Ένα κυριακάτικο μεσημέρι του Ιουλίου 1955, είκοσι επτά κομμουνιστές πολιτικοί κρατούμενοι — αρκετοί μελλοθάνατοι — δραπέτευσαν μέσα από ένα τούνελ δεκαέξι μέτρων που έσκαψαν κάτω από τον δρόμο, σε μια από τις πιο φρουρούμενες φυλακές της χώρας.
Στη Δραπετσώνα του Πειραιά, η Δικαστική Φυλακή που όλοι ήξεραν ως «Φυλακές των Βούρλων» ήταν χωρισμένη σε τρεις πτέρυγες. Οι δύο πρώτες κρατούσαν ποινικούς· η τρίτη, τους πολιτικούς κρατούμενους. Κάθε πτέρυγα είχε εικοσιτέσσερα κελιά των πέντε ατόμων. Ήταν, με τα μέτρα της εποχής, χώρος υψίστης ασφαλείας.
Το 1954 η κυβέρνηση του «Ελληνικού Συναγερμού», υπό τον Αλέξανδρο Παπάγο, είχε εξαπολύσει κύμα ομαδικών συλλήψεων στελεχών του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ, με την κατηγορία της κατασκοπείας και με νομικό εργαλείο τον μεταξικό νόμο 375/36. Στην τρίτη πτέρυγα των Βούρλων στοιβάχτηκαν κατάδικοι και υπόδικοι, αρκετοί από τους οποίους περίμεναν την εκτέλεσή τους. Η «γενική αμνηστία» που είχε προαναγγελθεί όλο και απομακρυνόταν· στη θέση της έρχονταν νέες συλλήψεις, ενώ οι εκτελέσεις δεν είχαν σταματήσει — την Πρωτομαγιά του 1955 εκτελέστηκε με τον νόμο 375 ο εικοσιεξάχρονος Χρήστος Καρανταής. Κάπου εκεί, στα τέλη του 1954, οι κρατούμενοι έπαψαν να περιμένουν και άρχισαν να σχεδιάζουν.
Η πρώτη ιδέα ήταν απλή και απελπισμένη: να σπάσουν τον τοίχο ενός κελιού, να βγουν στον δρόμο και να χαθούν. Την εγκατέλειψαν γρήγορα — ανάμεσα στο κελί και τον δρόμο υπήρχαν σκοπιές, θα τους έπιαναν αμέσως. Έμεινε η δύσκολη λύση: ένα τούνελ. Θα ξεκινούσε από το κελί 13 της τρίτης πτέρυγας και θα περνούσε κάτω από τον χωμάτινο δρόμο, για να βγει απέναντι, στο εργοστάσιο «Ντεστρέ».
Ακολούθησαν περίπου τέσσερις μήνες επίπονης και επικίνδυνης δουλειάς, κάτω από συνθήκες απόλυτης μυστικότητας. Έσκαβαν με ό,τι έβρισκαν — στην αρχή μ’ ένα κοπίδι κι ένα τσαγκαράδικο σφυρί από το εργαστήριο της φυλακής. Το χώμα το έκρυβαν με τέχνασμα: ζήτησαν άδεια να φτιάξουν παρτέρι με λουλούδια στο προαύλιο, και μέσα στους τενεκέδες με τα άνθη έθαβαν τα χώματα και τα χαλίκια της σήραγγας. Όσο η στοά προχωρούσε, ο αέρας μέσα της λιγόστευε αφόρητα· οι βάρδιες του σκαψίματος άλλαζαν κάθε τέταρτο. Στην αρχή ελάχιστοι ήξεραν· οι υπόλοιποι από τους είκοσι επτά έμαθαν για το σχέδιο μόνο όταν η σήραγγα βρισκόταν ήδη κάτω από τον δρόμο. Πάνω από τα κεφάλια τους, όλη μέρα, περνούσαν άνθρωποι, ποδήλατα, αραμπάδες, αυτοκίνητα. Από κάτω, στο σκοτάδι και στη σκόνη, οι κρατούμενοι έσκαβαν προς την ελευθερία.
Η ώρα ήρθε το μεσημέρι της Κυριακής, 17 Ιουλίου 1955, γύρω στη 1:30, αμέσως μετά το συσσίτιο — τη νεκρή ώρα της φυλακής. Φόρεσαν πιτζάμες πάνω από τα ρούχα τους, κάλτσες πάνω από τα παπούτσια, μαντήλια στα κεφάλια: για να μη λερωθούν μέσα στο τούνελ και να μη γίνουν αντιληπτοί έξω. Και πέρασαν, σε μικρές ομάδες, τη σήραγγα. Είκοσι επτά άνθρωποι βγήκαν από μια φυλακή υψίστης ασφαλείας, μέρα μεσημέρι, κάτω από τη μύτη των φρουρών.
Η απόδραση των Βούρλων δεν ήταν απλώς μια δραπέτευση. Ήταν, στο αποκορύφωμα της μετεμφυλιακής καταστολής, μια δημόσια ταπείνωση του κράτους που είχε στήσει αυτό το σωφρονιστικό οικοδόμημα για να συντρίψει την Αριστερά. Πέτυχε όχι με όπλα, αλλά με υπομονή, εφευρετικότητα, πειθαρχία — και με μια καλή δόση τύχης που οι ίδιοι οι δραπέτες αναγνώριζαν.
Η ελευθερία, όμως, δεν ήρθε για όλους. Με την ανακάλυψη της απόδρασης εξαπολύθηκε ένα από τα μεγαλύτερα ανθρωποκυνηγητά της εποχής. Στις 21 Ιουλίου οι δραπέτες επικηρύχθηκαν με τον νόμο «περί ληστοκρατείας», με αμοιβές έως 30.000 δραχμές για όποιον τους σκότωνε ή τους συνελάμβανε. Δεκαπέντε πιάστηκαν τελικά — οι δεκατρείς μετά από κατάδοση, οι δύο τυχαία. Δώδεκα δεν συνελήφθησαν ποτέ.
Οι Φυλακές των Βούρλων δεν υπάρχουν πια· κατεδαφίστηκαν, όπως κατεδαφίζονται συχνά οι τόποι που το επίσημο αφήγημα προτιμά να ξεχάσει. Τριάντα τρία χρόνια μετά, με αφορμή ένα ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ, δεκαεφτά από τους είκοσι επτά δραπέτες συναντήθηκαν ξανά μπροστά στις κάμερες, στον χώρο όπου κάποτε ορθωνόταν η φυλακή. Στάθηκαν εκεί, σε ένα οικόπεδο χωρίς τοίχους και κελιά, και θυμήθηκαν το καλοκαίρι που έσκαψαν τον δρόμο τους έξω από τον φόβο.
Γράφει η Ελένη Νικολαΐδου, Δρ. Ιστορίας
ΠΗΓΕΣ
Περικλής Ροδάκης, Η απόδραση των Βούρλων: Ένας δραπέτης θυμάται, εκδ. Ασύμμετρη Απειλή
Κυριάκος Τσακίρης, Βούρλα: Η μεγάλη απόδραση, εκδ. Οδυσσέας, 1996
Ριζοσπάστης, «Η μεγάλη απόδραση από τα Βούρλα» (αφιέρωμα)
Ντοκιμαντέρ «Η απόδραση των Βούρλων», ΕΡΤ, 1988 (μαρτυρίες 17 δραπετών)

