Γιατί η Τουρκία ανοίγει ξανά θέμα αποστρατιωτικοποίησης των νησιών;

Date:

Share post:

Το μόνο που δεν λείπει από την τουρκική διπλωματία είναι η συνέπεια. Αυτό φαίνεται και από τον τρόπο που κάθε τόσο επαναφέρει «πάγιες θέσεις» της. Μία από αυτές είναι η αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών του Αιγαίου που επανήλθε στο προσκήνιο με αφορμή τις δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, που υποστήριξε ότι η Ελλάδα προβαίνει σε ενέργειες ««που αντιβαίνουν στις συμβατικές της υποχρεώσεις όσον αφορά στα νησιά που έχουν τεθεί υπό αποστρατιωτικοποιημένο καθεστώς και των οποίων το καθεστώς πρέπει να διατηρηθεί πέραν αμφισβήτησης», αλλά τη δήλωση του εκπροσώπου του τουρκικού υπουργείων Άμυνας, Ζέκι Ατατούρκ, ότι «οι ενέργειες που αποσκοπούν στη δημιουργία τετελεσμένων κατά παράβαση του αποστρατιωτικοποιημένου καθεστώτος του Καστελόριζου, το οποίο βρίσκεται σε εξαιρετικά μικρή απόσταση από τις τουρκικές ακτές, δεν συνάδουν με τις διεθνείς υποχρεώσεις και δεν πρόκειται να γίνουν αποδεκτές από τη χώρα μας». Και οι δύο δηλώσεις δεν είναι άσχετες με τον νέο γύρο σχετική έντασης στις διμερές σχέσεις, με αφορμή τόσο τη χωροθέτηση των θαλάσσιων πάρκων όσο και τις αποφάσεις της ελληνικής κυβέρνησης για την προμήθεια ισραηλινού αντιπυραυλικού συστήματος αλλά και την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας και Κύπρου.

 

Τι ισχύει με το καθεστώς των ελληνικών νησιών του Αιγαίου; Προβλέπεται αποστρατιωτικοποίηση;

Σε σχέση με τα ελληνικά νησιά του Αιγαίου είναι γεγονός ότι υπήρχαν προβλέψεις μερικής ή πλήρους αποστρατιωκοποίησης, που όμως ήταν διατυπωμένες σε προηγούμενες εποχές και σε ένα διαφορετικό πλαίσιο.

Ως προς τη Λήμνο και τη Σαμοθράκη, υπήρχε πρόβλεψη αποστρατιωτικοποίησης, όπως αντίστοιχα για την Ίμβρο και την Τένεδο και τις Λαγούσες νήσους, με βάση τη Σύμβαση της Λωζάνης «Περί του Καθεστώτος των Στενών» του Ιουλίου του 1923. Η Σύμβαση εκείνη ρητά προέβλεπε καθεστώς «ουδετεροποίησης». Όμως, η Σύμβαση της Λωζάνης αντικαταστάθηκε από τη Σύμβαση του Μοντρέ του 1936. Ουσιαστικά, τότε ήταν που τα Στενά έπαψαν να είναι υπό διεθνή έλεγχο και πέρασαν σε τουρκικό έλεγχο (με την Τουρκία να προσφέρει εγγυήσεις για τη διευκόλυνση της ναυσιπλοΐας), ένα καθεστώς που ισχύει και σήμερα.

Στο πλαίσιο της Σύμβασης του Μοντρέ καταργήθηκαν ουσιαστικά και οι προβλέψεις για αποστρατιωτικοποίηση των νησιών που ανήκουν στη «Ζώνη των Στενών», κάτι που φάνηκε  και από το γεγονός ότι η Τουρκία έσπευσε να στρατιωτικοποιήσει τα νησιά που υπόκεινται στην κυριαρχία της. Η Τουρκία, όμως, επιμένει να επικαλείται τις αρχικές προβλέψεις παρότι η ίδια εξαρχής και ρητά έκανε σαφές ότι δεν ισχύουν για τα δικά της νησιά της «Ζώνης των Στενων».

 

Ως προς τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου (Μυτιλήνη, Χίος, Σάμος, Ικαρία), η Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης του 1923 όντως έθετε ζήτημα μερικής αποστρατιωτικοποίησης (π.χ. απαγόρευε την εγκατάσταση ναυτικής βάσης), ενώ αποστρατικοποίηση των Δωδεκανήσων προβλέπει και η Σύμβαση Ειρήνης των Παρισίων, δηλαδή η συνθήκη ειρήνης των συμμαχικών δυνάμεων με την Ιταλία που υπογράφηκε στο Παρίσι το 1947 Η Συνθήκη των Παρισίων είναι η μόνη που ρητά αναφέρει για τα Δωδεκάνησα καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης.

