Οι καύσωνες γίνονται εντονότεροι, οι πυρκαγιές επιστρέφουν κάθε καλοκαίρι και οι εικόνες ακραίων καιρικών φαινομένων κατακλύζουν την ενημέρωση. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον είναι εύκολο να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η μάχη απέναντι στην κλιματική αλλαγή έχει ήδη χαθεί. Ότι η κατάσταση έχει ξεφύγει τόσο πολύ ώστε οποιαδήποτε προσπάθεια είναι πλέον μάταιη.
Ακριβώς αυτή η αίσθηση του αναπόφευκτου μπορεί, όμως, να αποτελεί μέρος του προβλήματος.
Σε άρθρο τους στο The Conversation, ο καθηγητής Κοινωνικής Ψυχολογίας Σάντερ βαν ντερ Λίντεν και η υποψήφια διδάκτορας Ψυχολογίας Ρέιτσελ Ο’Μπόιλ, εξετάζουν αυτό που περιγράφεται ως «climate doom»: την καταστροφολογική αφήγηση γύρω από την κλιματική κρίση.
Το πρόβλημα, όπως εξηγούν, δεν είναι ότι οι προειδοποιήσεις για την κλιματική αλλαγή είναι αβάσιμες. Οι αυξανόμενες θερμοκρασίες, οι καύσωνες και οι καταστροφικές πυρκαγιές αποτελούν πραγματικότητα. Εκείνο που αμφισβητούν είναι κατά πόσο η παρουσίαση αυτής της πραγματικότητας με όρους απόλυτης καταστροφής μπορεί πράγματι να κινητοποιήσει τους ανθρώπους.
Γιατί το μήνυμα «είμαστε καταδικασμένοι» μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε ένα πολύ διαφορετικό μήνυμα: «άρα δεν υπάρχει λόγος να κάνουμε τίποτα»

Δυτική Αττική, 01.08.2026, Φωτογραφία: Δημήτρης Μιχαλάκης
Όταν ο φόβος οδηγεί στην αδράνεια
Η κλιματική καταστροφολογία εμφανίζεται ιδιαίτερα έντονα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου το αρνητικό και συναισθηματικά φορτισμένο περιεχόμενο μπορεί να αποκτήσει μεγάλη διάδοση. Τίτλοι που παραπέμπουν σε μια επικείμενη «κλιματική αποκάλυψη» επιχειρούν συχνά να μεταδώσουν την επείγουσα φύση του προβλήματος.
Ωστόσο, σύμφωνα με τους δύο ερευνητές, αυτή η στρατηγική κρύβει δύο βασικούς κινδύνους.
Ο πρώτος είναι η απελπισία. Παρά τη σοβαρότητα της κλιματικής κρίσης, εξακολουθούν να υπάρχουν πολλά που μπορούν να γίνουν για τον περιορισμό των συνεπειών της, από τη μείωση των εκπομπών μέχρι την προσαρμογή στις νέες κλιματικές συνθήκες. Αν, όμως, κάποιος πειστεί ότι βρισκόμαστε ήδη πέρα από κάθε δυνατότητα αντίδρασης, η λογική συνέπεια μπορεί να είναι η παραίτηση.
Ο φόβος και η αίσθηση αδυναμίας δεν οδηγούν αναγκαστικά σε μεγαλύτερη κινητοποίηση. Μπορεί να κάνουν τους ανθρώπους να απομακρυνθούν εντελώς από το θέμα.
Υπάρχει και ένας δεύτερος κίνδυνος: η ίδια η γλώσσα της καταστροφής μπορεί να θεωρηθεί χειριστική. Εκφράσεις όπως «κλιματική αποκάλυψη» ενδέχεται να δημιουργούν την εντύπωση ότι κάποιος προσπαθεί σκόπιμα να προκαλέσει φόβο ή πανικό. Αυτό φαίνεται να έχει ιδιαίτερη σημασία για πιο συντηρητικά ή δεξιόστροφα ακροατήρια, τα οποία μπορεί να αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερη καχυποψία τέτοιου είδους συναισθηματικά φορτισμένα μηνύματα.

