Ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται ξανά μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, όσον αφορά τον πόλεμο στο Ιράν. Ωστόσο, κάθε φορά που φτάνει σε αυτό το σημείο, τα περιθώριά του στενεύουν και το κόστος κάθε πιθανής επιλογής εκτοξεύεται.
Η αμερικανική κυβέρνηση εξήγησε ότι η προσωρινή παύση των αεροπορικών επιθέσεων -που διένυσε την τρίτη της νύχτα, μετά από 13 συνεχόμενα εικοσιτετράωρα βομβαρδισμών- αποσκοπεί στο να δοθεί χώρος στη διπλωματία. Παράλληλα, όμως, προειδοποίησε ότι παραμένει “έτοιμη επί ποδός” για νέα κλιμάκωση.
Ορισμένες διπλωματικές κινήσεις καταγράφονται ήδη: η Τεχεράνη ανακοίνωσε ότι είχε επαφές με το Ομάν σε επίπεδο υφυπουργών Εξωτερικών. Παρ’ όλα αυτά, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι το ιρανικό καθεστώς προτίθεται να υποχωρήσει από την απαίτηση που πυροδότησε την τελευταία κρίση, την αξίωσή του να ελέγχει απόλυτα τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ.
Ο Τραμπ εγκλωβίζεται σε ένα γνώριμο μοτίβο. Επιχείρησε να αποσπάσει παραχωρήσεις κλιμακώνοντας τα στρατιωτικά πλήγματα, αλλά η τακτική αυτή δεν αποδίδει περισσότερο από ό,τι στον πρώτο γύρο των συγκρούσεων. Μια περαιτέρω αύξηση της πίεσης με την αποστολή χερσαίων δυνάμεων θα αξιοποιούσε τη στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ, όμως θα ενείχε τον κίνδυνο βαριών απωλειών σε έναν πόλεμο που η αμερικανική κοινή γνώμη αποδοκιμάζει εντονότατα.
Σχεδόν πέντε μήνες από την έναρξη μιας σύγκρουσης που ο ίδιος εκτιμούσε ότι θα διαρκούσε λίγες εβδομάδες, ο Αμερικανός πρόεδρος αναζητά απεγνωσμένα στρατηγικό ελιγμό. Ωστόσο, κάθε του κίνηση φαίνεται απλώς να περιορίζει τις επιλογές του και να καθιστά τα διλήμματα ακόμη πιο οδυνηρά.
Την ίδια ώρα, όπως εξηγεί σε ανάλυσή του το CNN, η πολιτική πίεση στο εσωτερικό κορυφώνεται. Η αύξηση των τιμών του πετρελαίου την περασμένη εβδομάδα απειλεί να εκτινάξει το κόστος των καυσίμων, εντείνοντας τη δυσαρέσκεια της πλειονότητας των Αμερικανών που εναντιώνονται στον πόλεμο. Επιπλέον, η εναλλακτική θαλάσσια διαδρομή μέσω της Ερυθράς Θάλασσας δέχεται πλήγματα από τους υποστηριζόμενους από το Ιράν αντάρτες Χούθι, ενώ τα παγκόσμια αποθέματα αργού εξαντλούνται, τροφοδοτώντας φόβους για ενεργειακή κρίση.
Όλα αυτά συμβαίνουν λίγους μήνες πριν από τις κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, όπου οι Ρεπουμπλικάνοι αντιμετωπίζουν ήδη σοβαρές εκλογικές δυσκολίες.
“Χρειαζόμαστε μια διαφορετική προσέγγιση”
Όπως συμβαίνει εδώ και εβδομάδες, καμία από τις διαθέσιμες επιλογές δεν είναι ελκυστική. Αυτό εξηγεί και τις συνεχείς μεταβολές στη στάση του Τραμπ, ο οποίος τη μία ημέρα απειλεί με ισοπεδωτικά πλήγματα και την άλλη ισχυρίζεται ότι η Τεχεράνη “ικετεύει” για διαπραγματεύσεις. Δεδομένου ότι η στρατιωτική ισχύς δεν έχει αλλάξει τα γεωπολιτικά δεδομένα, η ρητορική αυτή φαίνεται να στοχεύει περισσότερο στο εγχώριο ακροατήριο παρά στο ιρανικό καθεστώς.
Ο Αμερικανός πρόεδρος θα μπορούσε να κάνει πράξη τις απειλές του, διευρύνοντας το φάσμα των στόχων στο Ιράν. Πλήγματα σε υποδομές μεταφορών και εργοστάσια ενέργειας θα στραγγάλιζαν περαιτέρω την ιρανική οικονομία, όμως θα επιβάρυναν δραματικά τους αμάχους, τους οποίους ο Τραμπ δήλωνε πρόθυμος να προστατεύσει στην αρχή του πολέμου. Επιπλέον, ακόμη και στενοί συνεργάτες του αμφισβητούν αν μια τέτοια τακτική θα κάμψει την ηγεσία της Τεχεράνης.
Σύμφωνα με πληροφορίες του αμερικανικού μέσου, ο Τζέι Ντι Βανς και ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, Νταν Κέιν, εξέφρασαν έντονες επιφυλάξεις για το ενδεχόμενο κλιμάκωσης σε σύσκεψη στο Λευκό Οίκο. Ο Κέιν προειδοποίησε συγκεκριμένα για την ανησυχητική εξάντληση των αμερικανικών αποθεμάτων πυρομαχικών. Την ίδια στιγμή, εκθέσεις της CIA και της Στρατιωτικής Υπηρεσίας Πληροφοριών καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί είναι αμφίβολο αν θα εξαναγκάσουν το Ιράν σε υποχωρήσεις.
