Η άρνηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να ανασύρει από το αρχείο τη δικογραφία για τις υποκλοπές ενισχύει τις καταγγελίες για χειραγώγηση των ανώτερων βαθμίδων της Δικαιοσύνης από την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Είναι η τρίτη φορά που τίθεται εμπόδιο από το ανώτατο επίπεδο της ποινικής δικαιοσύνης στην ενδελεχή διερεύνηση του σκανδάλου των υποκλοπών.
Και αυτό παρότι είναι σαφές, όπως διαβεβαιώνουν και έγκριτοι νομικοί, οτι έχουν έρθει στο φως πολύ περισσότερα στοιχεία από όσα ήταν διαθέσιμα όταν γραφόταν το διαβόητο πόρισμα Ζήση, που είδε μόνο ευθύνες κάποιων «ιδιωτών» και όχι πολιτικών προσώπων, τα περισσότερα μέσα από την ακροαματική διαδικασία στο Μονομελές Πρωτοδικείο που καταδίκασε σε μεγάλες ποινές τους τέσσερις ιδιώτες που είχαν παραπεμφθεί με βάση το πόρισμα Ζήση και ζήτησε να διευρυνθεί η διερεύνηση της υπόθεσης στρεφόμενη και σε άλλα πρόσωπα, ο ρόλος των οποίων αναδείχτηκε μέσα στη δίκη.
Στοιχεία, που προστέθηκαν σε αυτά που έφερε στο φως η δημοσιογραφική έρευνα, αλλά και στις επανειλημμένες δηλώσεις του καταδικασμένου πρωτόδικα για την υπόθεση Ταλ Ντίλιαν, ότι η εταιρεία του, Intellexa, συνεργαζόταν μόνο με κρατικούς φορείς και ότι υπάρχουν έγγραφα που αποδεικνύουν ότι η εταιρεία του πούλησε το παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό ασφαλείας στις ελληνικές υπηρεσίες ασφαλείας. Στοιχεία, που δεν είδε η διάταξη Τζαβέλα, που επίσης επέμεινε στην αρχειοθέτηση, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν. Μαζί με νέα αιτήματα ανθρώπων που έπεσαν θύματα παράνομης παρακολούθησης, που ζητούν να ανοίξει η υπόθεση, συμπεριλαμβανομένου και ενός από έναν πρώην πρωθυπουργό, τον Αντώνη Σαμαρά.
Και βέβαια ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου επέλεξε να συνεχίσει στον δρόμο της εθελοτυφλίας ως προς το αδίκημα της κατασκοπείας.
Γιατί δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι το ερώτημα για αυτή την υπόθεση δεν αφορά μόνο τη νομιμότητα ή μη των επισυνδέσεων της ΕΥΠ και στη συνέχεια των παρακολουθήσεων μέσω του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator. Υπάρχει και ένα άλλο πολύ σοβαρό ζήτημα: το περιεχόμενο των παρακολουθήσεων και των καταγραφών. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι παρακολουθήθηκαν – αποδεδειγμένα – υπουργοί, ανώτατοι αξιωματικοί, δικαστικοί που χειρίζονταν κρίσιμες υποθέσεις και στελέχη των υπηρεσιών της χώρας. Οι επικοινωνίες αυτών των ανθρώπων – άρα και οι καταγραφές που γίνονταν – περιλαμβάνουν πολύ συχνά πληροφορίες απόρρητες που αφορούν τη λειτουργία του κράτους, την εξωτερική πολιτική, τον αμυντικό σχεδιασμό, τις πολιτικές ασφάλειας. Όλες αυτές οι πληροφορίες όταν καταγράφονται από τρίτους ή όταν καταλήγουν σε τρίτους – είτε αυτό σημαίνει «ιδιώτες» είτε μέσω αυτών σε υπηρεσίες άλλων κρατών – έχουμε να κάνουμε με κατασκοπεία. Και όμως ούτε αυτή τη διάσταση, την εξαιρετικά κρίσιμη για τη εθνική ασφάλεια, δεν έκρινε σκόπιμο να εξετάσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου.
Και εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι: οι αρμοδιότητες του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι πολύ μεγάλες. Είναι ο ανώτερος εισαγγελικός λειτουργός της χώρας. Μπορεί να ξαναστείλει αποφάσεις στο ακροατήριο, μπορεί να ζητήσει τη διερεύνηση υπόθεσης, μπορεί να αποφασίσει ότι προηγούμενα βουλεύματα ακόμη και του Αρείου Πάγου δεν είδαν όλες τις πτυχές μιας υπόθεσης, δεν ήταν επαρκή και να ανοίξει ξανά μια δικογραφία. Και προφανώς έχει όχι απλώς τη δυνατότητα, αλλά και την ευθύνη και την υποχρέωση, εάν υπάρχουν νέα στοιχεία να ανοίξει την υπόθεση και να ζητήσει διώξεις. Κοινώς, εάν τώρα αποφάσισε να κρατήσει την υπόθεση των υποκλοπών «στο αρχείο» δεν είναι επειδή τα χέρια του είναι δεμένα από τον νόμο. Το έκανε επειδή το επιλέγει. Και με αυτό τον τρόπο, ανεξαρτήτως προθέσεων, το μόνο που κάνει είναι να συνεχίζει μια επιχείρηση συγκάλυψης που στερεί σε τελική ανάλυση από την ελληνική κοινωνία τη δυνατότητα να δει να διερευνάται σε όλο της το βάθος μια υπόθεση που αποτελεί μια ανοιχτή πληγή και που εάν δεν διαλευκανθεί θα είναι ως να θεωρούμε δεδομένο ότι «μας ακούνε» γενικά και χωρίς κανόνες και αυτό δεν αποτελεί θεσμική παραβατικότητα.
