Ήταν μια μαύρη μέρα στην ιστορία της Γης όταν ένας αστεροειδής στο μέγεθος του Όρους Έβερεστ έπεσε στο Τσιξουλούμπ του σημερινού Μεξικού και εξαφάνισε τα τρία τέταρτα όλων των ζωντανών οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των δεινοσαύρων.
Η πρόσκρουση πιστεύεται ότι σκότωσε τα πάντα σε ακτίνα χιλιάδων χιλιομέτρων, σήκωσε ένα τερατώδες τσουνάμι, προκάλεσε σεισμούς σε όλο τον κόσμο και τύλιξε τον πλανήτη σε ένα πέπλο σκόνης, το οποίο έφερε έναν μακρύ «πυρηνικό χειμώνα» και προκάλεσε σε διάστημα λίγων ετών ένα κύμα μαζικής εξαφάνισης ειδών.
Σύμφωνα όμως με μια νέα μελέτη, η καταστροφή ήρθε πολύ ταχύτερα. Σε όλο τον πλανήτη, «τα πάντα μπορεί να σκοτώθηκαν τις πρώτες μία ή δύο ώρες» λέει ο Μπράντον Τζόνσον του Πανεπιστημίου Purdue στην Ιντιάνα, επικεφαλής της μελέτης που δημοσιεύεται στο Journal of Geophysical Research: Biogeosciences.
Ο Τζόνσον και η ομάδα του υπολογίζουν ότι η σκόνη που τύλιξε τον πλανήτη λειτούργησε σαν θερμομονωτικό στρώμα που μετέτρεψε ολόκληρο πλανήτη σε καμίνι και έψησε τους δεινόσαυρους ζωντανούς.
Οι ερευνητές συνδύασαν γεωλογικά δεδομένα με προσομοιώσεις της πρόσκρουσης και εκτίμησαν ότι το χτύπημα εξαέρωσε ακαριαία 1.000 κυβικά χιλιόμετρα υλικού, ποσότητα πέντε φορές μεγαλύτερη σε σχέση με προηγούμενες εκτιμήσεις.
Πύρινη βροχή
Όλο αυτό το υλικό, περίπου 1,6 τρισεκατομμύρια τόνοι εκτινάχθηκε σε ύψος δεκάδων χιλιάδων χιλιομέτρων και τύλιξε τον πλανήτη. Ένα μέρος των εξαερωμένων πετρωμάτων ψύχθηκε και σχημάτισε σφαιρίδια που άρχισαν να πέφτουν στη Γη σαν μετεωρίτες, οπότε θερμάνθηκαν από την τριβή με την ατμόσφαιρα και απελευθέρωσαν θερμότητα.
Προηγούμενες μελέτες εκτιμούσαν ότι η θερμότητα αυτή ήταν αρκετή για να σκοτώσει τα περισσότερα ζώα, όχι όμως να προκαλέσει εκτεταμένες πυρκαγιές.
Σύμφωνα όμως με τη νέα εκτίμηση, η καταστοφή επιδεινώθηκε από το παχύ σύννεφο σκόνης που είχε περιβάλει τον πλανήτη, το οποίο λειτούργησε ως μόνωση και εμπόδισε την ακτινοβόληση της θερμότητας στο Διάστημα –περίπου όπως το φαινόμενο του θερμοκηπίου που παγιδεύει θερμότητα στην ατμόσφαιρα.
Λόγω του καλύμματος σκόνης, υπολογίζουν οι ερευνητές, η ζέστη στο επίπεδο του εδάφους έγινε 3,5 φορές πιο έντονη από ό,τι θα ήταν χωρίς αυτό το μονωτικό στρώμα.
«Λόγω της λεπτόκοκκης σκόνης, τα ζώα της Κρητιδικής Περιόδου δέχτηκαν 17 φορές τη δόση θερμικής ακτινοβολίας που θα ήταν 100% θανατηφόρα για τους ανθρώπους» δήλωσε ο Τζόνσον.
Η θερμότητα «ήταν αρκετή για να βάλει φωτιά στα χόρτα, τις πευκοβελόνες, τους λειχήνες, πιθανώς και για να προκαλέσει άμεσα ανάφλεξη του ξύλου» είπε.
Οι πυρκαγιές που ξέσπασαν έτσι στον πλανήτη θα ήταν έτσι αρκετές για να οδηγήσουν στην εξαφάνιση των περισσότερων οργανισμών της ξηράς.
Για τους θαλάσσιους οργανισμούς, οι οποίοι ήταν προστατευμένοι από τον θανάσιμο παλμό θερμότητας, η καταστροφή εξελίχθηκε πιο αργά.
«Όταν τα σφαιρίδια σταμάτησαν να πέφτουν και οι πυρκαγιές άρχισαν να σβήνουν, τα τεράστια σύννεφα σκόνης μπλόκαραν τη θερμότητα του ήλιου για χρόνια ή δεκαετίες και προκάλεσαν πυρηνικό χειμώνα» είπε ο Τζόνσον.
Ως αποτέλεσμα του σκότους, το φυτοπλαγκτό πέθανε και παρέσυρε μαζί του όλη την τροφική αλυσίδα στους ωκεανούς.
Με άλλα λόγια, η καταστροφή στην ξηρά ήταν σχεδόν ακαριαία ενώ στη θάλασσα εξελίχθηκε ως αργό μαρτύριο.
Τα πιο σαφή πειστήρια για αυτό το σενάριο δύο φάσεων, είπαν οι ερευνητές, θα ήταν η ανακάλυψη των στρωμάτων τέφρας που άφησαν πίσω τους οι παγκόσμιες πυρκαγιές.

