Η ελληνική οικονομία δείχνει, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, να απορροφά τους κραδασμούς από τη νέα γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή. Οι βασικοί δείκτες οικονομικής δραστηριότητας δεν καταγράφουν εικόνα εκτροχιασμού, η απασχόληση κινείται ανοδικά, το λιανεμπόριο ανακάμπτει, λόγω και ή κυρίως του τουρισμού και οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να χρηματοδοτούνται με υψηλούς ρυθμούς.
Επίσης υπάρχει και η θετική εικόνα των εξαγωγών όπου, όπως αναφέρει ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εξαγωγέων, οι εξαγωγές αγαθών εκτινάχθηκαν κατά +26,3% στα 5.000,3 εκατ. € (5,78 δισ. δολάρια ΗΠΑ). Η δυναμική διατηρείται σε όλες τις αναγνώσεις: χωρίς τα πετρελαιοειδή +18,4% και χωρίς πετρελαιοειδή & πλοία +18,2% — ένδειξη ότι η άνοδος είναι δομική και όχι απλή επίδραση τιμών ενέργειας.
Η άλλη εικόνα
Πίσω όμως από αυτή την εικόνα ανθεκτικότητας κρύβεται μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα: τα νοικοκυριά εξακολουθούν να δέχονται ισχυρό πλήγμα στο διαθέσιμο εισόδημά τους.
Το «πλήγμα του Ορμούζ» μπορεί να μην έχει μέχρι στιγμής μεταφραστεί σε άμεσο σοκ για την ελληνική οικονομία, όπως εκείνο που προκάλεσε η ενεργειακή κρίση του 2022, όμως επαναφέρει στο προσκήνιο τον μεγαλύτερο ίσως κίνδυνο για την κατανάλωση και την κοινωνική ευημερία, που δεν είναι άλλη από την επίμονη ακρίβεια. Και το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η πίεση στις τιμές δεν προέρχεται αποκλειστικά από τις διεθνείς εξελίξεις. Ένα σημαντικό μέρος της ακρίβειας έχει πλέον αποκτήσει εγχώρια χαρακτηριστικά, καθώς συνδέεται και με τη δομή της αγοράς, τον περιορισμένο ανταγωνισμό σε επιμέρους κλάδους, το κόστος στέγασης και των υπηρεσιών, αλλά και τη βαριά επιβάρυνση μέσω έμμεσων φόρων.
Η εικόνα της οικονομίας παραμένει ανθεκτική
Πιο συγκεκριμένα, τελευταία ανάλυση της Eurobank, με τίτλο «Η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας διατηρείται παρά το γεωπολιτικό σοκ στη Μέση Ανατολή», αποτυπώνει αυτή την αντίφαση.
Ο δείκτης οικονομικού κλίματος του ΙΟΒΕ υποχώρησε ελαφρά τον Ιούλιο στις 107,6 μονάδες, από 108,2 τον Ιούνιο, παραμένοντας ωστόσο αρκετά πάνω από τον μακροχρόνιο μέσο όρο των 100 μονάδων και αισθητά υψηλότερα από τον αντίστοιχο δείκτη της Ευρωζώνης, ο οποίος διαμορφώθηκε στις 96,9 μονάδες.
Θετική ήταν και η εξέλιξη στην καταναλωτική εμπιστοσύνη, η οποία βελτιώθηκε τον Ιούλιο στις -47,8 μονάδες, από -52,8 τον Ιούνιο, φτάνοντας σε υψηλό επτά μηνών.
Μόνο που η βελτίωση αυτή παραμένει εύθραυστη. Και η ίδια η Eurobank επισημαίνει ότι η πορεία της καταναλωτικής εμπιστοσύνης τους επόμενους μήνες θα εξαρτηθεί σε σημαντικό βαθμό από τις εξελίξεις στο μέτωπο του πληθωρισμού.
Με άλλα λόγια, η οικονομία μπορεί να δείχνει αντοχές, αλλά η αντοχή των νοικοκυριών είναι πολύ πιο περιορισμένη.
Το εισόδημα αυξάνεται στα χαρτιά, όχι στην τσέπη
Τα στοιχεία των εθνικών λογαριασμών είναι αποκαλυπτικά. Στο πρώτο τρίμηνο του 2026 η αρνητική αποταμίευση των νοικοκυριών επιδεινώθηκε, φτάνοντας το 3,3% του διαθέσιμου εισοδήματός τους, από 1,8% ένα χρόνο νωρίτερα.
