Ψυχανάλυση και πολιτική

Date:

Share post:

«Δεν το συνειδητοποιούν, αλλά τους φέρνουμε την πανούκλα». Αυτή τη φράση φέρεται να είπε ο Ζίγκμουντ Φρόιντ στον Καρλ Γιουνγκ καθώς το καράβι που τους μετέφερε έμπαινε στο λιμάνι της Νέας Υόρκης, όπου πήγαιναν για σειρά διαλέξεων, δείχνοντας ότι αντιλαμβανόταν πόσο ανατρεπτικό ήταν το στίγμα της ψυχανάλυσης. Άλλωστε, λίγες θεωρητικές τομές υπονόμευσαν αυτονόητες παραδοχές τόσο έντονα όσο η επιμονή ότι αυτό που ονομάζουμε αυτοσυνείδηση ή εγώ δεν είναι παρά το θέατρο μιας μάχης ανάμεσα σε ασυνείδητες ενορμήσεις και κοινωνικούς καταναγκασμούς. Όμως, η ιστορία της σχέσης ανάμεσα στην ψυχανάλυση και την πολιτική είναι πιο σύνθετη. Έχουμε ψυχαναλύτριες/ές που στρατεύτηκαν σε ριζοσπαστικά πολιτικά κινήματα και θεωρητικές/ούς που προσπάθησαν να συνδυάσουν τη φροϋδική προσέγγιση με προτάγματα επαναστατικού σχηματισμού. Όμως, η ψυχανάλυση ως κλινική πρακτική κατάφερε σχετικά νωρίς να γίνει αποδεκτή και μια παραλλαγή της επιβίωσε ακόμη και στη ναζιστική Γερμανία. Υπήρξαν διάφορες παραλλαγές φροϋδομαρξισμού, όμως η μαρξιστική «ορθοδοξία» θα κατηγορήσει την ψυχανάλυση ότι μετατοπίζοντας τα ερωτήματα στον ατομικό ψυχισμό υποτιμούσε τον κοινωνικό καθορισμό και την προτεραιότητα του κοινωνικού ανταγωνισμού, καθώς η έμφαση στην ατομική αναλυτική πράξη έμοιαζε να έρχεται σε σύγκρουση με τον συλλογικό μετασχηματισμό. Η  σταλινική αποκήρυξη της ψυχανάλυσης θα επικυρώσει αυτό ρήγμα.

Το γεγονός ότι αυτή η συζήτηση δεν έχει τελειώσει – ενδεικτικές οι αντιπαραθέσεις στη Γαλλία όπου ορισμένοι «θεματοφύλακες» της ψυχαναλυτικής σκέψης έχουν πάρει μάλλον αντιδραστικές θέσεις απέναντι στα ζητήματα ταυτότητας φύλου ή τις διεκδικήσεις των αποαποικιακών κινημάτων τις οποίες χαρακτηρίζουν «ναρκισσισμό των μικρών διαφόρων» – καθιστά ιδιαίτερα επίκαιρο το βιβλίο του Florent Gabbarron-Garcia «Πολιτική ιστορία της ψυχανάλυσης» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πότλατς, σε μετάφραση της Ελένης Καραφύλλη και του Κίμωνα Σχινά,  με πρόλογο της Κατερίνας Μάτσα. Ένα βιβλίο που επιστρέφει στις στιγμές όπου η ψυχανάλυση συστρατεύτηκε με ριζοσπαστικά κινήματα δείχνοντας ότι ορίζοντάς της δεν είναι η ατομική θεραπεία αλλά η κοινωνική αλλαγή.

