είχε πληροφορίες για τον Μπογκντάνοβιτς. Και ο Μπογκντάνοβιτς έκανε κακές επιλογές, πολύ κακές επιλογές».
Την 1η Απριλίου 1985, ο Χέφνερ έδωσε συνέντευξη Τύπου στο Μέγαρο, όπου κατηγόρησε τον Μπογκντάνοβιτς ότι αποπλάνησε τη μητέρα της Ντόροθι, Νέλι, διαλύοντας τον γάμο της· ότι αποπλάνησε την αδερφή της Ντόροθι, Λουίζ, και μάλιστα για πρώτη φορά όταν η Λουίζ ήταν μόλις 13 ετών· και ότι υπέβαλε τη Λουίζ σε πλαστική χειρουργική επέμβαση ώστε να μοιάζει περισσότερο με την νεκρή αγαπημένη του.
Η ηθοποιός και παραγωγός Κόλιν Καμπ απορρίπτει τους ισχυρισμούς του. «Ο Πίτερ πίστευε ότι επειδή η Ντόροθι είχε πεθάνει τραγικά, ήταν υπεύθυνος για όλη της την οικογένεια. Είχε τη Νέλι και τη Λουίζ να ζουν μαζί του στο Bel-Air. Τους έκανε μαθήματα γαλλικών, εντάξει; Του είπα: ‘Πίτερ, αυτό δεν είναι καλή ιδέα. Όλο αυτό δεν φαίνεται καλό στα μάτια τρίτων’. Αλλά ένιωθε ότι έπρεπε να τις φροντίσει και δεν είχε ιδέα τι γνώμη είχαν οι άλλοι για αυτό» λέει.
Ο Πίτερ νόμιζε ότι ζούσε σε μια ελληνική αρχαία τραγωδία. Μια μέρα, γύρισε προς το μέρος μου και είπε: ‘Είμαι προορισμένος να είμαι με τη Λουίζ. Θα την παντρευτώ όταν γίνει 18 ετών’. Και, πραγματικά, δεν υπάρχει ούτε μια περίπτωση σε ένα δισεκατομμύριο να είχε πλαγιάσει με τη Νέλι, ξέρω ποιες γυναίκες του άρεσαν. Και, ναι, πλήρωσε για επέμβαση της Λουίζ, αλλά όχι πλαστική μύτης ή κάτι τέτοιο. Ήταν οδοντιατρική επέμβαση. Είχε να κάνει με τον προγναθισμό της».
Λίγες μέρες μετά τη συνέντευξη τύπου του Χέφνερ, η Λουίζ υπέβαλε μήνυση εναντίον του για συκοφαντία, δυσφήμιση και παραβίαση της ιδιωτικής ζωής. Έξι μήνες αργότερα, απέσυρε την αγωγή. Περίπου την ίδια εποχή, ο Μπογκντάνοβιτς ζήτησε συγγνώμη.
Πτώχευση και παράνοια
Εξαντλημένος ο Μπογκντάνοβιτς δεν είχε ούτε την ενέργεια, ούτε τα χρήματα, να αντιμετωπίσει τον Χέφνερ.
Το 1981, το Fox, το στούντιο που είχε αναλάβει τη διανομή της ταινίας They All Laughed, έβαλε την ταινία στο ράφι λόγω κακών δοκιμαστικών προβολών. Μη μπορώντας να την αφήσει να μαραζώσει -να αφήσει την Ντόροθι να μαραζώσει- την είχε αγοράσει ο ίδιος, την είχε διανείμει ο ίδιος. Πλήρωσε 5 εκατομμύρια δολάρια, έβγαλε λιγότερο από 1 εκατομμύριο δολάρια.
Μέχρι το τέλος του 1985, ο Μπογκντάνοβιτς θα αναγκαζόταν να κηρύξει πτώχευση. Το 1988, θα παντρευόταν τη Λουίζ, 20 ετών, στην ίδια ηλικία που ήταν η Σίμπιλ Σέπερντ όταν την ερωτεύτηκε· στην ίδια ηλικία που ήταν η Ντόροθι όταν την ερωτεύτηκε. Στα πάρτι έλεγε στον κόσμο: «Με θυμάστε; Ήμουν ο Πίτερ Μπογκντάνοβιτς».
Ο Χέφνερ ήταν ο νικητής του πολέμου, αλλά ήταν και ηττημένος. Γιατί για να πετύχει τη νίκη είχε καταστρέψει τη φήμη μιας θλιμμένης μητέρας και μιας έφηβης κοπέλας, όχι όμορφης, όπως γνώριζε καλά. Εκτός αυτού, είχε έρθει η ώρα να ησυχάσει.
