Επεισόδιο 10: Έργα, σχολεία και… αλλαγές από τον πάγκο
Ο Αύγουστος τελείωσε στον Λογοπόταμο και μαζί του τελείωσαν τα βατραχοπέδιλα, τα μακροβούτια και οι μεγάλες πολιτικές αναλύσεις με το μαγιό. Οι παραλίες άδειασαν, τα τάβλια έκλεισαν, οι τελευταίοι επέστρεψαν από τα νησιά και το χωριό μπήκε ξανά σε κανονικούς ρυθμούς.
Ή, τέλος πάντων, στους ρυθμούς που στον Λογοπόταμο θεωρούνται κανονικοί.
Γιατί ανοίγουν τα σχολεία.
Σε κάποια έγιναν εργασίες. Σε κάποια γίνονται ακόμα. Σε κάποια θα γίνουν. Σε κάποια λένε ότι έγιναν, αλλά πρέπει να έχεις πολύ καλή παρατηρητικότητα για να τις βρεις. Και υπάρχουν και μέρη όπου το βασικό πρόβλημα δεν είναι τι εργασίες έγιναν στο σχολείο, αλλά… πού είναι το σχολείο.
Σε μια γειτονιά οι κάτοικοι ζητούν σχολείο. Σε μια άλλη είναι σίγουροι ότι έχουν. «Πού είναι;» ρώτησε κάποιος. «Υπάρχει.»
«Ναι, πού;»
«Στον σχεδιασμό.»
Στον Λογοπόταμο, άλλωστε, υπήρχαν πολλά πράγματα στον σχεδιασμό. Ήταν μια υπέροχη περιοχή. Είχε σχολεία, δρόμους, πλατείες και έργα. Το μόνο κακό ήταν ότι δεν μπορούσες να πας να τη δεις.
Μετά ήρθαν τα έργα.
Εκεί άρχισε το πραγματικό πανηγύρι.
Υπήρχαν έργα που γίνονταν, έργα που αργούσαν, έργα που ξεκίνησαν και μετά σταμάτησαν, έργα που τα έκανε ο ένας και τα ανακοίνωνε ο άλλος, έργα που τα ανακοίνωσε ο ένας αλλά τελικά τα έκανε άλλος και έργα που είχαν ανακοινωθεί τόσες φορές, ώστε οι κάτοικοι πίστευαν ότι είχαν ήδη κατασκευαστεί.
Υπήρχαν και τα έργα που δεν θα γίνουν ποτέ.
Αυτά ήταν τα πιο ξεκούραστα.
Δεν είχαν καθυστερήσεις, δεν είχαν εργολάβους, δεν είχαν προβλήματα και, κυρίως, δεν χρειάζονταν συντήρηση. Και κάπου στο βάθος υπήρχαν κι εκείνα που χάθηκαν για πάντα. Κάθε τόσο κάποιος τα θυμόταν. «Ρε παιδιά, εκείνο το έργο τι έγινε;» Και τότε όλοι κοιτούσαν κάτω. Όχι από ντροπή. Μήπως το βρουν.
Σαν να μην έφταναν αυτά, άρχισε και η μεγάλη συζήτηση για τα τοπόσημα του χωριού. Εκεί αποδείχθηκε ότι στον Λογοπόταμο μπορείς να έχεις ένα τοπόσημο για εκατό χρόνια και την εκατοστή πρώτη να ανακαλύψεις ότι χρειάζεσαι άδεια για να το κοιτάξεις.
Υπήρχαν ιστορικοί χώροι που όλοι θεωρούσαν δικούς τους, μέχρι που κάποιος άνοιξε έναν φάκελο και ανακάλυψε ότι ανήκαν αλλού. «Μα είναι μέσα στο χωριό!» «Ναι.» «Και δεν είναι δικό μας;» «Όχι.» «Τότε τίνος είναι;» «Άλλου.»
Η συζήτηση σταμάτησε εκεί, γιατί η απάντηση ήταν τόσο λογοποταμίτικη που δεν χρειαζόταν καμία περαιτέρω διευκρίνιση.
Και μετά άρχισαν να εμφανίζονται όλοι οι υπόλοιποι. Λιμενικοί, αστυνομικοί, πυροσβέστες, ναυαγοσώστες. Ο καθένας με τη δική του αρμοδιότητα, τον δικό του χώρο και τα δικά του όρια.