Είναι σαφές ότι συνεχίζεται μια συντονισμένη επιχείρηση συγκάλυψης πολιτικών και ποινικών ευθυνών για μια από τις μεγαλύτερες εκφάνσεις θεσμικής παραβατικότητας στη χώρα μας. Η επιχείρηση αυτή οργανώνεται από την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, που για άλλη μια φορά αποδεικνύει ότι δεν έχει κανένα πρόβλημα να καταρρακώσει το κύρος των θεσμών, μεθοδεύοντας τη χειραγώγησή τους, αρκεί να μπορέσει να εξασφαλίσει ασυλία και ατιμωρησία.
Είναι σαφές ότι είμαστε μακριά από τις ημέρες που ακόμη και ο πρωθυπουργός παραδεχόταν ότι η υπόθεση των υποκλοπών ήταν «σκιά για την κυβέρνησή του». Πλέον, βρισκόμαστε στη φάση «είστε ψεκασμένοι όσοι μιλάτε για παράνομες υποκλοπές και ψάχνετε “ξυλόλια” όσοι αναζητάτε κυβερνητικές ευθύνες». Στη φάση, όπου ένας εμπλεκόμενος επί της ουσίας στην υπόθεση, ο τότε γενικός γραμματέας του πρωθυπουργού, με δικαίωμα υπογραφής μάλιστα για ζητήματα που αφορούσαν την ΕΥΠ, βγαίνει και λέει ότι «έφαγε μια σφαίρα για το αφεντικό του» και παρότι γνωρίζει δεν πρόκειται να μιλήσει ποτέ. Στη φάση ένα ολόκληρο πολιτικό, δικαστικό και μηντιακό σύστημα να προσπαθεί να μας πείσει ότι επί της ουσίας παράνομες υποκλοπές δεν έγιναν ποτέ και όποιος το υποστηρίζει απλώς θέλει να υπονομεύσει την κυβέρνηση.
Μόνο που αυτό το καθεστωτικό σύστημα εξουσίας είναι γελασμένο εάν πιστεύει ότι η συγκάλυψη την οποία επιχειρεί θα συνεχιστεί εσαεί. Μια ενδεχόμενη – και αναγκαία – πολιτική αλλαγή στη χώρα, θα απελευθερώσει όλες τις υπαρκτές θεσμικές δυνατότητες, ώστε η υπόθεση να ανασυρθεί ξανά από το αρχείο, να διερευνηθεί, να έρθουν όλα τα στοιχεία στο φως, όπου και εάν είναι καταχωνιασμένα, και προφανώς να αποδοθούν ευθύνες πολιτικές, αλλά και ποινικές όσο ψηλά και εάν βρίσκονται.
Αφενός γιατί ένας άλλος συσχετισμός στο κοινοβούλιο θα επιτρέπει και στην εθνική αντιπροσωπεία να αξιοποιήσει τις δυνατότητες που έχει να ερευνά υποθέσεις, να καλεί μάρτυρες ακόμη και να αποφασίσει προανακριτική επιτροπή. Αφετέρου, γιατί μια άλλη πολιτική κατάσταση στη χώρα θα αποδώσει και στη δικαιοσύνη την αναγκαία ανεξαρτησία της, απελευθερώνοντας την από το σημερινό ασφυκτικό εναγκαλισμό από την κυβέρνηση και θα της επιτρέψει να ανοίξει την υπόθεση, να εξετάσει όλα τα στοιχεία που τώρα κάνει ότι δεν υπάρχουν, και να ασκήσει διώξεις.
Και όλα αυτά όχι για λόγους κάποιας πολιτικής εκδικητικότητας και ρεβανσισμού, αλλά γιατί στη δημοκρατία μας, -μια δημοκρατία τυπικά ισχυρή, αλλά στην πράξη εύθραυστη- μέσα στις πολλαπλές αυθαιρεσίες που την υπονομεύουν, δεν μπορούν να υπάρξουν άλλες σκιές. Οι πολίτες έχουν ανάγκη να δουν επιτέλους τη θεσμική λειτουργία να αποκαθίσταται, τη χώρα να επιστρέφει όντως σε μια δημοκρατική «κανονικότητα» και την παραβατικότητα να αντιμετωπίζεται ως τέτοια. Γιατί μόνο έτσι θα αρχίσουν ξανά να έχουν εμπιστοσύνη και στη δημοκρατία και στους θεσμούς.
in.gr