Ο Γκαμπαρόν-Γκαρσιά υπογραμμίζει ότι παρά την πεσιμιστική απόρριψη του κομμουνισμού στο «Η δυσφορία μέσα στον πολιτισμό», ο Φρόιντ, είχε δει μάλλον θετικά τη Ρωσική Επανάσταση, ενώ σε πρώτη φάση η ψυχανάλυση όχι μόνο γνωρίζει αποδοχή και άνθιση στη νεαρή Σοβιετική Ρωσία, αλλά και πειράματα όπως αυτά που έκανε η Βέρα Σμιτ στο «Παιδικό Σπίτι» όπου βασικές αρχές της ψυχανάλυσης αξιοποιούνταν στο πλαίσιο μιας ριζοσπαστικής παιδαγωγικής προσέγγισης, φαίνονταν να δείχνουν τη δυνατότητα μιας συνάντηση ανάμεσα στον κομμουνισμό και την ψυχαναλυτική προσέγγιση, πριν ανακοπούν από τη άνοδο του σταλινισμού.

Πολύ πιο έντονο είναι αυτό το στοιχείο στην δουλειά του Βίλχελμ Ράιχ, που ήδη εργαζόμενος στην πολικλινική της Βιέννης στη δεκαετία του 1920 διαπιστώνει ότι η «ψυχική δυσφορία την οποία μαρτυρούν οι ασθενείς είναι στενά συνδεδεμένη με την αδιανόητη κοινωνική τους εξαθλίωση». Δουλεύοντας με ασθενείς προλεταριακής καταγωγής, σε αντίθεση με τους άλλους ψυχαναλυτές, ο Ράιχ εντοπίζει οι «νευρώσεις της εργατικής τάξης» δεν έχουν το πολιτιστικό υλικό που θα επέτρεπε τη μετουσίωσή τους, ενώ μέσα από αυτό το κλινικό έργο αντιλαμβάνεται πολύ περισσότερο τον μηχανισμό της κοινωνικής καταστολής της σεξουαλικότητας. Αυτό, όμως, θα τον φέρει σε ρήξη με τον Φρόιντ που θα επιμείνει ότι δεν εναπόκειται στην ψυχανάλυση «να σώσει τον κόσμο». Αντιμέτωπος με την άνοδο του φασισμού ο Ράιχ θα επιμείνει στην ανάγκη μιας προλεταριακής σεξουαλικής πολιτικής που θα επιτρέψει να αντιστραφούν οι μηχανισμοί που οδηγούν σε φαινόμενα όπως η προσχώρηση εργατών στον ναζισμό.

 

Η πιο πεσιμιστική προσέγγιση του ίδιου του Φρόιντ μαζί με τις προκλήσεις που έθετε η άνοδος του ναζισμού στην εξουσία για την ψυχαναλυτική πρακτική, οδηγεί άλλες ηγετικές φυσιογνωμίες του ψυχαναλυτικού κινήματος όπως τον Έρνστ Τζόουνς, τον βιογράφο του Φρόιντ, να υιοθετήσουν μια πιο συμβιβαστική προσέγγιση και μια τάση αποπολιτικοποίησης της ψυχανάλυσης, που θα οδηγήσει στο να παραμείνει η Γερμανική Ψυχαναλυτική Εταιρεία στη διεθνή ένωση μέχρι το 1938 παρά τον φιλοναζιστικό προσανατολισμό της. Στον αντίποδα η Μαρί Λάνγκερ, επέλεξε μια διαδρομή που θα τη φέρει από τη Βιέννη στην Καταλονία στη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου και τελικά στην Αργεντινή και έναν εκ νέου στοχασμό του πολιτικού χαρακτήρα της ψυχανάλυσης, την άρνηση της υποτιθέμενης ουδετερότητάς της και τη διαμόρφωση ενός αντίστοιχου ρεύματος μέσα στην ίδια τη Διεθνή Ψυχαναλυτική Ένωση.

