Η Αμερική στα 250 της

Date:

Share post:

Τα τελευταία σαράντα χρόνια, η σταθερότητα της αμερικανικής ισχύος εξαρτάται από μια εκθετικά αυξανόμενη αστάθεια.

Στον απόηχο των 250ών γενεθλίων των ΗΠΑ, ένιωσα την περίεργη ανάγκη να απομακρυνθώ από τη συνήθη τάση μου προς οικονομικές αναλύσεις των ισχυρισμών που διατυπώνονται υπέρ ή κατά της υπερδύναμης. Αντ’ αυτών, παραδόθηκα σε μια συναισθηματική, προσωπική αποτίμηση της χώρας της οποίας τα έργα κι οι ημέρες διαμορφώνουν, καιρό τώρα, τον κόσμο μας.

Η πρώτη μου θύμηση της Αμερικής ως παράγοντα στη ζωή μας με πάει πίσω σ’ ένα καυτό αθηναϊκό απόγευμα στις αρχές Ιουνίου του 1968. Λίγο περισσότερο από ένα χρόνο μετά το αμερικανοκίνητο πραξικόπημα που μας βύθισε στην φασιστική Χούντα, περπατούσαμε με τη μητέρα μου έξω από το Παναθηναϊκό Στάδιο. Εκεί, νεαρός εφημεριδοπώλης διέκοψε ξαφνικά την ηρεμία ανακοινώνοντας, με φωνή στεντόρεια, ότι κάποιος Αμερικανός είχε σκοτωθεί. Τα μάτια της μητέρας μου πλημμύρισαν δάκρυα. «Ήταν η τελευταία μας ελπίδα», ψιθύρισε. Ο νεκρός Αμερικανός ήταν ο Μπόμπι Κένεντι, στον οποίο η μητέρα μου, σωστά ή λάθος, είχε εναποθέσει πολλές ελπίδες για την απελευθέρωσή μας, αλλά και για την παγκόσμια ειρήνη. Αυτό ήταν το πρώτο μου «φροντιστήριο» στη σημασία που είχε η Αμερική για εμάς, αλλά και στις εσωτερικές της αντιφάσεις.

Δεν ήταν βέβαια η πρώτη είδηση από τις ΗΠΑ που έσφυζε από φρικιαστικές λεπτομέρειες δολοφονιών, π.χ. εκείνες του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ Τζούνιορ και του Μάλκολμ Χ. Και δεν ήταν μόνον οι πολιτικές δολοφονίες ή τα μαντάτα από τον Αμερικανικό Νότο περί λιντσαρίσματος μαύρων και λευκών ακτιβιστών. Ήταν και οι καθημερινές φρικαλεότητες από το Βιετνάμ, για να μην αναφερθώ στις ίντριγκες του του «Γουότεργκεϊτ» αργότερα. Ωστόσο, όλα αυτά σε μεγάλο βαθμό αντισταθμίζονταν από την πιο σκληρή, συχνά συγκινητική, κριτική που ασκούσαν σε όλα αυτά καλλιτέχνες, συγγραφείς, στοχαστές που εργάζονταν και δημιουργούσαν στις ΗΠΑ;

Υπάρχει καλύτερος τρόπος να κατανοήσει κανείς την εγκληματική παράνοια του Βιετνάμ από το «Αποκάλυψη Τώρα» του Φράνσις Φορντ Κόπολα; Ή καλύτερη καταγγελία της ενδημικής διαφθοράς στην Καλιφόρνια από το Τσάιναταουν του Ρόμαν Πολάνσκι; Ή παρουσίαση του «Γουότεργκεϊτ» από το «Όλοι οι Ανθρώποι του Προέδρου» του Άλαν Πάκουλα; Ή καλύτερη απεικόνιση της εργαλειοποίησης της CIA από το «Τρεις Μέρες του Κόνδορα» του Σίντνεϊ Πόλακ; Ή καλύτερη αναπαράσταση της σήψης στον κοινωνικό ιστό χώρας από το «Νονό» του Κόπολα ή τον «Ταξιτζή» του Μάρτιν Σκορσέζε;

Αργότερα, καθώς μεγάλωνα και μπόρεσα να διαβάζω δύσκολα βιβλία, αμερικανοί συγγραφείς ήταν εκείνοι που μου άνοιξαν παράθυρα από τα οποία κατάφερα να θαυμάσω τις συναρπαστικές αντιφάσεις της Αμερικής. Το έργο του Θόρστεϊν Βέμπλεν «Η Θεωρία της Αργόσχολης Τάξης» με βοήθησε να κατανοήσω τον αμερικανικό καπιταλισμό καλύτερα από οποιοδήποτε οικονομικό εγχειρίδιο. «Τα Σταφύλια της Οργής» μου εμφύσησαν τη φρίκη της Μεγάλης Ύφεσης και μια βαθιά εκτίμηση για το επακόλουθο «Νιου Ντιλ», με μεταδοτικότητα που κανένας οικονομολόγος δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί.