Ειδικά οι προβλέψεις του 1947 ανήκαν σε ένα φάσμα ανάλογων προβλέψεων που υπήρχαν στις μεταπολεμικές συνθήκες ειρήνης, και καταργήθηκαν στην πράξη από όλες τις πλευρές στη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου, όταν οι χώρες εντάχθηκαν στους αντίπαλους συνασπισμούς και εξοπλίστηκαν.

Το γεγονός ότι τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία έγιναν στις αρχές της δεκαετίας του 1950 μέλη του ΝΑΤΟ μετέφερε την αντιπαράθεση εκεί, ήδη από τη δεκαετία του 1950, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα είτε η μη εγκατάσταση νατοϊκών εγκαταστάσεων είτε τη μη συμπερίληψη των νησιών σε νατοϊκές ασκήσεις.

 

Από εκεί και πέρα η ελληνική διπλωματία παγίως επικαλείται την τουρκική επιθετικότητα μετά το 1974, και υποστηρίζει ότι ως κυρίαρχο κράτος έχει το περιθώριο εντός των συνόρων της να πάρει όλα τα μέτρα για να προασπίσει την εδαφική ακεραιότητά της.

Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι η λογική των αποστρατικοποιημένων περιοχών ανήκει σε μια λογική για το διεθνές δίκαιο που ουσιαστικά αναγνωρίζει περιοχές «μειωμένης κυριαρχίας». Εάν μια χώρα είναι κυρίαρχη, θα πρέπει να μπορεί και να ασκήσει τα δικαιώματα που προκύπτουν από την πλήρη και αδιαίρετη κυριαρχία που ασκεί εντός του εδάφους της και το δικαίωμα ένοπλης άμυνας είναι θεμελιώδης πλευρά της κυριαρχίας.

Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο σε περιοχές όπου υπάρχουν αναγνωρισμένα σύνορα και δεν υπάρχει εμπόλεμη κατάσταση ή διαρκής κρίση. Οι αποστρατικοποιημένες ζώνες που υπάρχουν (π.χ. ανάμεσα στη Βόρεια και τη Νότια Κορέα) αφορούν περιοχές όπου υπήρξαν προηγούμενες πολεμικές συγκρούσεις και όπου διατηρείται ένταση, ή περιοχές όπως η Ανταρκτική όπου υπήρχαν ποικίλες και αλληλοεπικαλυπτόμενες αξιώσεις και τελικά υπογράφηκαν μια σειρά από πολυμερείς συνθήκες που ανάμεσα στα άλλα περιλαμβάνουν την αποστρατιωτικοποίηση.

Είναι άλλης τάξης ζήτημα, εάν χώρες επιλέγουν να συνομολογήσουν, ως μέσο οικοδόμησης εμπιστοσύνης και ειρηνικής συνύπαρξης, αμοιβαίο περιορισμό της συνοριακής στρατιωτικής παρουσίας και άλλο προφανώς μια εκ των προτέρων άρνηση του δικαιώματος να ασκηθεί πλήρης κυριαρχία σε συγκεκριμένες περιοχές.