Ένα άλλο νήμα οδηγεί από την Καταλονία  στην πρωτοποριακή κλινική της Λα Μπορντ, ξεκινώντας από τον Καταλανό ψυχιάτρου και ψυχαναλυτή Φρανσουά Τοσκεγιές που μέσα στον Ισπανικό Εμφύλιο δοκιμάζει μια κλινική πρακτική που στηρίζεται στη λογική της θεραπευτικής κοινότητας με λαϊκή βάση, πριν βρεθεί εξόριστος στη Γαλλία για να εργαστεί στο ψυχιατρικό νοσοκομείο Σαντ-Αλμπάν στη Λοζέρ, που θα αποτελέσει προπύργιο της αντίστασης αλλά και πεδίο εκτεταμένου πειραματισμού. Εκεί θα εργαστεί ο Ζαν Ουρύ που θα πρωταγωνιστήσει μαζί με τον Φελίξ Γκουαταρί στο μεγάλο πείραμα της κλινικής Λα Μπορντ, ένα από τα πιο ριζοσπαστικά συμμετοχικά πειράματα κλινικής ψυχιατρικής πρακτικής, η εμπειρία του οποίου αντανακλάται στα κείμενα που θα γράψουν από κοινού ο Γκουαταρί με τον Ζιλ Ντελέζ. Τελευταία εμπειρία που σχολιάζει το βιβλίο η «Σοσιαλιστική Κολεκτίβα ασθενών» (SPK) στη Χαϊδελβέργη, όπου δοκιμάστηκε η σύνδεση ψυχανάλυσης μαρξισμού και ψυχανάλυσης και η κριτική του μηχανισμού υγείας ως ιδεολογικού μηχανισμού του κράτους, μαζί με ριζοσπαστικές συμμετοχικές πρακτικές που θα αντιμετωπιστούν τελικά με σκληρή αστυνομική καταστολή, δείχνοντας ότι ακόμη και στη δεκαετία του 1970 μια εκδοχή ψυχανάλυσης μπορούσε να θεωρείται επικίνδυνη και ανατρεπτική.

Για τον Γκαμπαρόν-Γκαρσιά «η δυνατότητα ένα υποκείμενο να ξαναπάρει στα χέρια τη μοίρα του, να ανοίξει δρόμους που θα δώσουν δικαίωμα στην επιθυμία του, και να ξεφύγει από την περιστολή της: αυτή είναι η υπόσχεση που φέρνει η ψυχανάλυση. Στον αναβρασμό της σύγχρονης κυριαρχίας και σε καιρούς που επιστρέφει απειλητικά το οργανικιστικό αιτιοκρατικό παράδειγμα, είναι φανερό πως, χάρη στους επαναστατικούς ορίζοντές της, η θεωρία μέσω της ομιλίας παραμένει αφάνταστα πολύτιμη στο τώρα.»

spot_img

Related articles

Ο πρώιμος φονικός καύσωνας βρήκε την Ευρώπη απροετοίμαστη

Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να έχει αναγνωριστεί ως παγκόσμιος ηγέτης στις προσπάθειες αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, ήταν όμως...

Η ΝΔ κατηγορεί την αριστερά για τα φονικά γκαζάκια επειδή “ανεχόταν καταλήψεις”

Μετά τις χθεσινές νύξεις σε “θεωρία των δύο άκρων” και σε ανοχή της ευρύτερης αριστεράς απέναντι στη βία με αφορμή...

Ολυμπιακός: Το πρώτο μήνυμα του Κόντι Μίλερ ΜακΙντάιρ μετά την ανακοίνωση της μεταγραφής του

Ο Κόντι Μίλερ-ΜακΙντάιρ (1994, 1.91μ) είναι και επίσημα παίκτης του Ολυμπιακού με τους Πειραιώτες να ανακοινώνουν την απόκτηση του, για τα επόμενα τρία χρόνια. Μάλιστα,...

Νέο χτύπημα Τραμπ λίγο πριν τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ – “Είναι γελοίο”

Μόλις λίγες ημέρες πριν τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ (7-8 Ιουλίου) στην Άγκυρα, ο Ντόναλντ Τραμπ, επιτίθεται εκ νέου...