Την ίδια στιγμή, το ονομαστικό διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε κατά 3,2%. Η αύξηση αυτή, όμως, ουσιαστικά εξανεμίστηκε από τον πληθωρισμό, με αποτέλεσμα το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών να παραμείνει στάσιμο σε ετήσια βάση.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο δυσμενής όταν η σύγκριση γίνει σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. “Οι γεωπολιτικές εξελίξεις εξακολουθούν να αποτελούν σημαντική πηγή αβεβαιότητας, ιδίως μέσω των επιδράσεών τους στις τιμές της ενέργειας και στη διεθνή προσφορά και ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών” αναφέρει η Eurobank.
Η Ελλάδα ουραγός στο πραγματικό εισόδημα
Με βάση, επίσης, τα τελευταία στοιχεία του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα κατέγραψε στο πρώτο τρίμηνο του 2026 τη χειρότερη επίδοση μεταξύ των 21 χωρών-μελών του Οργανισμού για τις οποίες υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία.
Ενώ το πραγματικό κατά κεφαλήν διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών στον ΟΟΣΑ αυξήθηκε κατά 0,2%, στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 3,6%.
Η διαφορά δεν είναι απλώς στατιστική. Αποτυπώνει τη διαφορά ανάμεσα στην πορεία της συνολικής οικονομικής δραστηριότητας και στην οικονομική κατάσταση που βιώνουν τα ίδια τα νοικοκυριά.
Το ΑΕΠ μπορεί να αυξάνεται, οι επενδύσεις να ενισχύονται και η απασχόληση να βελτιώνεται. Όμως αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αυξάνεται και το εισόδημα που μένει πραγματικά διαθέσιμο για κατανάλωση ή αποταμίευση.
Και στην Ελλάδα, τα στοιχεία δείχνουν ότι η ανάπτυξη δεν περνά με την ίδια ένταση στο πορτοφόλι του πολίτη, κάτι που αποτελεί και το μεγαλύτερο πολιτικό πονοκέφαλο εν όψει και της ΔΕΘ αλλά και των εκλογών.
Ο πληθωρισμός υποχωρεί, η ακρίβεια μένει
Και μπορεί ο πληθωρισμός ν< υποχώρησε σημαντικά τον Ιούλιο, στο 3,4%, από 4,4% τον Ιούνιο, 5,2% τον Μάιο και 5,4% τον Απρίλιο, ωστόσο δεν σημαίνει ότι οι τιμές επιστρέφουν στα επίπεδα που βρίσκονταν πριν από το κύμα ακρίβειας.
Σημαίνει απλώς ότι οι τιμές αυξάνονται με μικρότερο ρυθμό. Και αυτή η διαφορά είναι κρίσιμη για την καθημερινότητα των νοικοκυριών. Γιατί, ακόμη και με χαμηλότερο πληθωρισμό, μια σειρά από βασικά αγαθά και υπηρεσίες εξακολουθούν να γίνονται ακριβότερα.
«Φωτιά» στο κρέας και στα βασικά αγαθά
Οι αυξήσεις, άλλωστε, στα τρόφιμα παραμένουν χαρακτηριστικές. Το μοσχάρι είναι ακριβότερο κατά 14,3% σε σχέση με πέρυσι, ενώ οι τιμές σε αρνί και κατσίκι έχουν αυξηθεί κατά 12,4%. Το χοιρινό αυξήθηκε κατά 3,4%, τα πουλερικά κατά 2,2% και τα αλίπαστα ψάρια κατά 9,6%.
Ανατιμήσεις καταγράφονται επίσης στα γαλακτοκομικά και τα αβγά, κατά 2,9%, στο ψωμί και τα προϊόντα αρτοποιίας κατά 1,2%, ενώ η μαργαρίνη και τα λοιπά φυτικά λίπη αυξήθηκαν κατά 8,6%.
Υπάρχουν ασφαλώς και κατηγορίες όπου καταγράφονται μειώσεις, όπως στα φρούτα (-9,4%), στα παγωτά (-8,8%) και κυρίως στο ελαιόλαδο (-21,7%). Η συνολική εικόνα, ωστόσο, παραμένει αυτή μιας καθημερινότητας που εξακολουθεί να κοστίζει ακριβά.
Από το σούπερ μάρκετ μέχρι το ενοίκιο
Το πρόβλημα, άλλωστε, δεν περιορίζεται στο καλάθι του σούπερ μάρκετ. Τα ενοίκια έχουν αυξηθεί κατά 6,8% σε ετήσια βάση, ενώ το κόστος επισκευής και συντήρησης κατοικίας κατά 4,8%.