Μια άλλη εναλλακτική θα ήταν η αυστηροποίηση του ναυτικού αποκλεισμού στα ιρανικά λιμάνια, ώστε να αποκοπούν τα έσοδα που συντηρούν τους Φρουρούς της Επανάστασης. Το πρόβλημα είναι ότι μια τέτοια στρατηγική απαιτεί μήνες για να αποδώσει, χωρίς καμία εγγύηση επιτυχίας. Είναι αμφίβολο αν ο Τραμπ διαθέτει την υπομονή ή τα πολιτικά περιθώρια για μια τόσο μακρόχρονη διαδικασία. Επιπλέον, το Ιράν θα απαντούσε πιθανότατα με νέες επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια, επιδεινώνοντας την παγκόσμια οικονομική κρίση.
Η τρίτη επιλογή αφορά την επαναφορά της προηγούμενης συμφωνίας εκεχειρίας που κατέρρευσε. Ωστόσο, η Τεχεράνη δύσκολα θα συναινούσε χωρίς να εξασφαλίσει το δικαίωμα ελέγχου και επιβολής τελών στα Στενά, όρος που συνιστά υποχώρηση για τις ΗΠΑ, καθώς ο θαλάσσιος διάδρομος ήταν ελεύθερος πριν από τον πόλεμο. Μια τέτοια υποχώρηση θα εξέθετε τον Τραμπ σε σφοδρή κριτική από τους θιασώτες της σκληρής γραμμής στο εσωτερικό της χώρας.
Στην Ουάσινγκτον επικρατεί αμηχανία, καθώς όλοι αναζητούν μια νέα διέξοδο χωρίς να την βρίσκουν.
Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Μπιλ Κάσιντι πρότεινε δημόσια την έναρξη ενός “εθνικού διαλόγου”, όπου ο πρόεδρος και το Κογκρέσο θα συνδιαμορφώσουν μια νέα στρατηγική.
«Χρειαζόμαστε κάτι διαφορετικό», δήλωσε στο CNN, εκφράζοντας την ελπίδα για μια λύση που δεν θα παραδίδει τα Στενά στο Ιράν, αλλά ούτε θα απαιτεί δισεκατομμύρια δολάρια χωρίς αποτέλεσμα.
Το γεγονός όμως ότι μετά από πέντε μήνες πολέμου κανείς δεν μπορεί να προσδιορίσει τι σημαίνει αυτό το “διαφορετικό”, αποτυπώνει το μέγεθος του αδιεξόδου.
Αναζητώντας διέξοδο από μια κατάσταση χωρίς νικητές
Ο Λευκός Οίκος επιστράτευσε τον Αμερικανό πρέσβη στον ΟΗΕ, Μάικ Γουόλτζ, για να υπερασπιστεί τη στρατηγική της κυβέρνησης στα τηλεοπτικά δίκτυα.
Ο Γουόλτζ υπογράμμισε την πρόσφατη ενίσχυση των αμερικανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή, δηλώνοντας ότι «το ιρανικό καθεστώς οφείλει να λάβει σοβαρά υπόψη τις προειδοποιήσεις του προέδρου πως όλες οι επιλογές βρίσκονται στο τραπέζι».
Παράλληλα, ισχυρίστηκε ότι «το Ιράν είναι διπλωματικά, οικονομικά και στρατιωτικά αποδιοργανωμένο, επιτρέποντας στις ΗΠΑ να διαπραγματεύονται από θέση ισχύος».
Σε αμιγώς στρατιωτικό επίπεδο, η διαπίστωση αυτή ενδέχεται να ισχύει. Όμως, η φύση του ασύμμετρου πολέμου επιτρέπει στο Ιράν -όσο διαθέτει πυραύλους και drones- να προκαλεί τεράστιο οικονομικό κόστος στη διεθνή κοινότητα. Επιπλέον, η επιβίωση του καθεστώτος ,παρά την απώλεια του Αλί Χαμενεΐ, συντηρεί την εικόνα αντοχής απέναντι στην αμερικανική υπερδύναμη.
Στο εσωτερικό μέτωπο, ο πόλεμος εξελίσσεται σε πολιτικό εφιάλτη για τη διοίκηση Τραμπ. Πρόσφατη δημοσκόπηση των CBS News/YouGov αποτυπώνει τη σύγχυση της κοινής γνώμης: μόλις το 31% των Αμερικανών δηλώνει ότι κατανοεί τους στόχους της επιχείρησης στα Στενά του Ορμούζ, μόνο το 40% θεωρεί ότι οι ΗΠΑ επικρατούν, ενώ το 76% εκτιμά ότι η σύγκρουση αποδείχθηκε πολύ πιο δύσκολη από ό,τι υπολόγιζε ο Λευκός Οίκος.
Ο Τραμπ επεδίωξε εξαρχής να εξαναγκάσει το Ιράν σε συνθηκολόγηση, χωρίς να εμπλέξει τη χώρα σε έναν νέο πολυετή χερσαίο πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Η πραγματικότητα όμως αποδεικνύει ότι ο στόχος αυτός δύσκολα μπορεί να επιτευχθεί εντός των περιορισμών που ο ίδιος έθεσε. Κάθε νέα κλιμάκωση κινδυνεύει να τον επαναφέρει στο ίδιο αδιέξοδο, την ώρα που δεν διαφαίνεται καμία βιώσιμη διπλωματική λύση.
Πρόκειται για την απόλυτη αποτύπωση μιας κατάστασης από την οποία κανείς δεν μπορεί να βγει κερδισμένος.

