Η στεγαστική κρίση έχει λάβει παγκόσμιες διαστάσεις. Τόσο οι χώρες της Ευρώπης όσο και οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν σημαντικές ελλείψεις κατοικιών.
Στις ΗΠΑ, ο αριθμός αυτός εκτιμάται μεταξύ 4 και 8 εκατομμυρίων. Στην Ευρώπη, το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εκτιμά την τρέχουσα έλλειψη σε 4,6 εκατομμύρια.
Σε ότι αφορά στην Ελλάδα, η στεγαστική κρίση δεν αποτυπώνεται πλέον μόνο στις αυξήσεις των ενοικίων, στη δυσκολία πρόσβασης στην ιδιοκατοίκηση ή στο αυξημένο κόστος στέγασης. Αποτυπώνεται με τον πιο σαφή τρόπο στην καθημερινότητα των νοικοκυριών και στην ικανότητά τους να διατηρούν ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης.
Πότε ξεκίνησε η στεγαστική κρίση
Η σύγχρονη στεγαστική κρίση έχει διαφορετικές αφετηρίες και αιτίες ανά περιοχή, συνδέοντας όμως μια παγκόσμια πορεία οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών.
Στις ΗΠΑ η κρίση ξεκίνησε το 2007–2008 με την κρίση των ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου (subprime mortgage crisis). Η υπερβολική επέκταση δανείων σε δανειολήπτες χαμηλής πιστοληπτικής ικανότητας και η κατάρρευση της φούσκας ακινήτων οδήγησαν σε εκατομμύρια κατασχέσεις και έξωση ιδιοκτητών.
Μετά την ανάκαμψη, η κρίση μετεξελίχθηκε στη δεκαετία του 2010–2020 σε έλλειψη προσιτής στέγης λόγω περιορισμένης νέας δόμησης και εκτίναξης των τιμών.
Στην Ευρώπη η κρίση εκδηλώθηκε σε δύο κύριες φάσεις:2008–2012: Στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου (όπως η Ισπανία και η Ιρλανδία), συνδέθηκε άμεσα με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και τα κόκκινα δάνεια.
Στην ουσία η στεγαστική κρίση σε παγκόσμιο επίπεδο ξεκίνησε στα τέλη του 2000 και δεν έχει ακόμα ξεπεραστεί.
Μετά το 2015–2016 (και εντονότερα μετά την πανδημία): Η γενικευμένη στεγαστική κρίση (ακριβά ενοίκια, τουριστικοποίηση, βραχυχρόνιες μισθώσεις τύπου Airbnb, ξένα κεφάλαια) γιγαντώθηκε σταδιακά σε ολόκληρη την Ε.Ε., πλήττοντας πλέον και τα μεσαία εισοδήματα.
Η ελληνική στεγαστική κρίση συνδέθηκε στενά με την οικονομική κρίση χρέους (2009–2018), η οποία πάγωσε την οικοδομική δραστηριότητα και μείωσε δραματικά τα εισοδήματα.
Ωστόσο, η οξεία σημερινή μορφή της (έλλειψη κατοικιών, τεράστια άνοδος ενοικίων σε σχέση με τους μισθούς) άρχισε να διαμορφώνεται ραγδαία μετά το 2017–2018, όταν η αγορά ανέκαμψε λόγω της τουριστικής έκρηξης, της μαζικής εισροής κεφαλαίων σε ακίνητα και των βραχυχρόνιων μισθώσεων, βάζοντας τη χώρα στις υψηλότερες θέσεις κόστους στέγασης στην Ευρώπη.
Στην Ελλάδα η στεγαστική κρίση δεν αφορά μόνο στα χαμηλά εισοδήματα
Η Κομισιόν καταγράφει ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών της ΕΕ με το υψηλότερο ποσοστό στεγαστικής επιβάρυνσης, καθώς σημαντικό μέρος των νοικοκυριών δαπανά πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για στέγαση. Η πίεση αυτή είναι εντονότερη στις πόλεις, όπου οι τιμές ενοικίων έχουν αυξηθεί ταχύτερα από τα εισοδήματα.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι τα προβλήματα προσιτότητας δεν περιορίζονται πλέον μόνο στα χαμηλά εισοδήματα, αλλά επεκτείνονται σταδιακά και στη μεσαία τάξη, η οποία βλέπει το διαθέσιμο εισόδημά της να συμπιέζεται.
Στην τελευταία της έκθεση η Κομισιόν αναδεικνύει ότι η ελληνική στεγαστική αγορά παρουσιάζει ορισμένες ιδιαιτερότητες που εντείνουν τις ανισορροπίες:
-Μεγάλο ποσοστό παλαιωμένου και ενεργειακά αναποτελεσματικού κτιριακού αποθέματος
-Περιορισμένες επενδύσεις σε ανακαινίσεις μετά την οικονομική κρίση
-Σημαντικό ποσοστό κατοικιών που δεν χρησιμοποιούνται ως κύρια κατοικία
-Ανεπαρκής αύξηση της προσφοράς νέων κατοικιών σε σχέση με τη ζήτηση
Αυτοί οι παράγοντες, σύμφωνα με την Επιτροπή, δημιουργούν μια αγορά όπου η διαθέσιμη προσφορά δεν ανταποκρίνεται επαρκώς στις ανάγκες των νοικοκυριών, οδηγώντας σε αυξημένες τιμές και ενοίκια.
