Υπάρχει μια σπάνια κατηγορία διοικούντων που δεν φοβούνται την αποτυχία. Τη ζουν τόσο συχνά, που στο τέλος τη θεωρούν φυσιολογική κατάσταση.
Είναι εκείνοι που έχουν την αλλόκοτη πεποίθηση ότι ο ήλιος ανατέλλει επειδή το αποφάσισαν οι ίδιοι. Αν κάτι πετύχει, είναι δικό τους. Αν κάτι αποτύχει, φταίνε οι άλλοι. Αν κάποιος τους στηρίξει, «έκανε το καθήκον του». Αν κάποιος διαφωνήσει, είναι εχθρός του λαού, της προόδου και αν χρειαστεί, ακόμα και της ίδιας της λογικής.
Έχουν κι ένα ακόμη σπάνιο χάρισμα. Μπερδεύουν την αχαριστία με την πυγμή. Νομίζουν ότι όσο λιγότερο αναγνωρίζουν την αξία των ανθρώπων γύρω τους, τόσο πιο ισχυροί φαίνονται. Στην πραγματικότητα, απλώς αποδεικνύουν ότι η ανασφάλεια έχει καλύτερη μνήμη από την αξιοπρέπεια.
Τους βλέπεις να περπατούν με ύφος αυτοκράτορα, ενώ πίσω τους δεν ακολουθεί ούτε η σκιά τους από επιλογή. Κι όμως, επιμένουν να πιστεύουν ότι όλοι τούς χρωστούν. Σεβασμό. Στήριξη. Σιωπή. Ευγνωμοσύνη. Τα πάντα. Οι ίδιοι, φυσικά, δεν χρωστούν ποτέ τίποτα σε κανέναν.
Το πιο διασκεδαστικό, όμως, έρχεται στις δύσκολες στιγμές. Εκεί που η αλαζονεία εξαφανίζεται με θαυμαστή ταχύτητα. Εκεί που όσοι χθες ήταν «περιττοί», «ενοχλητικοί» ή «αντικαταστάσιμοι», μετατρέπονται ξαφνικά στους πιο πολύτιμους ανθρώπους του κόσμου. Μόλις περάσει η καταιγίδα, επανέρχεται το γνωστό έργο. Η μνήμη διαγράφεται, η αχαριστία επανεκκινεί και ο κύκλος συνεχίζεται.
Η εξουσία δεν αποκαλύπτει τον χαρακτήρα. Τον μεγεθύνει. Αν μέσα σου κατοικεί η μικροψυχία, η καρέκλα απλώς της δίνει καλύτερο μικρόφωνο.
Και στο τέλος, όταν οι αίθουσες αδειάσουν, όταν τα χειροκροτήματα σταματήσουν και όταν οι πρόθυμοι εξαφανιστούν, μένει μόνο η αλήθεια: κανείς δεν έπεσε επειδή είχε απέναντί του πολλούς αντιπάλους. Έπεσε επειδή κατάφερε να κουράσει ακόμη και εκείνους που, για πολύ καιρό, τον κρατούσαν όρθιο.
Υπάρχουν άνθρωποι που χτίζουν γέφυρες. Υπάρχουν κι άλλοι που τις καίνε μία-μία και μετά απορούν γιατί μένουν μόνοι στην απέναντι όχθη.

