Η έκφραση «ξεχασμένη Ελλάδα» ήταν πολύ συχνή κάποιες δεκαετίες πριν. Ήταν τότε που όχι μόνο είχαμε μεγάλα κύματα μετανάστευσης προς τα αστικά κέντρα αλλά και προς το εξωτερικό, που σήμαιναν ότι ερήμωναν πολλά από τα κάποτε ακμάζοντα δίκτυα χωριών και κωμοπόλεων στην επαρχιακή Ελλάδα ιδίως την ορεινή, αλλά και συχνά η Πολιτεία έδειχνε να μη νοιάζεται για τους ανθρώπους που είχαν μείνει πίσω.
Η συζήτηση αυτή είχε κάποια αποτελέσματα και αρκετές κυβερνήσεις προσπάθησαν να δώσουν κίνητρα για να γίνει η ζωή καλύτερη στην περιφέρεια, να τονωθούν παραγωγικές δραστηριότητες, πρωτότυποι συνδυασμοί δραστηριοτήτων, όπως ο αγροτουρισμός, να δοθούν κίνητρα σε ανθρώπους να επιστρέψουν.
Δεν ήταν μια εύκολη προσπάθεια, ούτε πάντα στέφθηκε με επιτυχία. Όμως, κάποια στιγμή φάνηκε κάπως να ορθοποδεί και η περιφέρεια, να αποκτά οικονομικό και κοινωνικό δυναμισμό, να επιστρέφουν άνθρωποι. Βεβαίως τα μεγάλα προβλήματα δεν αντιμετωπίστηκαν και το πρόβλημα τα χωριά να ζωντανεύουν κυρίως τα καλοκαίρια παρέμεινε, ωστόσο κάποια βήματα έγιναν.
Τα χρόνια της κρίσης υπήρξε ένα πισωγύρισμα αναπόφευκτα, ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι είχαμε και κύμα μετανάστευσης στο εξωτερικό ξανά. Ωστόσο, κάποιες δραστηριότητες διατήρησαν έναν δυναμισμό.
Μία από αυτές ήταν η κτηνοτροφία. Συνηθίσαμε να τη συζητάμε το τελευταίο διάστημα υπό το φάσμα κυρίως του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, όμως αυτό αδικεί τους ανθρώπους που εργάζονται στον πρωτογενή τομέα.
Μάλιστα, σε αρκετά μέρη της Ελλάδας, ιδίως της νησιωτικής, η κτηνοτροφία συχνά είναι μια δυναμική δραστηριότητα. Ακόμη και σε μικρά νησιά, όπου η υπόλοιπη αγροτική παραγωγή έχει περιοριστεί σημαντικά, προς όφελος κυρίως του τουρισμού, η κτηνοτροφία αντέχει ή και αναπτύσσεται.
Μάλιστα, υπάρχουν περιοχές, όπως η Λέσβος, όπου παρά την αύξηση του τουρισμού το τελευταίο διάστημα, η κτηνοτροφία παραμένει η πιο σημαντική οικονομική δραστηριότητα ενός ολόκληρου νησιού.
Και το ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό αλλά και κοινωνικό. Η κτηνοτροφία – όπως και όλες οι παραγωγικές δραστηριότητες γύρω από αυτήν – δεν φέρνει μόνο εισόδημα. Διατηρεί ταυτόχρονα και ανθρώπους στον τόπο τους, σε περιοχές όπου διαφορετικά θα ερημώνονταν. Νέες οικογένειες μένουν σε χωριά και παιδιά πηγαίνουν σε σχολεία.
Όμως, ακόμη και αυτή η τάση παραμένει εύθραυστη και ευάλωτη. Αυτό προφανώς οφείλεται στους διαρκείς και υπαρκτούς κινδύνους, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το μεγάλο κόστος για την κτηνοτροφία στη Λέσβο από τον αφθώδη πυρετό, που άλλωστε οδήγησε και σε μεγάλες κινητοποιήσεις.
Όμως, τέτοιοι κίνδυνοι και τέτοιες περιπέτειες δεν είναι «ουρανοκατέβατα» γεγονότα. Πολύ συχνά αποτυπώνουν μια αδυναμία του κράτους να κάνει τη δουλειά του, να συμβάλει πραγματικά στην υποστήριξη τέτοιων δραστηριοτήτων. Από το πάγιο πρόβλημα της υποστελέχωσης των υπηρεσιών που εμπλέκονται στη διαχείριση τέτοιων προβλημάτων, έως την αδυναμία έγκαιρης πρόληψης και σχεδιασμού για την αντιμετώπισή τους, τα παραδείγματα είναι αρκετά.
