Αν θέλουμε να το περιγράψουμε με την ορολογία του συρμού, ένα από τα εντυπωσιακότερα πολιτικά rebranding των μεταπολιτευτικών χρόνων το κατάφερε ο Αντώνης Σαμαράς, όταν έγινε Πρωθυπουργός.
Ναι μεν είχε εκλεγεί αρχηγός του κόμματος που τη δεκαετία του ‘90 έριξε από την κυβέρνηση αλλά μόνον όταν συγκυβέρνησε με τον Ευάγγελο Βενιζέλο ο κόσμος είδε «έναν άλλο Σαμαρά» που σε μια δύσκολη περίοδο λειτούργησε θετικά και ως παράγοντας σταθερότητας.
Λίγο αργότερα, το πήγε ένα βήμα παρακάτω: στήριξε με όλες του τις δυνάμεις την εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην προεδρία της Νέας Δημοκρατίας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στο β γύρο των εσωκομματικών εκλογών τότε, ο Κυριάκος Μητσοτάκης μόνο στη Μεσσηνία πήρε όσες ψήφους είχε συγκεντρώσει σε ολόκληρη την Κρήτη.
Η συνέχεια είναι γνωστή και φτάνουμε σήμερα που στα 75 του χρόνια έχει βρεθεί πάλι να ξιφουλκεί με έναν Μητσοτάκη.
Μα δεν έχει, πλέον, βαρεθεί;
Η ίδρυση ενός παραδοσιακού δεξιού κόμματος θα μπορούσε να λειτουργήσει μέχρι και θετικά στην παρούσα συγκυρία και όχι μόνο γιατί θα μάζευε τις ψήφους της «παλαβής δεξιάς» και θα τις μάντρωνε σε ένα συστημικό σχήμα υπό στιβαρή ηγεσία. Άλλωστε – κι εδώ να κάνω μια σύντομη παρένθεση- είναι λάθος η εκτίμηση ότι τον Σαμαρά θα τον ψηφίσουν μόνον οι Δεξιοί.
Είναι απολύτως βέβαιο ότι θα το κάνει και το κομμάτι του Μένουμε Ευρώπη που νοσταλγεί την περίοδο της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου και θέλει να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Πόσοι είναι αυτοί; Αρκετοί για να αναδειχθεί ένα κόμμα Σαμαρά σε ρυθμιστικό παράγοντα των μετεκλογικών εξελίξεων.
Μόνο που ο κ. Σαμαράς θα μπορούσε να προσφέρει στην Ελλάδα πολύ περισσότερα από το γινάτι του που αυτή τη φορά το έχει μασκαρέψει ως «διαμαρτυρία απέναντι στη woke ατζέντα».
Όπως δείχνουν όλες ανεξαιρέτως οι έρευνες κοινής γνώμης, ακόμα και οι κοινωνικές που τρέχουν ανα τακτά χρονικά διαστήματα σοβαρά think tank όπως η ΔΙΑΝΕΟΣΙΣ και το ETERON, το μεταναστευτικό και τα θέματα ατομικών δικαιωμάτων ουδόλως απασχολούν την Κοινωνία.
Όταν με ένα μέσο μισθό έχεις να πληρώσεις ενοίκιο, σούπερ μάρκετ και τα φροντιστήρια των παιδιών, σου είναι παγερώς αδιάφορο αν ο Τάκης κοιμάται με τον Νίκο.
Ο Αντώνης Σαμαράς αν και είναι από τους ελάχιστους αληθινούς αστούς σε αυτή τη χώρα, κατάφερε να διακρίνεται για μια ιδιαίτερη, γνήσια λαϊκότητα.
Είχε την τύχη να ζήσει μοναδικές εμπειρίες ως πολιτικός, κατέκτησε όλα τα αιρετά αξιώματα, έκανε λάθη, ενέπνευσε πάθη, είχε πολύ σημαντικούς αντιπάλους όπως τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη αλλά και η Ντόρα Μπακογιάννη, συνεργάστηκε με μια εξίσου σημαντική και πληθωρική προσωπικότητα, όπως ο Βαγγέλης Βενιζέλος και βίωσε και μια μεγάλη προσωπική τραγωδία.
Αν ζούσε ο μέγας Πλούταρχος που όπως έγραφε, μελετούσε την ιστορία για να καταλάβει τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών της, είναι βέβαιο ότι θα τον περιελάμβανε στους «Βίους» του και έχει λίγο γούστο να μπει κανείς στη διαδικασία να υποθέσει ποιον θα έβαζε απέναντί του αλλά δεν είναι της παρούσης.
Σήμερα, στα 75 του, πώς ακριβώς σκοπεύει να αξιοποιήσει όλον αυτόν τον προσωπικό πλούτο, όλες αυτές τις εμπειρίες που συσσώρευσε χάρις στον ελληνικό λαό;
Γιατί δεν πολιτεύεται υπέρ λαού;
Γιατί αδυνατεί να δει τον εαυτό του ως τη φωνή του μέσου Έλληνα που παλεύει με την καθημερινότητα, μόνο εμπλέκεται πάλι σε μια βεντέτα που μόνο χασμουρητά προκαλεί;
Γιατί του είναι τόσο δύσκολο να λειτουργήσει θετικά αντί να βάζει στο στόχαστρο συμπολίτες μας, συνανθρώπους μας που ανήκουν σε μειοψηφίες και που συχνά είναι και ευάλωτοι;
Αντιλαμβάνομαι περισσότερο από τον καθένα ότι πολιτική σημαίνει να περιγράφεις την πραγματικότητα με τις δικές σου λέξεις αλλά ως πότε η Δεξιά στην Ελλάδα θα περιγράφει την πραγματικότητα και τον εαυτό της με όρους της δεκαετίας του ‘50;
Σήμερα, ο κ.Σαμαράς έχει την ευκαιρία να λειτουργήσει ως παράγοντας σταθερότητας μιλώντας θετικά και αναδεικνύοντας τα προβλήματα των πολιτών στο πλαίσιο μιας ουσιώδους αντιπολίτευσης.
Πάλι με τους Μητσοτάκηδες θα ξιφουλκεί με πρόσχημα τα κρεβάτια των άλλων;
in.gr

