Η συζήτηση για τα μη κρατικά πανεπιστήμια στην Ελλάδα μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους. Μπορεί κάποιος να είναι υπέρ, μπορεί να είναι κατά. Μπορεί να θεωρεί ότι αποτελούν αναγκαία μεταρρύθμιση ή ότι πλήττουν το δημόσιο πανεπιστήμιο.
Αυτό όμως που συμβαίνει σήμερα δεν είναι πρωτίστως ιδεολογική συζήτηση. Είναι ζήτημα θεσμικής σοβαρότητας, ασφάλειας δικαίου και κυβερνητικής ευθύνης.
Η κυβέρνηση επένδυσε πολιτικά όσο σε λίγες μεταρρυθμίσεις στην ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων. Παρουσίασε τον νόμο 5094/2024 ως μεγάλη τομή, διαβεβαίωνε ότι το πλαίσιο είναι αυστηρό και ότι οι διαδικασίες αδειοδότησης και πιστοποίησης εγγυώνται την ποιότητα και τη νομιμότητα του εγχειρήματος.
Και μετά ήρθε το Συμβούλιο της Επικρατείας.
Το Γ΄ Τμήμα του ΣτΕ ακύρωσε τις άδειες λειτουργίας και σχετικές πράξεις πιστοποίησης προγραμμάτων σπουδών τριών ΝΠΠΕ που συνδέονται με τα Keele University, University of York/CITY και Anatolia. Η υπόθεση δεν αφορούσε κάποια αφηρημένη πολιτική διαφωνία για το αν μας αρέσουν ή όχι τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Αφορούσε τη νομιμότητα του τρόπου με τον οποίο έγινε η αδειοδότηση και η πιστοποίηση.
Και εδώ αρχίζουν τα πραγματικά δύσκολα.
Πίσω από τη δικαστική ανατροπή βρίσκεται ο καθηγητής Διοικητικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών Παναγιώτης Λαζαράτος. Η προσφυγή του έφερε ενώπιον του ΣτΕ ακριβώς τις αδυναμίες του συστήματος που η κυβέρνηση παρουσίαζε ως θωρακισμένο.
Το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο δεν έκρινε ότι τα συγκεκριμένα πανεπιστήμια είναι «κακά πανεπιστήμια». Ο ίδιος ο καθηγητής το ξεκαθάρισε. Το κρίσιμο ζήτημα ήταν ότι οι κανόνες δικαίου πάνω στους οποίους στηρίχθηκε ο έλεγχος της ποιότητας κρίθηκαν ανεπαρκείς. Παράλληλα, στις αποφάσεις εντοπίστηκαν ζητήματα στη διαδικασία αδειοδότησης και πιστοποίησης.
Με απλά λόγια: Δεν κατέρρευσε η ιδέα επειδή κάποιος διαφωνεί πολιτικά μαζί της. Κατέρρευσε συγκεκριμένο τμήμα της εφαρμογής της επειδή δεν άντεξε στον δικαστικό έλεγχο.
Και αυτό είναι πολύ βαρύτερο πολιτικά. Γιατί όταν νομοθετείς για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, όταν οικογένειες προγραμματίζουν τη ζωή τους και διαθέτουν σημαντικά ποσά για τις σπουδές των παιδιών τους, δεν επιτρέπεται να λειτουργείς με το «πάμε και βλέπουμε».
Ο Παναγιώτης Λαζαράτος μάλιστα δεν σταμάτησε εκεί. Κατέθεσε νέες αιτήσεις ακύρωσης και για τις επτά άδειες που δόθηκαν στα τέλη Ιουλίου, υποστηρίζοντας ότι υπάρχουν σημαντικοί λόγοι ακυρότητας επειδή συνδέονται με το κανονιστικό πλαίσιο της ΕΘΑΑΕ που βρέθηκε στο επίκεντρο της απόφασης του ΣτΕ.
Και μέσα σε αυτή την κατάσταση εμφανίζεται η υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη και δηλώνει ότι μέσα στην εβδομάδα Keele και York θα έχουν επανακτήσει τις άδειές τους και ότι στις αρχές της επόμενης εβδομάδας θα ακολουθήσει το Anatolia.
Και εδώ, κυρία υπουργέ, γεννιέται ένα πολύ απλό ερώτημα: Πώς το ξέρετε;
Δεν είναι ρητορική ερώτηση. Πώς μπορεί ο πολιτικός προϊστάμενος ενός υπουργείου να ανακοινώνει το αποτέλεσμα διαδικασιών οι οποίες, την ώρα που μιλά, υποτίθεται ότι βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη;
Η ίδια η υπουργός επικαλείται τη σύμφωνη γνώμη του ΕΟΠΠΕΠ, τη συνεδρίαση της ΕΘΑΑΕ, την αλλαγή της σύνθεσης της αρμόδιας Επιτροπής και την επαναξιολόγηση των προγραμμάτων με εμπλουτισμένο κανονιστικό πλαίσιο. Ωραία.