Όμως κάποιες στιγμές τέτοια προβλήματα έρχονται να συναντηθούν και με συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές. Και είναι σαφές ότι ο τρόπος που αυτή η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τέτοια ζητήματα και ανάγκες είναι προβληματικός. Επικεντρωμένη σε μια αντίληψη «διευκόλυνσης επενδύσεων» που στην πράξη σημαίνει «εξυπηρέτηση ημετέρων» και επιλέγοντας συχνά την συνειδητή διασπάθιση ευρωπαϊκών πόρων για ψηφοθηρικούς σκοπούς, όπως έδειξε και το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά και με μεγάλη αναποτελεσματικότητα ως προς την εκμετάλλευση της μεγάλης ευκαιρίας που αντιπροσώπευε το Ταμείο Ανάκαμψης, η κυβέρνηση της ΝΔ δεν μπορεί να προσφέρει ούτε ένα στρατηγικό όραμα για την περιφέρεια, ούτε να εγγυηθεί ότι οι άνθρωποι εκεί θα έχουν όντως το κράτος «αρωγό και συμπαραστάτη».
Μόνο που αυτό ενέχει πολλούς κινδύνους. Πάνω από όλα τον κίνδυνο να μιλάμε ξανά για «ξεχασμένη Ελλάδα», δηλαδή για περιοχές που θα αισθάνονται «ξεχασμένες» από την κεντρική εξουσία και άρα θα μετατρέπονται σταδιακά σε «ζώνες εγκατάλειψης», όπου το τουριστικό real estate θα είναι η μόνη διέξοδος, πολύ υποδεέστερη των πραγματικών αναπτυξιακών δυνατοτήτων αυτών των περιοχών. Κάτι που με τη σειρά του θα σημαίνει κατάρρευση οικονομικών δραστηριοτήτων, ερήμωση ξανά χωριών και περιοχών, και διακοπή της συνέχειας ισχυρών τοπικών μορφών πολιτισμού.
Ο κυνικός, ή όποιος μένει σε μια επιφανειακή ανάγνωση των δυναμικών των «αγορών», θα πει ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή από τη διατήρηση μόνο των δραστηριοτήτων που είναι οικονομικά βιώσιμες.
Μόνο που σε αρκετές περιπτώσεις μιλάμε όντως για οικονομικά βιώσιμες και δυναμικές δραστηριότητες, υπό την προϋπόθεση να έχουν την υποστήριξη που χρειάζονται από ένα κράτος που να σκέφτεται όντως επιτελικά, δηλαδή να υπηρετεί ένα αναπτυξιακό και κοινωνικό σχέδιο και όχι διάφορες ιδιοτελείς «ατζέντες». Ένα κράτος που να μη βλέπει κάθε πρόβλημα απλώς ως ευκαιρία για περισσότερες «απευθείας αναθέσεις». Ένα κράτος που να μπορεί να σχεδιάζει επενδύσεις στις υποδομές όχι με το κριτήριο του ποιος θα τις αναλάβει και πόσο διατεθειμένος θα είναι να δείξει «ευγνωμοσύνη» στη Νέα Δημοκρατία, αλλά με βάση την ανάγκη να υποστηρίξει παραγωγικές δραστηριότητες. Ένα κράτος που να δείχνει ότι όντως βγαίνουμε από τη σημερινή συνθήκη «κρίσης του κράτους» ως προς την ικανότητά του να έχει κοινωνικό ρόλο και πραγματική αποτελεσματικότητα.
Γιατί πρέπει κάποια στιγμή να σταματήσουμε να συζητάμε με όρους απλώς επίτευξης κάποιων οικονομικών δεικτών, απορροφησιμότητας χωρίς έγνοια για την αποτελεσματικότητα της χρήσης των κονδυλίων, ή απλώς επικέντρωσης σε επενδύσεις που δεν αναλογούν σε κάποιο σχέδιο. Αλλά να μιλήσουμε ξανά για περιφερειακή ανάπτυξη, αξιοποίηση του κράτους, υποστήριξης όσων ανθρώπων δίνουν τη μάχη της περιφέρειας και τελικά ενός οράματος, που να υπογραμμίζει ότι καμιά γωνιά της χώρας δεν πρέπει να νιώσει ξανά «ξεχασμένη».
in.gr