Στα καύσιμα, το πετρέλαιο κίνησης είναι ακριβότερο κατά 22,1% και η βενζίνη κατά 13,3%. Ακριβότερες είναι και οι υπηρεσίες. Οι τιμές σε εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, ταχυφαγεία και κυλικεία αυξήθηκαν κατά 6,4%, τα αεροπορικά εισιτήρια κατά 17,5%, τα ασφάλιστρα υγείας κατά 7% και οι υπηρεσίες κομμωτηρίων κατά 4,2%.
Πρόκειται για ένα πλέγμα ανατιμήσεων που συμπιέζει σταδιακά το διαθέσιμο εισόδημα, ακόμη και όταν οι μισθοί αυξάνονται ονομαστικά.
Δεν είναι όλα εισαγόμενη ακρίβεια
Σε αυτό το σημείο βρίσκεται ίσως η ουσία του προβλήματος. Η νέα γεωπολιτική κρίση μπορεί να εντείνει τις πιέσεις στην ενέργεια και στις μεταφορές. Μπορεί να αυξήσει το κόστος εισαγωγών και να δημιουργήσει νέους κινδύνους στην εφοδιαστική αλυσίδα. Η Ευρώπη, άλλωστε, παραμένει ευάλωτη στις διακυμάνσεις της αγοράς φυσικού αερίου, καθώς τα αποθέματα βρίσκονται σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα για την εποχή και η εξάρτηση από το LNG έχει αυξήσει την έκθεση στις διεθνείς τιμές.
Αλλά η ελληνική ακρίβεια δεν μπορεί να αποδοθεί στο σύνολό της στο φυσικό αέριο, στο πετρέλαιο, στον πόλεμο ή στα στενά του Ορμούζ.
Υπάρχει και το εσωτερικό σκέλος της ακρίβειας.
Η δομή της ελληνικής αγοράς, ο βαθμός ανταγωνισμού σε βασικούς κλάδους, τα περιθώρια κέρδους σε επιμέρους αλυσίδες της εφοδιαστικής, το υψηλό κόστος στέγασης και η φορολογική επιβάρυνση μέσω έμμεσων φόρων συνθέτουν ένα περιβάλλον στο οποίο οι διεθνείς ανατιμήσεις μπορούν να μετακυλίονται με μεγαλύτερη ένταση στον τελικό καταναλωτή.
Το «μάρμαρο» πληρώνεται στο ταμείο
Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με έρευνα της Pulse για λογαριασμό του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, οι υψηλές τιμές εξακολουθούν να αποτελούν το σημαντικότερο πρόβλημα για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Το 83% των ερωτηθέντων τάσσεται υπέρ της μείωσης του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα.
Η συζήτηση για τους έμμεσους φόρους δεν είναι καινούργια. Αποκτά όμως ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια οικονομία όπου το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών παραμένει υπό πίεση.
Η κυβέρνηση από την πλευρά της υποστηρίζει ότι μια μείωση των φόρων δεν είναι βέβαιο ότι θα μετακυλιστεί στον καταναλωτή. Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει και έχει να κάνει με το πόσο από το κόστος της ακρίβειας μπορούν ακόμη να απορροφήσουν τα νοικοκυριά;
Η κρίση του Ορμούζ ως νέος κίνδυνος
Παράλληλα η γεωπολιτική αβεβαιότητα κάνει το πρόβλημα ακόμη πιο σύνθετο. Κι αυτό γιατί η Ευρώπη μπαίνει στη νέα φάση της ενεργειακής κρίσης με χαμηλά αποθέματα φυσικού αερίου. Οι αποθήκες της ΕΕ βρίσκονται λίγο κάτω από το 58%, περίπου 12 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από πέρυσι και στο χαμηλότερο επίπεδο για αυτή την εποχή από την έναρξη της σχετικής καταγραφής το 2011.
Η κατάσταση δεν είναι ίδια με εκείνη του 2022: η κατανάλωση φυσικού αερίου είναι χαμηλότερη και οι ανανεώσιμες πηγές έχουν ενισχυθεί. Ωστόσο, η μεγαλύτερη εξάρτηση από το LNG σημαίνει ότι ένα νέο σοκ στην παγκόσμια αγορά ενέργειας μπορεί να μεταφραστεί ξανά σε υψηλότερο κόστος για επιχειρήσεις και καταναλωτές.
Και αυτό είναι ακριβώς το σημείο στο οποίο συναντώνται η γεωπολιτική κρίση και η εγχώρια ακρίβεια.