Κάποιος ρώτησε ποιος είναι τελικά υπεύθυνος για τι. Έπεσε σιωπή. Ο γηραιότερος του χωριού τού έβαλε το χέρι στον ώμο. «Νέος είσαι ακόμα. Μη βιάζεσαι να τα μάθεις όλα.» Και μέσα σε αυτό το υπέροχο σκηνικό, άρχισε ξανά και το πρωτάθλημα.
Γιατί μετά τη θερινή μεταγραφική περίοδο εμφανίστηκαν νέοι παίκτες στον Λογοπόταμο. Ένας μπήκε στο γήπεδο αποφασισμένος να παίξει μόνος του. Δεν ήθελε συμπαίκτες. Ήθελε κοινό. Πήρε την μπάλα, κατέβασε το κεφάλι και ξεκίνησε για το τέρμα. Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι είχε ξεχάσει σε ποια πλευρά βρισκόταν το τέρμα.
Ένας δεύτερος φαινόταν δυνατός. Είχε παιχνίδι, είχε κόσμο, είχε και διάθεση. Όλοι συμφωνούσαν ότι μπορούσε να πάρει τον αγώνα. Το πρωτάθλημα όμως είναι άλλη ιστορία.
Ένας τρίτος είχε αγοράσει ήδη φόρμα, παπούτσια και επικαλαμίδες, αλλά η θέση του φαινόταν μόνιμα κρατημένη στον πάγκο. Κάθε τόσο σηκωνόταν για ζέσταμα, έκανε δύο διατάσεις, κοιτούσε τον προπονητή και ξανακαθόταν. «Θα μπω;»
«Ζεστάσου εσύ και βλέπουμε.»
Είχε ζεσταθεί τόσο πολύ, που μέχρι το τέλος της σεζόν θα χρειαζόταν πυροσβεστική.
Υπήρχε όμως και ένας άλλος παίκτης. Αυτός ήξερε μπάλα. Το ήξεραν οι συμπαίκτες του, το ήξεραν οι αντίπαλοι και, κυρίως, το ήξερε ο ίδιος. Μόνο που τον είχαν δεμένο στον πάγκο. «Λύστε με να παίξω», φώναζε. «Κάτσε εκεί που είσαι.»
«Μα μπορώ να βοηθήσω!»
«Ακριβώς γι’ αυτό.»
Στην κερκίδα, εν τω μεταξύ, είχε αρχίσει η γνωστή συζήτηση. Ο ένας ένωνε ομάδα. Ο άλλος έφτιαχνε δεύτερη. Ο τρίτος περίμενε να δει ποια θα κερδίσει για να θυμηθεί ότι πάντα εκεί ανήκε. Ο τέταρτος δήλωνε πως δεν ενδιαφέρεται για ποδόσφαιρο, αλλά είχε αγοράσει διαρκείας στην πρώτη σειρά. Και ένας πέμπτος εξηγούσε σε όλους την τακτική, παρότι ήταν ο μόνος στο γήπεδο που δεν είχε καταλάβει ότι είχε αλλάξει πλευρά στο ημίχρονο.
Έτσι μπήκε ο Σεπτέμβρης στον Λογοπόταμο.
Τα σχολεία άνοιγαν. Τα έργα προχωρούσαν, καθυστερούσαν, χάνονταν και ξαναβρίσκονταν. Τα τοπόσημα έψαχναν ιδιοκτήτες, οι αρμοδιότητες έψαχναν αρμόδιους και οι παίκτες έψαχναν ομάδα, προπονητή, θέση ή έστω κάποιον να τους λύσει από τον πάγκο.
Και ο γέρος του χωριού, που είχε δει πολλά πρωταθλήματα στη ζωή του, κάθισε στο καφενείο, άνοιξε την εφημερίδα και χαμογέλασε.
«Τι γελάς;» τον ρώτησαν.
«Τίποτα. Απλώς περιμένω.»
«Τι περιμένεις;»
«Να ανοίξουν τα σχολεία.»
«Γιατί;»
Δίπλωσε την εφημερίδα, ήπιε μια γουλιά καφέ και απάντησε:
«Μπας και μάθει κανείς επιτέλους ποιος κάνει τι σ’ αυτό το χωριό.»
Και από το γήπεδο ακούστηκε μια φωνή:
«ΚΟΟΥΤΣ, ΘΑ ΜΕ ΒΑΛΕΙΣ;»
Ο γέρος κοίταξε προς τα εκεί.
«Άστον κι αυτόν. Αυτός περιμένει από πέρσι.»
Και κάπως έτσι ξεκίνησε η νέα σεζόν στον Λογοπόταμο.
Με τα παιδιά να πηγαίνουν σχολείο και τους μεγάλους… να χρειάζονται ακόμη μαθήματα.

