Επεισόδιο 11: Κάλπες έχουμε; Δεν έχουμε. Υποψηφίους; Να φάνε κι οι κότες.
Στον Λογοπόταμο οι εκλογές απέχουν ακόμη δύο χρόνια και κάτι μέρες.
Κανονικά, δηλαδή, υπάρχει χρόνος. Πολύς χρόνος. Μπορούν να γίνουν έργα, να ανοίξουν σχολεία, να κλείσουν τρύπες, να ανοίξουν άλλες, να κλείσουν αυτές που άνοιξαν, να ξανανοίξουν εκείνες που έκλεισαν και, με λίγη τύχη, να ανακαλύψουμε μέχρι τότε και σε ποιον ανήκει τι.
Αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες.
Γιατί στον Λογοπόταμο οι εκλογές έχουν ήδη αρχίσει.
Ο ένας έχει αποφασίσει ότι κατεβαίνει. Ο άλλος έχει αποφασίσει ότι δεν κατεβαίνει, αλλά κάνει περισσότερες συναντήσεις από αυτόν που κατεβαίνει. Ο τρίτος δεν έχει αποφασίσει ακόμη, αλλά έχει αποφασίσει ποιοι θα είναι μαζί του αν αποφασίσει. Ο τέταρτος περιμένει να δει τι θα αποφασίσει ο τρίτος για να αποφασίσει το ακριβώς αντίθετο.
Υπάρχει και ο «τραβάτε με κι ας κλαίω». Αυτός δεν θέλει τίποτα. Δεν ενδιαφέρεται. Έχει κουραστεί. Θέλει την ησυχία του.
Απλώς, εντελώς συμπτωματικά, πίνει δεκαεπτά καφέδες την εβδομάδα με ανθρώπους που μπορεί να κατέβουν μαζί του.
«Εγώ δεν ζήτησα τίποτα», λέει.
Όχι.
Οι άλλοι απλώς έτυχε να τον παρακαλάνε οργανωμένα.
Υπάρχει μετά εκείνος που έχει ήδη μοιράσει αξιώματα.
Δεν έχει παράταξη ακόμα.
Δεν έχει ψηφοδέλτιο.
Δεν έχει υποψηφίους.
Δεν έχει εκλεγεί.
Αλλά αντιδημάρχους έχει.
Ένας κάτοικος μάλιστα έμαθε ότι θα γίνει αντιδήμαρχος χωρίς να ξέρει ότι είναι υποψήφιος.
Τον πήραν τηλέφωνο να τον συγχαρούν.
«Για ποιο πράγμα;»
«Για τη θέση.»
«Ποια θέση;»
«Αυτή που θα πάρεις.»
«Από ποιον;»
«Από αυτόν που θα κερδίσει.»
«Κέρδισε;»
«Όχι ακόμα.»
«Κατεβαίνει;»
«Αυτό συζητάμε.»
Στον Λογοπόταμο αυτά θεωρούνται φυσιολογικά.
Στην άλλη άκρη του καφενείου βρίσκεται εκείνος που έχει λεφτά και πιστεύει ότι αυτό λύνει αρκετά προβλήματα. Κερνάει, τραπεζώνει, τηλεφωνεί, χαμογελάει και χτυπάει πλάτες.
Απέναντί του βρίσκεται εκείνος που δεν έχει λεφτά, αλλά έχει γνωριμίες.
Δίπλα του εκείνος που δεν έχει ούτε λεφτά ούτε γνωριμίες, αλλά έχει τεράστια αυτοπεποίθηση.
Αυτός είναι και ο πιο επικίνδυνος.
Γιατί δεν έχει τίποτα να χάσει.
Λίγο παρακάτω κάθεται ένας που μπορεί να παίξει μπάλα αλλά δεν τον αφήνουν να μπει στο γήπεδο. Δίπλα του ένας που δεν μπορεί να παίξει μπάλα αλλά αρνείται να βγει. Και στην κερκίδα ένας τρίτος φωνάζει οδηγίες και στους δύο, παρότι έχει μπερδέψει ποια ομάδα υποστηρίζει.
Μετά έχουμε τις ενώσεις.
Εδώ χρειάζεται χαρτί και μολύβι.