Γιατί επανέρχεται τώρα η απαίτηση για αποστρατιωτικοποίηση

Η επαναφορά του θέματος έχει να κάνει με τον τρόπο που η Τουρκία δεν έχει μετατοπιστεί ως κάποιες πάγιες θέσεις. Προφανώς και η Τουρκία γνωρίζει ότι δεν υπάρχει κάποιο διεθνές δικαιοδοτικό όργανο που θα επέβαλε στην Ελλάδα να προχωρήσει σε αποστρατιωτικοποίηση των νησιών. Άλλωστε, ιστορικά το μέγιστο που πέτυχε η τουρκική διπλωματική πίεση πάνω σε αυτό το θέμα αφορούσε το σχεδιασμό νατοϊκών ασκήσεων. Από την άλλη μεριά, είναι σαφές ότι η Τουρκία έχει τη λογική μιας διαπραγμάτευσης εφ’ όλης της ύλης, για όλα τα θέματα και όχι μόνο για τα θέματα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας που είναι η πάγια θέση της ελληνικής διπλωματίας. Εντός αυτής της διαπραγμάτευσης εύλογο είναι να θέλει να ανοίξει όλα τα θέματα που υπάρχουν ως «διμερείς διαφορές», ιδίως αυτά που θεωρεί ότι θα μπορούσε να αντιπροτείνει μια δική της ερμηνεία του διεθνούς δικαίου. Ουσιαστικά, είναι μία διαπραγματευτική τακτική που σκοπό έχει να τεθούν όλα τα ζητήματα στο τραπέζι, να θεωρηθούν ότι σε όλα υπάρχουν «γκρίζες ζώνης» και ανάγκη να βρεθεί «κοινό έδαφος» μέσα από μια διμερή συζήτηση και όχι μέσα από εφαρμογή κανόνων του διεθνούς δικαίου. Αυτό έρχεται σε σύγκρουση με τη θέση της ελληνικής διπλωματίας ότι τα ανοιχτά θέματα είναι πολύ συγκεκριμένα και μόνο για αυτά μπορεί να υπάρχει συζήτηση και αυτή κατά προτίμηση με από κοινού προσφυγή στη Χάγη.

Από εκεί και πέρα, είναι προφανές ότι η ένταση με την οποία επανέρχονται τέτοια ζητήματα στο προσκήνιο έχει να κάνει με την ιδιαίτερη συγκυρία κάθε φορά. Σήμερα, η Τουρκία θεωρεί ότι η Ελλάδα προσπαθεί να της ασκήσει πίεση με βάση πρωτίστως τη συνεργασία με το Ισραήλ, που την αντιμετωπίζει ως επιθετική κίνηση, αλλά και κινήσεις όπως η ενεργειακή διασύνδεση με την Κύπρο. Ουσιαστικά, η Τουρκία εκτιμά ότι το Ισραήλ προσπαθεί να αξιοποιήσει την συνεργασία με την Ελλάδα σε μια τακτική «περικύκλωσης» της. Ας μην ξεχνάμε ότι η Τουρκία έχει κατηγορήσει το Ισραήλ για προσπάθεια αποσταθεροποίησης της Συρίας (στην οποία παρεμπιπτόντως το Ισραήλ διεκδικεί τη διαμόρφωση αποστρατιωτικοποιημένης ζώνης). Εξ ου και οι τουρκικές δηλώσεις ότι το Ισραήλ θα ήθελε, για τους δικούς του λόγους, να σπρώξει τα πράγματα σε μια ελληνοτουρκική σύγκρουση.

Με αυτά τα δεδομένα η Τουρκία επιδιώκει ταυτόχρονα να ασκήσει πίεση στην Ελλάδα, να δώσει την εικόνα ότι και η Ελλάδα υιοθετεί «παραβατικές» πρακτικές, και να υπογραμμίζει ότι τα ανοιχτά θέματα μεταξύ των δύο κρατών είναι πολύ περισσότερα από όσα υποστηρίζει η ελληνική πλευρά. Και βέβαια η επιλογή να εγερθεί το θέμα αυτό μετά την επίσκεψη του πρωθυπουργού στο Καστελόριζο δεν είναι τυχαία: το συγκεκριμένο νησί της Δωδεκανήσου δεν εμπίπτει απλώς στο ερώτημα περί της αποστρατιωτικοποίησης αλλά και το καθεστώς του, σε σχέση με το πώς θα οριζόταν η υφαλοκρηπίδα ή η ΑΟΖ του, εμπίπτει ακριβώς στη συνολική διαπραγμάτευση και μάλιστα ως το σημείο όπου οι ελληνικές αξιώεις φαντάζουν  πιο «οριακές» και «ανεδαφικές», δηλαδή το εάν θα μπορούσαν να προκύψουν πλήρη τέτοια κυριαρχικά δικαιώματα από ένα μικρό νησί σχετικά απομακρυσμένο και πολύ κοντά στην τουρκική ακτή.