Γυρίζοντας για λίγο στη μουσική, το ροκ εν ρολ ήταν η πύλη μου προς το ρυθμ εν μπλουζ, το οποίο με μύησε στο τι πραγματικά σήμαινε η ελευθερία – ή η έλλειψή της – στην Αμερική. Θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη περίληψη, για παράδειγμα, του πώς η διαλεκτική έννοια της ελευθερίας του Γκέοργκ Χέγκελ ενσωματώθηκε στον αμερικανικό Νότο από τους στίχους του υπέροχου τραγουδιού μπλουζ που ερμήνευσε αρχικά ο Ρέι Τσαρλς και αργότερα ο Σόλομον Μπερκ: «None of us are free, if one of us are chained»; [«Κανείς μας λέφτερος, αν ένας μας είναι στις αλυσίδες»;]

Χρόνια αργότερα, τα γλυπτά του Ντόναλντ Τζαντ στη Μάρφα του Τέξας με βοήθησαν να συνειδητοποιήσω τη σημασία της αμερικανικής βιομηχανίας στη διαμόρφωση του Δυτικού πολιτισμικού αποτυπώματος. Εκεί αντιλήφθηκα για πρώτη φορά πώς τα υλικά προϊόντα των αμερικανικών εργοστάσιων — η λιτή υφή των βιομηχανικών υλικών της — είχαν διαμορφώσει την αντίληψή μας για το περιβάλλον μας και την αλληλεπίδραση του φωτός και του όγκου, ακόμη και εδώ στην Ευρώπη.

Τότε ήταν οι καιροί που μια συλλογική δημιουργική ενδοσκόπηση διαπερνούσε τις ΗΠΑ, αποπνέοντας την πιθανότητα κάθαρσης. Όπως μας έμαθε ο Αριστοτέλης, ποτέ η τραγωδία δεν είχε σκοπό την ψυχαγωγία· η θεατρική σκηνή δεν ήταν παρά ένα λαϊκό δικαστήριο. Αυτό ακριβώς έκαναν, στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές των 1970ς, οι αμερικανοί συγγραφείς, μουσικοί και σκηνοθέτες: έστελναν, ίσως άθελά τους, τις πιο βαθιές τους ανησυχίες σε δίκη ενώπιον του ακροατήριου. Αναγνώριζαν ότι οι αυθεντικοί τραγικοί ήρωες — όπως ο Οιδίπους, η Αντιγόνη, ο Προμηθέας — δεν ήταν ούτε εγγενώς ενάρετοι ούτε αμαρτωλοί· όπως οι περισσότεροι Αμερικανοί, ενεργούσαν σύμφωνα με τη δική τους αίσθηση περί δικαίου και ορθού, ο καθένας σύμφωνα με μια προσωπική «αλήθεια» που ένιωθαν υποχρεωμένοι να υπερασπιστούν. Η τραγωδία τους ήταν ότι το Σύμπαν, ή μάλλον η Πόλις, μετέτρεπε τις πράξεις τους σε αντίθετες, συντριπτικές δυνάμεις. Μέσα από τη μαρτυρία του πόνου τους, αποτέλεσμα της αναπόφευκτης σύγκρουσης, ο καταπιεσμένος οίκτος και οι φόβοι του κοινού εξαγνίζονταν, απομακρύνονταν – εκείνη ήταν η στιγμή της κάθαρσης την οποία, τελικά, η Αμερική στερήθηκε.