Ο Α μιλάει με τον Β, αλλά ο Β δεν θέλει τον Γ. Ο Γ όμως μιλάει με τον Δ, ο οποίος θα πήγαινε με τον Α αν δεν ήταν εκεί ο Β. Ο Ε συμφωνεί με όλους, αρκεί να μην είναι επικεφαλής κανένας από αυτούς, γιατί θεωρεί αυτονόητο ότι επικεφαλής πρέπει να είναι ο Ε.
Ο Ζ δεν μιλάει με κανέναν.
Αλλά όλοι μιλάνε για τον Ζ.
Ο Η λέει ότι θα ενώσει τον Α με τον Γ.
Μόλις το έμαθε ο Β, τσακώθηκε με τον Δ.
Και κάπως έτσι ο μόνος που τελικά ενώθηκε με κάποιον ήταν ο καφετζής με τον καρδιολόγο του.
Στο μεταξύ, υπάρχει κι εκείνος που κάθεται στην άκρη και γελάει.
Δεν ανακοινώνει.
Δεν διαψεύδει.
Δεν επιβεβαιώνει.
Απλώς πίνει τον καφέ του και παρακολουθεί τους υπόλοιπους να εξοντώνονται μόνοι τους.
Κάθε τόσο τον πλησιάζει κάποιος:
«Εσύ τι θα κάνεις;»
Χαμογελάει.
«Εγώ; Τίποτα.»
Και αυτό το «τίποτα» έχει προκαλέσει μεγαλύτερο πανικό από όλες τις ανακοινώσεις των υπολοίπων μαζί.
Υπάρχει φυσικά και ο χρονικογράφος του χωριού. Αυτός κάθε τρεις μέρες βγάζει καινούρια κυβέρνηση.
Τη Δευτέρα ο Α είναι τελειωμένος.
Την Τετάρτη επιστρέφει δυναμικά.
Την Παρασκευή είναι φαβορί.
Την Κυριακή δεν κατεβαίνει.
Και την επόμενη Δευτέρα γράφει ότι «όπως πρώτοι είχαμε αποκαλύψει, όλα παραμένουν ανοιχτά».
Αυτός δεν κάνει ρεπορτάζ.
Κάνει επανεκκίνηση του σύμπαντος κάθε 72 ώρες.
Και μέσα σε όλο αυτό το πανηγύρι, κάποιος έκανε το λάθος να κοιτάξει το ημερολόγιο.
«Ρε παιδιά…»
Κανείς δεν άκουσε.
«ΡΕ ΠΑΙΔΙΑ!»
Σταμάτησαν όλοι.
«Οι εκλογές είναι σε δύο χρόνια.»
Σιωπή.
Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.
Ένας άφησε κάτω τον καφέ.
Άλλος έκλεισε το τηλέφωνο.
Ένας τρίτος δίπλωσε προσεκτικά το χαρτί με τη σύνθεση της μελλοντικής δημοτικής αρχής.
Και τότε ακούστηκε από το βάθος ο γέρος του Λογοπόταμου:
«Δύο χρόνια; Παναγία μου…»
«Τι έπαθες;»
«Με τον ρυθμό που αλλάζουν στρατόπεδα, μέχρι τότε θα έχουν προλάβει να κατέβουν όλοι με όλους, όλοι εναντίον όλων και στο τέλος… ο καθένας εναντίον του εαυτού του.»
Ο καφετζής γέλασε.
«Και ποιος θα κερδίσει;»
Ο γέρος σήκωσε τους ώμους.
«Δεν ξέρω ποιος θα κερδίσει τις εκλογές. Ξέρω όμως ποιος έχει ήδη κερδίσει.»
«Ποιος;»
Έδειξε τον καφετζή.
«Αυτός. Δύο χρόνια καφέδες έχει ακόμα μπροστά του.»
Και κάπως έτσι συνεχίστηκε η προεκλογική περίοδος στον Λογοπόταμο.
Δύο χρόνια πριν από τις εκλογές.
Χωρίς ψηφοδέλτια.
Χωρίς κάλπες.
Χωρίς υποψηφίους που να ξέρουμε σίγουρα ότι είναι υποψήφιοι.
Αλλά με ένα πράγμα απολύτως βέβαιο:
Μέχρι να έρθουν οι εκλογές, κάποιοι θα έχουν αλλάξει τόσες πολλές παρέες, που την ημέρα της κάλπης θα χρειαστούν ταυτότητα όχι για να ψηφίσουν… αλλά για να θυμηθούν ποιοι είναι.