Αν λοιπόν όλα αυτά πρέπει να προηγηθούν, πώς γνωρίζουμε ήδη το αποτέλεσμα; Αν η κρίση των αρμόδιων οργάνων είναι ανεξάρτητη, γιατί η πολιτική ηγεσία ανακοινώνει από πριν όχι μόνο ποιο θα είναι το αποτέλεσμα αλλά περίπου και πότε θα εκδοθεί;
Αυτό ακριβώς έθεσε το ΠΑΣΟΚ, με τον υπεύθυνο Παιδείας Στέφανο Παραστατίδη να κατηγορεί την υπουργό ότι προκαταλαμβάνει την κρίση των αρμόδιων οργάνων και ουσιαστικά τους υποδεικνύει αποτέλεσμα και χρονοδιάγραμμα. Το ΠΑΣΟΚ έχει χαρακτηρίσει συνολικά την εφαρμογή του νόμου «φιάσκο πρωτοφανών διαστάσεων».
Αλλά δεν είναι μόνο το ΠΑΣΟΚ.
Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει ότι η απόφαση του ΣτΕ εκθέτει συνολικά τον κυβερνητικό σχεδιασμό και ζητά κατάργηση του νόμου Πιερρακάκη. Το ΚΚΕ μιλά για κυβερνητική βιασύνη στην εφαρμογή του νόμου και υποστηρίζει ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται στις πλημμέλειες των αδειοδοτήσεων αλλά βρίσκεται στην ίδια τη φιλοσοφία του θεσμικού πλαισίου.
Μπορεί κάποιος να συμφωνεί ή να διαφωνεί με αυτές τις πολιτικές θέσεις.
Δεν μπορεί όμως να αγνοήσει το βασικό γεγονός:
Η κυβέρνηση έδωσε άδειες. Το ΣτΕ τις ακύρωσε. Τώρα επιχειρείται η επαναχορήγησή τους. Και πριν ολοκληρωθούν οι νέες διαδικασίες, η υπουργός εμφανίζεται να γνωρίζει το αποτέλεσμά τους.
Αυτό δεν είναι εικόνα μιας μεταρρύθμισης που εφαρμόστηκε με θεσμική αυτοπεποίθηση. Είναι εικόνα πολιτικής διαχείρισης μιας ζημιάς. Και στη μέση βρίσκονται άνθρωποι που δεν έχουν καμία ευθύνη για όλα αυτά. Οι φοιτητές και οι οικογένειές τους.
Γονείς που εμπιστεύθηκαν ένα πλαίσιο αδειοδοτημένο από το ελληνικό κράτος. Που έκαναν οικονομικό προγραμματισμό, πλήρωσαν ή προγραμμάτισαν δίδακτρα, επέλεξαν σπουδές και σήμερα παρακολουθούν υπουργούς, πανεπιστήμια, ανεξάρτητες αρχές, δικηγόρους και δικαστήρια να συζητούν εάν και πώς θα «θεραπευτούν» νομικά οι άδειες.
Αυτοί τελικά πληρώνουν την κυβερνητική προχειρότητα. Και εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη πολιτική ευθύνη. Διότι η δουλειά του κράτους δεν είναι να βγάζει πρώτα άδειες και μετά να ανακαλύπτει πώς θα τις κάνει νομικά ασφαλείς.
Η δουλειά του είναι πριν δώσει την πρώτη άδεια να έχει εξασφαλίσει ότι το κανονιστικό πλαίσιο, οι έλεγχοι, οι επιτροπές, οι πιστοποιήσεις και ολόκληρη η διαδικασία μπορούν να αντέξουν στον έλεγχο της Δικαιοσύνης.
Και αν ένα ανώτατο δικαστήριο σου δείξει ότι αυτό δεν έγινε σωστά, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ένας αγώνας δρόμου για να ξαναβγούν οι ίδιες άδειες το ταχύτερο δυνατό.
Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να είναι η πολιτική ηγεσία εκείνη που ανακοινώνει από πριν πότε και πώς θα ολοκληρωθεί η κρίση των οργάνων που καλούνται να ελέγξουν.
Γι’ αυτό το ερώτημα προς την υπουργό Παιδείας είναι τελικά πολύ απλό: Κυρία Ζαχαράκη, τι ακριβώς προσπαθείτε να κάνετε; Να διορθώσετε τις πλημμέλειες που αποκάλυψε το Συμβούλιο της Επικρατείας; Να προστατεύσετε τους φοιτητές και τις οικογένειές τους;
Ή να μαζέψετε όσο πιο γρήγορα γίνεται το πολιτικό κόστος ενός κυβερνητικού φιάσκου, ανακοινώνοντας μάλιστα εκ των προτέρων ότι στο τέλος της νέας διαδικασίας όλα θα γίνουν όπως ήταν πριν;
Γιατί αν ισχύει το πρώτο, χρειάζονται κανόνες, χρόνος, ανεξάρτητος έλεγχος και απόλυτη συμμόρφωση με τη Δικαιοσύνη.
Αν όμως γνωρίζουμε ήδη το αποτέλεσμα, τότε έχουμε ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα από τρεις άδειες ιδιωτικών πανεπιστημίων.
Έχουμε πρόβλημα με τον ίδιο τον τρόπο που αντιλαμβάνεται η πολιτική εξουσία τους θεσμούς που υποτίθεται ότι την ελέγχουν.

