Το φετινό καλοκαίρι δεν είναι καθόλου εύκολο για τις πολιτιστικές εκδηλώσεις. Η συμμετοχή του κόσμου μειώνεται, το ρίσκο αυξάνεται, τα έξοδα διοργάνωσης παραμένουν υψηλά, και αρκετές εκδηλώσεις —όσο αξιόλογες κι αν είναι— δεν καταφέρνουν να επιβιώσουν. Σε αυτό το κλίμα, οι επιλογές που κάνουν οι Δήμοι αποκτούν ιδιαίτερο βάρος.
Ο Δήμος Μαραθώνα και ο Δήμος Σπατών – Αρτέμιδος επιμένουν να επενδύουν σε ακριβές παραγωγές, με καλλιτέχνες μεν λιγότερο ή περισσότερο, γνωστούς, αλλά χωρίς απήχηση στις τοπικές κοινωνίες. Και το αποτέλεσμα; Αρκετές συναυλίες με δεκάδες χιλιάδες ευρώ κόστος — σε ορισμένες περιπτώσεις και εξαψήφια ποσά μέσα στο χρόνο— που καταλήγουν με άδεια καθίσματα και κοινό που μετριέται σε εκατοντάδες. Οι δύο προηγούμενες εκδηλώσεις στον Μαραθώνα δεν είχαν την αναμενόμενη προσέλευση, ενώ και στη χθεσινή συναυλία στην Αρτέμιδα, ο αριθμός των παρευρισκομένων δεν ξεπέρασε τα 300 άτομα.
Αν αυτοί που παίρνουν τις αποφάσεις —οι “αντιδήμαρχοι πολιτισμού”— δεν μπορούν ή δεν ξέρουν να διαβάσουν τον παλμό της κοινωνίας, ας απευθυνθούν σε όσους ξέρουν. Υπάρχουν άνθρωποι, σωματεία και φορείς που ξέρουν να κάνουν πολιτισμό με μέτρο, με ψυχή και με αποτέλεσμα. Η ευθύνη διαχείρισης δημόσιου χρήματος δεν είναι υπόθεση εντυπωσιασμού, αλλά ουσίας.
Στον αντίποδα, ο Δήμος Ραφήνας-Πικερμίου εδώ και μια δεκαετία έχει επιλέξει ένα εντελώς διαφορετικό μοντέλο. Ένα μοντέλο που βασίζεται στα πολιτιστικά και αθλητικά σωματεία. Ο Δήμος δεν παρεμβαίνει άμεσα στις παραγωγές, αλλά αφήνει τους ίδιους τους συλλόγους να σχεδιάζουν, να ρισκάρουν και να υλοποιούν τις εκδηλώσεις τους. Έτσι διασφαλίζεται χαμηλότερο κόστος για τον Δήμο και μεγαλύτερη ευθύνη από τους ίδιους τους διοργανωτές.
Φυσικά, η εικόνα δεν είναι ενιαία. Κάποια σωματεία δίνουν χρήματα από το ταμείο τους, αναλαμβάνουν το ρίσκο και επενδύουν στην ποιότητα. Κάποια άλλα συνεισφέρουν ελάχιστα. Και υπάρχουν και εκείνα που δεν συνεισφέρουν καθόλου, βασιζόμενα αποκλειστικά στην προσφορά άλλων ή απλώς στο brand τους. Παρ’ όλα αυτά, το μοντέλο λειτουργεί καλύτερα από το να πετιούνται ανεξέλεγκτα χρήματα για παραγωγές που δεν μιλά κανείς γι’ αυτές την επόμενη μέρα.
Ο πολιτισμός δεν είναι εμπορική ανάθεση, ούτε περιορίζεται σε ακριβές παραγωγές μιας μόνο βραδιάς. Είναι πρωτίστως μια ζωντανή, διαρκής σχέση με την κοινωνία. Μια σχέση που καλλιεργείται με σύνεση, μέτρο και ουσιαστική κατανόηση των αναγκών της τοπικής κοινότητας — όχι απλώς με λίστες καλλιτεχνών, τιμοκαταλόγους και μεγάλα ονόματα, τα οποία συχνά δεν βρίσκουν απήχηση στο ευρύ κοινό.
Όταν η απήχηση μιας εκδήλωσης είναι περιορισμένη, ίσως δεν ευθύνεται το κοινό. Ίσως είναι χρήσιμο να αναζητηθούν απαντήσεις από εκείνους που κατανοούν καλύτερα τις ανάγκες και τις προσδοκίες του.