Ο Ρίγκαν ήταν στο αξίωμα, το Playboy ήταν πολύ τολμηρό για τη νεοσυντηρητική ατζέντα και στο τέλος της δεκαετίας, ο Χιου Χέφνερ θα σταματούσε να είναι ερωτύλος, θα παντρευόταν.
Ο Ταραντίνο για την πραγματική Ντόροθι
Υι απέμεινε από την Ντόροθι; Το αντικείμενο του πόθου που έγινε θέμα σε τόσα άρθρα, βιβλία και ταινίες, τελικά, αποτελεί μυστήριο. Κανένα από τα πορτρέτα δεν την αποτυπώνει, και αυτό συμβαίνει επειδή οι προσωπογράφοι της, αν και εξαιρετικά ικανοί, είναι ιδιαίτερα εμπλεκόμενοι με το μύθο της και ακολουθούν τις δικές τους ατζέντες.
Η Τερέζα Κάρπεντερ την απορρίπτει. Ο Χιου Χέφνερ την εμπορευματοποιεί. Ο Πίτερ Μπογκντάνοβιτς την εξιδανικεύει. Ο Μπομπ Φόσι την θυματοποιεί. Και πώς μπορούν να τη δουν καθαρά όταν βλέπουν μόνο αυτό που θέλουν να δουν; Τι μπορεί να δει κάποιος με ανεπηρέαστη όραση κοιτάζοντας την Ντόροθι;
Ο Κουέντιν Ταραντίνο, στο podcast του, The Video Archives, μιλάει για την Ντόροθι μετά από τη θέαση κάποιων πλάνων της που τραβήχτηκαν στην τελετή Playmate of the Year του Playboy, που πραγματοποιήθηκε λίγους μήνες πριν πεθάνει.

«Βλέπουμε μια εντελώς διαφορετική Ντόροθι Στράτεν», λέει. «Πρώτον, έχει ξεπεράσει εντελώς τον Σνάιντερ. Τον έχει απωθήσει και τον ανέχεται… Αυτό που προκαλεί έκπληξη είναι ότι έχει ξεπεράσει και το Playboy. Βλέπεις ότι δεν έχει κανένα πρόβλημα με το Playboy. Δεν έχει κανένα πρόβλημα με τον Χέφνερ… Είναι πολύ ευγνώμων για όλα όσα της έδωσε, για την κατάσταση που την έφερε, αλλά το ξεπέρασε… Αυτή είναι η έξοδος της Στράτεν τόσο από τον Πολ Σνάιντερ όσο και από το ίδιο το Playboy. Αυτή η ομιλία [που εκφωνεί] είναι ο αποχαιρετισμός της. Αυτό το άτομο δεν έχει δραματοποιηθεί ποτέ σε καμία από αυτές τις ιστορίες. Στην πραγματικότητα, μου έκοψε την ανάσα βλέποντας μια τόσο δυνατή Ντόροθι Στράτεν με τέτοια εσωτερικότητα».
Σε μια σειρά από αφηγήσεις αυτής της ιστορίας, η Ντόροθι παρουσιάζεται ως η υπάκουη μαριονέτα οποιουδήποτε άντρα κινούσε τα νήματα της, οποιαδήποτε στιγμή. Αλλά η Ντόροθι δεν ήταν μόνο αυτό.
Η Ντόροθι έπαιρνε πάντα αυτό που χρειαζόταν από τους άντρες της. Ο Σνάιντερ την έβγαλε από μια έρημη πόλη του Καναδά και την έφερε στην μεγαλούπολη του Λος Άντζελες με τα λαμπερά φώτα και μπροστά στον Χέφνερ.
Ο Χέφνερ την έφερε στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας του Playboy και μπροστά στον Μπογκντάνοβιτς.
Ο Μπογκντάνοβιτς την έβαλε σε μια ταινία που είχε καταρρεύσει εκείνη την εποχή, αλλά τώρα θεωρείται κλασική -ο Ταραντίνο την έβαλε έκτη στη λίστα με τις αγαπημένες του ταινίες για το Sight and Sound-, και έτσι κέρδισε την αθανασία της.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ντόροθι ήταν κάποια femme fatale, όχι. Ήταν μια τραγική φιγούρα αλλά πραγματική, μια γυναίκα που ζούσε στον πραγματικό κόσμο, προσαρμόζοντας τον εαυτό της σε όλα όσα έπρεπε όταν χρειαζόταν.
