Το εκλογικό αποτέλεσμα στο ΠΑΣΟΚ οδηγεί σε τέσσερα βασικά συμπεράσματα.
Πρώτον, δεν υπάρχει πρόσωπο με ηγετικά χαρακτηριστικά που θα μπορούσε να «τραβήξει» χωρίς αμφισβήτηση το κόμμα προς τα πάνω, ώστε να το καταστήσει υπολογίσιμο αντίπαλο της ΝΔ. Δεν βρήκαν τέτοιο πρόσωπο οι ψηφοφόροι. Έχουμε διασπορά της ψήφου σε τέσσερα πρόσωπα, που πήραν άνω του 20%.
Δεύτερον, ο νυν αρχηγός Νίκος Ανδρουλάκης έχει ικανό προβάδισμα στον πρώτο γύρο. Ωστόσο το ποσοστό του είναι μικρό και έχει απέναντί του το πλειοψηφικό αίτημα για αλλαγή στην ηγεσία. Στο δεύτερο γύρο η νίκη του δεν θεωρείται καθόλου δεδομένη.
Τρίτον, η συντριπτική πλειοψηφία των χτεσινών ψηφοφόρων αποδοκίμασε την υποψηφιότητα της Άννας Διαμαντοπούλου. Η πολύχρονη απουσία της από τα δρώμενα του ΠΑΣΟΚ και το φλερτ της με τη ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη την κατέταξαν στην τέταρτη θέση.
Η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για το ΠΑΣΟΚ είναι υπαρκτή. Αλλά οφείλεται περισσότερο στα χάλια που παρουσιάζει ο ΣΥΡΙΖΑ παρά σε κάποια «γοητεία» που εκπέμπει το ΠΑΣΟΚ. Επίσης, η μικρή αύξηση της χτεσινής συμμετοχής σε σχέση με την αντίστοιχη εκλογή του 2021 δεν προσφέρεται για πανηγυρισμούς. Διότι τότε το ΠΑΣΟΚ είχε μόλις 8% στις εθνικές εκλογές, ενώ τώρα έχει 13%.
Σε κάθε περίπτωση ο αρχηγός που θα εκλεγεί την προσεχή Κυριακή δεν θα έχει εύκολο έργο. Διότι οι προσδοκίες που έχουν καλλιεργηθεί είναι μεγάλες. Kαι, αν δεν καταφέρει να τις δικαιώσει σύντομα, θα βρεθεί αντιμέτωπος με μεγάλη αμφισβήτηση.
Με άλλα λόγια, θα έρθει ξανά στο προσκήνιο ένα παλιό σύνθημα, παραλλαγμένο για να ανταποκρίνεται στα σημερινά: «Το ΠΑΣΟΚ θέλει. Ο αρχηγός μπορεί;».