Σκασμένο και ξερό έδαφος σε παραπόταμο του ποταμού Λίγηρα, στο Μονζάν-σιρ-Λουάρ της Γαλλίας, 26 Ιουλίου 2023. REUTERS/Stephane Mahe
Το πείραμα με τους 521 συμμετέχοντες
Για να εξετάσουν τι πραγματικά συμβαίνει όταν οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με αυτή τη ρητορική, οι ερευνητές πραγματοποίησαν μελέτη με 521 συμμετέχοντες, το δείγμα των οποίων αντανακλούσε σε γενικές γραμμές τον πληθυσμό του Ηνωμένου Βασιλείου.
Οι συμμετέχοντες βρέθηκαν μπροστά σε μια προσομοιωμένη ροή αναρτήσεων κοινωνικών δικτύων. Ανάμεσα στο περιεχόμενο υπήρχαν καταστροφολογικοί τίτλοι για το κλίμα, τίτλοι για την κλιματική αλλαγή χωρίς αντίστοιχη δραματική γλώσσα, αλλά και αναρτήσεις που δεν είχαν καμία σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα.
Οι ερευνητές ήθελαν να διαπιστώσουν όχι μόνο πώς αντιλαμβάνονταν οι συμμετέχοντες τους τίτλους, αλλά και πώς αντιδρούσαν σε αυτούς: αν θα τους κοινοποιούσαν, αν θα έκαναν like ή dislike και αν θα επέλεγαν να τους επισημάνουν.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι καταστροφολογικοί τίτλοι θεωρούνταν περισσότερο χειριστικοί από το υπόλοιπο περιεχόμενο που αφορούσε την κλιματική αλλαγή. Ακόμη σημαντικότερο ήταν ότι όσο εντονότερα κάποιος αισθανόταν πως επιχειρούσαν να τον χειραγωγήσουν, τόσο μικρότερη ήταν η πρόθεσή του να υιοθετήσει συμπεριφορές φιλικές προς το περιβάλλον.
Με άλλα λόγια, η υπερβολική προσπάθεια να τρομάξει κάποιος το κοινό ώστε να δράσει μπορεί τελικά να φέρει το αντίθετο αποτέλεσμα.

Ο Στιβ Κρόφτσικ από το Λας Βέγκας προσπαθεί να δροσιστεί κρατώντας ένα μπουκάλι με πάγο στο κεφάλι του, ενώ το ανεπίσημο θερμόμετρο δείχνει 130 βαθμούς Φαρενάιτ (54,4 βαθμούς Κελσίου). Λόγω μηχανικής βλάβης, οι αριθμοί εμφανίζονται λανθασμένα στην οθόνη. Κέντρο Επισκεπτών Furnace Creek, Κοιλάδα του Θανάτου, Καλιφόρνια, ΗΠΑ, 17 Αυγούστου 2020. REUTERS/David Becker/File Photo
Ένα «εμβόλιο» απέναντι στη χειραγώγηση
Οι Βαν ντερ Λίντεν και Ο’Μπόιλ δεν περιορίστηκαν, ωστόσο, στη διαπίστωση του προβλήματος. Θέλησαν να εξετάσουν εάν υπάρχει τρόπος οι άνθρωποι να αποκτήσουν μεγαλύτερη αντίσταση σε τέτοιου είδους μηνύματα.
Εδώ επιστρατεύεται η έννοια του «ψυχολογικού εμβολιασμού».
Η λογική είναι παρόμοια με εκείνη των ιατρικών εμβολίων. Αντί να περιμένει κανείς να έρθει αντιμέτωπος με μια παραπλανητική αφήγηση και να προσπαθήσει εκ των υστέρων να την αντικρούσει, μπορεί να «θωρακιστεί» από πριν. Η επαφή με μια ήπια εκδοχή μιας τεχνικής χειραγώγησης, σε συνδυασμό με την εξήγηση του τρόπου που αυτή λειτουργεί, βοηθά στην αναγνώρισή της όταν εμφανιστεί ξανά, δημιουργώντας ένα είδος «ψυχολογικής ανοσίας».

Η προσέγγιση αυτή έχει ήδη χρησιμοποιηθεί σε έρευνες γύρω από την παραπληροφόρηση στο διαδίκτυο και την κλιματική αλλαγή. Αυτή τη φορά οι ερευνητές θέλησαν να διαπιστώσουν εάν θα μπορούσε να λειτουργήσει ειδικά απέναντι στην κλιματική καταστροφολογία.
Οι μισοί συμμετέχοντες παρακολούθησαν ένα σύντομο βίντεο που τους εξηγούσε πώς λειτουργεί η συναισθηματική χειραγώγηση και στη συνέχεια διάβασαν ένα κείμενο που συνέδεε αυτές τις τεχνικές με την επικοινωνία γύρω από την κλιματική αλλαγή. Ακολούθησε μια απλή ερώτηση κατανόησης.
Οι υπόλοιποι αποτέλεσαν την ομάδα ελέγχου και παρακολούθησαν ένα άσχετο βίντεο με οδηγίες για το πώς σχεδιάζεται ένα ανθρώπινο πρόσωπο.