Το ότι, μέσα σε δύο χρόνια, έγινε από ένα σέξι, γυμνό, ηδονιστικό αλλά ανώνυμο κορίτσι μια υποσχόμενη σταρ της mainstream κινηματογραφικής βιομηχανίας δεν ήταν ατύχημα, ούτε τύχη. Ήταν το αποτέλεσμα της μίας έξυπνης κίνησης μετά την άλλη. Το μόνο λάθος που έκανε ήταν ότι υποτίμησε την απελπισία και την τρέλα του Πολ Σνάιντερ.
Ντόροθι, μια άλλη Μέριλιν
Λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να κατηγοριοποιηθούν ως ρομαντικές ή ανατριχιαστικές ως επίλογος:
Η τελευταία κατοικία της Ντόροθι είναι το Πάρκο Μνήμης και Νεκροτομείο Pierce Brothers Westwood Village. Δίπλα της αναπαύεται δίπλα της ο Πίτερ Μπογκντάνοβιτς, ο οποίος πέθανε το 2022.
«Δεν υπάρχει περίπτωση η Ντόροθι να αγαπούσε τον Πίτερ όπως ο Πίτερ αγαπούσε τη Ντόροθι», λέει η Μίκι Γκαρσία. «Ήταν εμμονικός μαζί της. Η Ντόροθι ήταν τόσο καλή, τόσο ευγενική και τόσο συμπονετική – τόσο συμπαθητική. Αλλά είχε φιλοδοξία. Ήθελε να μπει στον κινηματογράφο. Ήξερε ότι ήταν ένας σπουδαίος σκηνοθέτης». Η Γκαρσία αναστενάζει, κουνάει το κεφάλι της. «Τώρα είναι θαμμένος ακριβώς δίπλα της».
Η τελευταία κατοικία της Μέριλιν Μονρόε είναι επίσης το Μνημείο και Νεκροτομείο του Pierce Brothers Westwood Village. Δίπλα της αναπαύεται ο Χέφνερ, ο οποίος πέθανε το 2017.

Η Γκαρσία, αφού αναστέναξε πιο βαθιά, είπε: «Και έχουμε τον Χέφνερ βολεμένο με τη Μέριλιν». Η Μέριλιν δεν γνώριζε τον Χέφνερ, σίγουρα δεν πόζαρε για τον Χέφνερ.
Ο Χέφνερ αγόραζε τις γυμνές φωτογραφίες της από κάποιον που δεν ήταν αυτή, τις δημοσίευσε στο Playboy χωρίς να τη ρωτήσει. «Έπρεπε ακόμη και να αγοράσω ένα αντίτυπο του περιοδικού για να δω τον εαυτό μου σε αυτό», είχε εξομολογηθεί η Μέριλιν. Ο Χέφνερ της επιβλήθηκε στη ζωή. Και, αγοράζοντας την κρύπτη δίπλα στη δική της, θα συνέχιζε να της επιβάλλεται και στον θάνατό της.
Το Χόλιγουντ δεν θα αφήσει αυτές τις γυναίκες να ησυχάσουν ποτέ. Η τυμβωρυχία δεν είναι αρκετή. Η νεκροφιλία δεν είναι αρκετή. Τις κυνηγούν στη μετά θάνατον ζωή.
Μια μόνο συγγνώμη
Μόνο ο Έρικ Ρόμπερτς, ο κινηματογραφικός Σνάιντερ στο Star 80, μοιάζει να έχει επίγνωση του τι είχε συμβεί στην Ντόροθι, τι της όφειλε. «Ο Φόσι ήξερε πώς να βγάλει το ταλέντο στην ερμηνεία από έναν ηθοποιό, και το έκανε με τον Έρικ», λέει η Σις Ραντλ, πρώην γραμματέας του Χέφνερ.
«Βοήθησα τον Έρικ σε όλο το γύρισμα επειδή ήταν τόσο προσηλωμένος στους χαρακτήρες. Έπρεπε να είναι βίαιος, απειλητικός και τρομακτικός επειδή το μυαλό του Πολ ήταν τέτοιο. Θέλω να πω, ο Έρικ ήταν ο Πολ. Ήταν τρελός. Ήταν δύσκολο να είσαι κοντά του. Αλλά όταν τελείωσε η ταινία, ήταν συντετριμμένος. Ήθελε να πάει στο νεκροταφείο όπου ήταν θαμμένη η Ντόροθι, οπότε τον πήγα» λέει η Ραντλ στο Vanity Fair.

«Ξάπλωσε στον τάφο της Ντόροθι για σχεδόν δύο ώρες. Έκλαιγε και έκλαιγε και έκλαιγε. Έκλαιγε σαν μωρό. Έπειτα έβγαλε την κάρτα του Σωματείου Ηθοποιών από το πορτοφόλι του, την έσκισε και άφησε τα κομμάτια της να πέσουν επάνω στον τάφο της».