Στην Ευρώπη την πληρώνουν οι νέοι
Τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat για τις τιμές των κατοικιών και τα ενοίκια στην Ευρωπαϊκή Ένωση έρχονται να επιβεβαιώσουν ότι το στεγαστικό αποτελεί πραγματικό πονοκέφαλο, και μάλιστα έχει πανευρωπαϊκή διάσταση.
Η έλλειψη νέων κατασκευών, σε συνδυασμό με τη ραγδαία αύξηση των τιμών πώλησης, έχει στρέψει μεγάλο μέρος του πληθυσμού στην Ευρώπη προς την ενοικίαση κατοικιών.
Ανάμεσα στις πολλές προκλήσεις που υπονομεύουν την ΕΕ, η στεγαστική κρίση κατέχει εξέχουσα θέση.
Οι αριθμοί είναι εντυπωσιακοί: από το 2010, οι μέσες τιμές πώλησης και τα ενοίκια στα 27 κράτη-μέλη αυξήθηκαν κατά 55,4% και 26,7% αντίστοιχα – πολύ περισσότερο από το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα, το οποίο αυξήθηκε περίπου κατά 20%, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας.
Ιδιαίτερα οι νέοι έχουν πληγεί σκληρά: στη Βουλγαρία, την Ιρλανδία, την Πολωνία, την Πορτογαλία, την Ισπανία και σε ορισμένες περιοχές της Αυστρίας και της Ιταλίας, η ενοικίαση ενός τυπικού διαμερίσματος δύο δωματίων κοστίζει πάνω από το 80% του διάμεσου μισθού ενός νέου ενήλικα – και ξεπερνά ακόμη και το 100% σε ιδιαίτερα τουριστικές περιοχές. Ως αποτέλεσμα, οι νέοι δυσκολεύονται ολοένα και περισσότερο να αποκτήσουν ανεξαρτησία.
Στην Ιρλανδία, το ποσοστό των φοιτητών που εξακολουθούσαν να ζουν με τους γονείς τους αυξήθηκε από 73% σε 93% μεταξύ 2013 και 2023, ενώ το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 25 έως 34 ετών στην ίδια κατάσταση αυξήθηκε από 23% σε 40%, σύμφωνα με τη EUROFOUND.
Στις ΗΠΑ η ανέγερση κατοικιών δεν έχει ανακάμψει από το 2008
Για να κατανοήσουμε γιατί εκατομμύρια Αμερικανοί δυσκολεύονται να βρουν στέγη που να μπορούν να αντέξουν οικονομικά, πρέπει να κοιτάξουμε πέρα από τους οικονομικούς τίτλους των τελευταίων ετών και να επανεξετάσουμε μια κρίση που ξεκίνησε πριν από σχεδόν δύο δεκαετίες, στα συντρίμμια της Παγκόσμιας Οικονομικής Κρίσης.
Όταν η αγορά κατοικίας κατέρρευσε το 2008, η ζημιά επεκτάθηκε πολύ πέρα από τις κατασχέσεις και τις χρεοκοπημένες τράπεζες. Οι κατασκευαστές κατοικιών χρεοκόπησαν. Οι εργάτες οικοδομών εγκατέλειψαν τον κλάδο. Ο δανεισμός περιορίστηκε δραματικά. Οι επενδύσεις στέρεψαν. Η ανέγερση κατοικιών έπεσε απότομα.
Οι Αμερικανοί θα συνεχίσουν να βιώνουν τις συνέπειες της στεγαστικής κρίσης
Η οικονομία τελικά ανέκαμψε, αλλά η ανέγερση κατοικιών δεν το έκανε ποτέ. Στην πραγματικότητα, τη δεκαετία του 2010 σημειώθηκαν οι λιγότερες ενάρξεις κατασκευής μονοκατοικιών τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1960 και σχεδόν οι μισές από την προηγούμενη δεκαετία.
Τώρα, η Freddie Mac εκτιμά ότι η χώρα έχει έλλειψη περίπου 3,7 εκατομμυρίων κατοικιών από ό,τι χρειάζεται για να καλύψει τη ζήτηση.
Ο Εθνικός Συνασπισμός Στέγασης Χαμηλού Εισοδήματος εκτιμά ότι υπάρχει έλλειψη 7,2 εκατομμυρίων ενοικιαζόμενων κατοικιών που είναι προσιτές σε ενοικιαστές με εισόδημα ίσο ή χαμηλότερο από το ομοσπονδιακό όριο φτώχειας.
Η Μεγάλη Ύφεση έληξε επίσημα το 2009, αλλά η ύφεση της στέγασης δεν τελείωσε ποτέ.
Έως ότου οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αντιμετωπίσουν το διαρθρωτικό στεγαστικό έλλειμμα που προέκυψε από την οικονομική κρίση, οι Αμερικανοί θα συνεχίσουν να βιώνουν τις συνέπειες μέσω υψηλότερων ενοικίων, υψηλότερων τιμών κατοικιών και λιγότερων ευκαιριών για επίτευξη οικονομικής ασφάλειας.