Πυροσβέστες επιχειρούν σε δασική πυρκαγιά έξω από την Ταμπάρα, στη Θαμόρα της Ισπανίας, κατά τη διάρκεια του δεύτερου κύματος καύσωνα της χρονιάς, 18 Ιουλίου 2022. REUTERS/Isabel Infantes/File Photo
Λιγότερες κοινοποιήσεις της καταστροφολογίας
Η διαφορά ανάμεσα στις δύο ομάδες ήταν ουσιαστική. Όσοι είχαν προηγουμένως ενημερωθεί για τις τεχνικές συναισθηματικής χειραγώγησης ήταν καλύτεροι στο να ξεχωρίζουν έναν καταστροφολογικό τίτλο από μια συνηθισμένη είδηση για την κλιματική αλλαγή.
Το αποτέλεσμα αυτό εμφανίστηκε σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα.
Θα μπορούσε, βέβαια, να υπάρχει ο κίνδυνος μια τέτοια εκπαίδευση να κάνει τους ανθρώπους καχύποπτους απέναντι σε κάθε είδηση για το κλίμα. Οι ερευνητές, όμως, δεν διαπίστωσαν κάτι τέτοιο. Οι συμμετέχοντες δεν έγιναν συνολικά πιο δύσπιστοι απέναντι στην κλιματική ενημέρωση. Αντίθετα, απέκτησαν μεγαλύτερη ικανότητα να αναγνωρίζουν συγκεκριμένες μορφές χειραγώγησης.
Αυτό αποτυπώθηκε και στη συμπεριφορά τους στα υποθετικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όσοι είχαν υποβληθεί στον «ψυχολογικό εμβολιασμό» ήταν πιθανότερο να κάνουν dislike ή να επισημάνουν το καταστροφολογικό περιεχόμενο και λιγότερο πιθανό να το κοινοποιήσουν.
Το εύρημα έχει ιδιαίτερη σημασία για τα social media. Κάθε like, αντίδραση και κυρίως κάθε κοινοποίηση μπορεί να διευρύνει το κοινό μιας ανάρτησης. Επομένως, εάν περισσότεροι χρήστες αναγνωρίζουν την καταστροφολογική ρητορική και επιλέγουν να μην την αναπαράγουν, μπορεί να περιοριστεί και η συνολική διάδοσή της.

Η πυρκαγιά Dragon Bravo μαίνεται στο βόρειο χείλος του Γκραν Κάνιον, όπως φαίνεται από το Grandeur Point στο νότιο χείλος, στην Αριζόνα των ΗΠΑ, 14 Ιουλίου 2025. REUTERS/David Swanson/File Photo
Το παράδοξο της «κλιματικής αποκάλυψης»
Το πιο ενδιαφέρον εύρημα της έρευνας αφορά ίσως τη σχέση ανάμεσα στην αντίληψη της χειραγώγησης και στην προσωπική περιβαλλοντική δράση.
Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να εκτιμήσουν πόσο πιθανό ήταν να κάνουν επιλογές που θα περιόριζαν την επιβάρυνσή τους στο περιβάλλον, από αλλαγές στις διατροφικές τους συνήθειες έως την αποφυγή πτήσεων μεγάλων αποστάσεων.
Όσο περισσότερο θεωρούσαν ότι το καταστροφολογικό περιεχόμενο προσπαθούσε να τους χειραγωγήσει, τόσο λιγότερο πρόθυμοι εμφανίζονταν να υιοθετήσουν τέτοιες συμπεριφορές.
Εδώ βρίσκεται και το παράδοξο που επισημαίνουν οι δύο ερευνητές: μια ρητορική που χρησιμοποιείται με σκοπό να τονίσει πόσο επείγουσα είναι η κλιματική κρίση μπορεί να καταλήξει να αποδυναμώνει ακριβώς τη δράση που επιχειρεί να προκαλέσει.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι πραγματικές διαστάσεις της κλιματικής αλλαγής πρέπει να υποβαθμίζονται ή ότι οι καταστροφικές συνέπειές της πρέπει να παρουσιάζονται πιο ήπιες από ό,τι είναι. Η πρόταση αφορά τον τρόπο με τον οποίο μεταδίδεται το μήνυμα.
Αντί για μια αδιάκοπη αφήγηση σύμφωνα με την οποία η καταστροφή είναι αναπόφευκτη, οι Βαν ντερ Λίντεν και Ο’Μπόιλ προτείνουν μεγαλύτερη έμφαση στη δημοσιογραφία των λύσεων: στην παρουσίαση τόσο του προβλήματος όσο και των ενεργειών που μπορούν ακόμη να περιορίσουν τις συνέπειές του.
Η προσέγγιση αυτή μπορεί να είναι ακόμη σημαντικότερη όταν το μήνυμα απευθύνεται σε ανθρώπους που αντιμετωπίζουν ήδη με σκεπτικισμό την κλιματική συζήτηση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η προσπάθεια κινητοποίησης μέσω του φόβου μπορεί να ενισχύσει την καχυποψία αντί να την περιορίσει.
Η κλιματική αλλαγή παραμένει μία από τις σοβαρότερες απειλές που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα. Αυτό όμως, σύμφωνα με τους ερευνητές, δεν σημαίνει ότι χρειάζεται να παρουσιάζεται ως μια χαμένη υπόθεση. Αντιθέτως, η αίσθηση ότι υπάρχουν ακόμη επιλογές και δυνατότητες παρέμβασης μπορεί να είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να υπάρξει δράση.
Άλλο πράγμα η επίγνωση του κινδύνου και άλλο η πεποίθηση ότι το τέλος είναι ήδη προδιαγεγραμμένο.
*Κεντρική Φωτογραφία: Δυτική Αττική, 02.08.2026, Λήψη: Δημήτρης Μιχαλάκης

