Υπήρξε μια εποχή που δεν αρκούσε η καταγραφή της εξουσίας. Υπήρχε η πεποίθηση ότι η εξουσία έπρεπε να ακούει, να συμβουλεύεται και, αν ήταν δυνατόν, να καθοδηγείται. Οι πόρτες άνοιγαν εύκολα, οι συζητήσεις γίνονταν δίπλα στα κέντρα λήψης αποφάσεων και η οικειότητα παρουσιαζόταν ως επιρροή. Για ένα διάστημα έμοιαζε να πιστεύει πως δεν παρακολουθεί τις εξελίξεις αλλά πως συμμετέχει στη διαμόρφωσή τους.
Τότε ήταν που χάθηκε κάθε αίσθηση μέτρου. Η κριτική έδωσε τη θέση της στη χολή, η διαφωνία στην εμπάθεια και η ενημέρωση στην προσωπική αντιπαράθεση. Δεν υπήρχε προσπάθεια κατανόησης των γεγονότων, αλλά μια διαρκής ανάγκη να βρεθεί ο επόμενος στόχος. Ένας θυμός που αναζητούσε διέξοδο, μια αυταρέσκεια που μεγάλωνε όσο μειωνόταν η πραγματική επιρροή και μια βεβαιότητα πως όλοι όφειλαν να δίνουν σημασία σε κάθε λέξη που γραφόταν.
Όμως οι αυταπάτες έχουν ένα πρόβλημα. Αντέχουν μόνο όσο κανείς δεν τις αμφισβητεί. Είναι εύκολο να αισθάνεσαι ισχυρός όταν όλοι σε ανέχονται από ευγένεια. Είναι πολύ δυσκολότερο όταν κάποιος σηκώσει το βλέμμα και αμφισβητήσει το αφήγημα. Εκεί αποκαλύπτεται συνήθως ότι πίσω από τον θόρυβο δεν υπάρχει πραγματική δύναμη, αλλά η συνήθεια να μη συναντάς αντίσταση.
Γιατί βαθιά μέσα υπάρχει πάντοτε η γνώση. Η γνώση του πότε η κριτική είναι δίκαιη και πότε γίνεται κακία. Η γνώση του πότε υπηρετείται η αλήθεια και πότε προσωπικές εμμονές. Η γνώση του πότε η πένα καταγράφει γεγονότα και πότε γίνεται εργαλείο εκτόνωσης πικρίας. Και αυτή η γνώση είναι πολύ βαρύτερη από οποιαδήποτε δημόσια απάντηση.
Το πιο θλιβερό, όμως, δεν ήταν ποτέ η υπερβολή. Ήταν η πεποίθηση ότι μπορούσε να κινεί νήματα. Η ιδέα ότι πρόσωπα, παρατάξεις και καταστάσεις όφειλαν να περιστρέφονται γύρω από μια προσωπική άποψη. Η βεβαιότητα ότι η πραγματικότητα έπρεπε να προσαρμόζεται σε όσα πίστευε και όχι το αντίστροφο.
Κάπως έτσι πέρασαν τα χρόνια. Με διαρκείς μετακινήσεις από στρατόπεδο σε στρατόπεδο, από ελπίδα σε ελπίδα και από απογοήτευση σε απογοήτευση. Όποιος δεν ανταποκρινόταν στις προσδοκίες γινόταν πρόβλημα. Όποιος φαινόταν χρήσιμος γινόταν προσωρινά σύμμαχος. Μέχρι να ακολουθήσει ο επόμενος κύκλος.
Και όμως, παρά τον θόρυβο, η πραγματικότητα υπήρξε πάντοτε πολύ πιο απλή. Οι περισσότεροι άκουγαν από ευγένεια. Άλλοι από σεβασμό στην ηλικία. Κάποιοι από συνήθεια. Ελάχιστοι επειδή πραγματικά επηρεάζονταν. Αυτό που εκλαμβανόταν ως επιρροή ήταν συχνά απλή ανοχή.
Δεν υπάρχει ίσως μεγαλύτερη παγίδα από το να πιστέψεις ότι ελέγχεις ένα σύστημα που στην πραγματικότητα απλώς σε παρακολουθεί να προσπαθείς. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη πλάνη από το να θεωρείς τον εαυτό σου καθοριστικό παράγοντα ενώ οι εξελίξεις προχωρούν ανεξάρτητα από εσένα. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη τραγωδία από το να αφιερώσεις μια ζωή προσπαθώντας να αποδομήσεις ανθρώπους και καταστάσεις αντί να δημιουργήσεις κάτι που να αντέχει στον χρόνο.
Στο τέλος, άλλωστε, δεν μένουν οι φωνές. Δεν μένουν οι προσωπικές εμμονές. Δεν μένουν οι αυταπάτες μεγαλείου. Μένει μόνο το αποτύπωμα. Και το αποτύπωμα είναι πάντοτε πιο ειλικρινές από την εικόνα που έχει κάποιος για τον εαυτό του.