Εκείνο που στέρησε από τους Αμερικανούς την ευκαιρία μιας πραγματική κάθαρσης ήταν η βίαιη μεταστροφή της οικονομίας τους από παραγωγό πλεονασμάτων σε μηχανισμό δημιουργίας ελλειμμάτων – μια μετάβαση που συμβολίστηκε από το «Σοκ του Νίξον» στις 15 Αυγούστου 1971, το οποίο έθεσε τέλος στο σύστημα του Μπρέτον Γουντς. Μετά από εκείνη την βίαιη μετάβαση, οι προαναφερθείσες ψαγμένες ταινίες και τα βιβλία-σταθμοί έδωσαν την θέση τους σε υποδείγματα χυδαίου εθνικισμού, όπως το Rambo, το Top Gun, το The End of History του Φράνσις Φουκουγιάμα κλπ. Η καθαρτική στιγμή της Αμερικής καταπνίγηκε επειδή οι ελίτ της κατάφεραν, σε βάρος της πλειοψηφίας, να μετατρέψουν τα ελλείμματα της χώρας σε πηγή τεράστιας ισχύος, καθώς οι ξένοι καπιταλιστές τα χρηματοδοτούσαν στέλνοντας με ενθουσιασμό τα κέρδη και τα εισοδήματά τους στη Νέα Υόρκη, πρωτοστατώντας έτσι στην άνοδο των Γκόρντον Γκέκο που η ταινία  του Όλιβερ Στόουν Wall Street αποτύπωσε τόσο ωραία.

Τα τελευταία σαράντα χρόνια, η σταθερότητα της αμερικανικής ισχύος εξαρτάται από μια εκθετικά αυξανόμενη αστάθεια. Αυτό το μέγα παράδοξο έχει φτωχοποιήσει τους πολλούς στις ΗΠΑ, αλλά και στον υπόλοιπο Δυτικό κόσμο. Παράλληλα επέτρεψε στους κατόχους σημαντικού κεφαλαίου να συσσωρεύσουν αμύθητο πλούτο. Αυτός ο ιδιόμορφος παγκόσμιος ταξικός πόλεμος εναντίον των εργαζομένων παντού, και στις ΗΠΑ ειδικότερα, εμπόδισε την τραγωδία της Αμερικής να έχει την όποια καθαρτική κατάληξη.

Η χρηματιστικοποίηση και, πιο πρόσφατα, η άνοδος του νεφοκεφάλαιου (της «Big Tech» και της τεχνητής νοημοσύνης) εδραιώνουν το σχίσμα εντός της αμερικανικής κοινωνίας – ένα σχίσμα που γέννησε τον Ντόναλντ Τζ. Τραμπ. Μαζί, το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο και το νεφοκεφάλαιο ακύρωσαν την κάθαρση που φάνταζε εφικτή στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Κατά συνέπεια, το αμερικανικό δράμα αναπαράγει πλέον μια άμυαλη, ωμή δύναμη που μόνο η εκθετικά αυξανόμενη αστάθεια μπορεί να εξισορροπήσει – για λίγο ακόμα. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μια καλή κατάληξη, πόσο μάλλον κάποια κάθαρση, αντί για εξελίξεις δεινές για τον κόσμο όλο.

* Το άρθρο αποτελεί απόδοση στα ελληνικά της μηνιαίας στήλης του συγγραφέα στο Project Syndicate.

spot_img

Related articles

ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΣΤΟ TIKTOK: Η CRINGE ΣΥΝΗΘΕΙΑ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΛΑΤΡΕΙΑ

Τελικά, για να πετύχεις στην πολιτική, πρέπει να μιλάς όσο λιγότερο γίνεται γι’ αυτήν; Κι αν ποτέ δεις...

Οι περιοχές με τις υψηλότερες και τις χαμηλότερες τιμές για αγορά ή ενοικίαση κατοικίας

Η αγορά κατοικίας συνέχισε να κινείται ανοδικά και κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026, ωστόσο ο ρυθμός αύξησης των ζητούμενων...

Ρόμπιν Μπερντ: Η «βασίλισσα των οργίων» και ο υποστηρικτικός Σέλι

Το ονοματεπώνυμο Ρόμπιν Μπερντ ενδέχεται να σας θυμίζει κάτι: εξαιτίας της, ο λαός της Νέας Υόρκης είχε την...

ΣΥΡΙΖΑ: Ακυρώθηκε η διαγραφή Πολάκη και η στήριξη στην ΕΛΑΣ – Ραντεβού των «κομμένων» με την πλειοψηφία για το τελικό ξεκαθάρισμα

Μέσα σε κλίμα νέου διχασμού και σε συνθήκες δυαρχίας ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να περάσει στην επόμενη μέρα. Οριακά αποφεύχθηκε το φιάσκο...