Το δύσκολο κουβάρι των ελληνοτουρκικών σχέσεων

Ούτως ή άλλως οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι σε μια δύσκολη καμπή. Παρότι καμία από τις δύο χώρες δεν δείχνει να προκρίνει την άμεση κλιμάκωση της έντασης – ένα «θερμό επεισόδιο» θεωρείται και από τις δυο πλευρές ως κάτι που θα οδηγούσε σε διαπραγμάτευση με κακούς όρους –, εντούτοις η ένταση θα κλιμακώνεται, όσο η Τουρκία θα θεωρεί ότι θα πρέπει να επικυρωθεί μέσα από την επίλυση των «διμερών διαφορών» ο αναβαθμισμένος ρόλος της και όσο η ελληνική πλευρά επιλέγει ως στρατηγική τη διαμόρφωση «αξόνων» με χώρες όπως το Ισραήλ, κινήσεις, δηλαδή, που η Τουρκία θα θεωρεί συνολικότερα εχθρικές, ιδίως σε μια εποχή που φαίνεται ότι το Ισραήλ κλιμακώνει μια αντιπαράθεση με την Τουρκία στη Συρία και όχι μόνο, αλλά και εντάσσει τη σχέση με την Ελλάδα σε αυτό το πλαίσιο. Κινήσεις όπως τα κοινά γυμνάσια Ελλάδας και Ισραήλ με αυτό τον τρόπο «διαβάζονται» στην άλλη πλευρά του Αιγαίου.

Εξ ου και οι εξαγγελίες για μετακίνηση επίλεκτης τουρκικής μονάδας απέναντι από τη Σάμο, ως υπογράμμιση ότι και η τουρκική πλευρά ενισχύει τη δική της «αποτρεπτική ικανότητα».

Όλα αυτά διαμορφώνουν ένα σκηνικό έντασης που έχει να κάνει όχι μόνο με τον τρόπο που οι δύο χώρες διεκδικούν τις θέσεις τους, αλλά και με την παρέμβαση και άλλων «παικτών», με τους δικούς τους σχεδιασμούς. Μια ένταση που διακηρυκτικά και οι δύο πλευρές απορρίπτουν, ακόμη και όταν κάνουν βήματα που την ενισχύουν.

Από την άλλη η απλή επίκληση του διεθνούς δικαίου, ως του πεδίου που θα μπορούσε να περιορίσει την ένταση, μάλλον δεν επαρκεί, κάτι που το ξέρουμε και από τις διαβουλεύσεις εντός ΝΑΤΟ σε σχέση με τα θέματα αποστρατιωτικοποίησης. Ιδίως όταν στα μάτια των περισσότερων χωρών το όλο θέμα φαντάζει «διμερής διαφορά» και όχι απαραιτήτως θέμα διεθνούς δικαίου.

Αυτό προφανώς οδηγεί τα πράγματα στο ερώτημα του πώς θα μπορούσε να είναι μια διαπραγμάτευση, ακόμη και εφ’ όλης της ύλης, ανάμεσα στις δύο χώρες, που όμως παραμένουν «εθισμένες», ως προς το εσωτερικό τους, σε μια ρητορική που θεωρεί οποιονδήποτε συμβιβασμό ως προδοσία, την ώρα που φαίνεται ότι η μεταξύ τους αντιπαράθεση εντάσσεται και στους σχεδιασμούς άλλων χωρών, κάτι που μπορεί να την κάνει ακόμη πιο καταστροφική εάν ξεφύγει από τα σημερινά όρια.

in.gr

spot_img

Related articles

Το πρώτο «εσωτερικό μέτωπο» του Ζιντάν στη Γαλλία

Ο Ζινεντίν Ζιντάν δεν έχει προλάβει ακόμη να καθίσει στον πάγκο της εθνικής Γαλλίας σε επίσημο παιχνίδι και...

Η ΕΛΑΣ ταράζει το ΠΑΣΟΚ – Η δεύτερη θέση και οι καλές και οι κακές… μεταγραφές

Η ικανοποίηση στο επιτελείο της ΕΛΑΣ για τον πρώτο κύκλο δημοσκοπήσεων μετά τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης είναι περισσότερο...

Η τεχνολογική εξέλιξη δεν ανακόπτεται – όμως η κατεύθυνσή της μπορεί και πρέπει να ελεγχθεί

Οι δύο πρώτες ταινίες Terminator σημάδεψαν κινηματογραφικά τη γενιά μου. Δεν ήταν απλώς η πολύ καλή σκηνοθεσία του...

Δεν ξεχνάμε τον Παύλο Φύσσα και τα εγκλήματα της ναζιστικής οργάνωσης του Κασιδιάρη

Η υπερπροβολή του Ηλία Κασιδιάρη, με αφορμή την αποφυλάκισή του, από όσους ασχολούνται με το αν θα κάνει...