Ενδοομιλικά Δάνεια: Η “Νομιμοποιημένη” Φοροαποφυγή των Πολυεθνικών στην Ελλάδα
Τα τελευταία χρόνια, η δημόσια συζήτηση γύρω από την ακρίβεια, την αισχροκέρδεια και τη φορολόγηση των επιχειρήσεων μοιάζει να παρακάμπτει μια από τις πιο καίριες πτυχές του προβλήματος: την ενδοομιλική φοροαποφυγή, δηλαδή τις χρηματοοικονομικές τακτικές μέσω των οποίων οι μεγάλες πολυεθνικές μεταφέρουν κέρδη εκτός Ελλάδας, χωρίς να φορολογούνται.
Πώς λειτουργεί το σύστημα
Ο πιο “αθώος” τρόπος μεταφοράς κερδών είναι το λεγόμενο ενδοομιλικό δάνειο: η μητρική εταιρεία δανείζει τη θυγατρική της στην Ελλάδα με πολύ υψηλό επιτόκιο. Έτσι, η ελληνική θυγατρική εμφανίζει υπέρογκα έξοδα από τόκους, μειώνει τα κέρδη της (και συνεπώς τη φορολογική της υποχρέωση), ενώ η μητρική εμφανίζει έσοδα στο εξωτερικό – όπου οι φορολογικοί συντελεστές είναι χαμηλότεροι ή ανύπαρκτοι.

Παράδειγμα: Πώς “φεύγει” το φορολογητέο κέρδος
Ας υποθέσουμε ότι η πολυεθνική GloboFood SA, με έδρα στην Ολλανδία, έχει θυγατρική στην Ελλάδα με την επωνυμία GloboFood Ελλάς Α.Ε.. Η GloboFood Ελλάς είχε φέτος πραγματικά καθαρά κέρδη 10.000.000 ευρώ.
Η μητρική δανείζει τη θυγατρική με 20.000.000 ευρώ και επιτόκιο 10%.
Έτσι:
-
Η GloboFood Ελλάς πληρώνει 2.000.000 ευρώ τον χρόνο σε τόκους προς τη μητρική.
-
Αυτά τα 2.000.000 εμφανίζονται ως “έξοδο” και αφαιρούνται από τα φορολογητέα κέρδη.
-
Αν η θυγατρική είχε φορολογηθεί με 22% για 10.000.000 ευρώ, θα πλήρωνε 2.200.000 ευρώ φόρο.
-
Τώρα, με “τεκμηριωμένο έξοδο”, πληρώνει φόρο μόνο για 8.000.000 ευρώ, δηλαδή 1.760.000 ευρώ.
Η διαφορά των 440.000 ευρώ έφυγε νόμιμα και αφορολόγητα… με εισιτήριο τον “εσωτερικό τόκο”. Και όλα αυτά συμβαίνουν ακόμα κι αν η μητρική έχει έδρα σε “φορολογικό παράδεισο”.
Τι ίσχυε και τι άλλαξε
Μέχρι και το 2013, η Ελλάδα διέθετε ένα ελάχιστο επίπεδο προστασίας, με περιορισμούς ως προς το ύψος των επιτοκίων που μπορούσαν να εφαρμοστούν σε τέτοιες ενδοομιλικές συναλλαγές. Αυτοί βασίζονταν σε μέσους ευρωπαϊκούς δείκτες, όπως το Euribor, ώστε να αποτρέπεται η τεχνητή “φούσκωση” των τόκων.
Αυτό άλλαξε με την ψήφιση του Ν. 4172/2013 (Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος), και συγκεκριμένα με το άρθρο 50 περί τεκμηρίωσης ενδοομιλικών συναλλαγών (transfer pricing). Αν και εισήχθη η αρχή των “συναλλαγών μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων” (arm’s length principle), δεν τέθηκαν ρητά ανώτατα όρια στα επιτόκια, αφήνοντας μεγάλο περιθώριο “νόμιμης” χειραγώγησης.
Το 2017, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ εξέδωσε την ΠΟΛ. 1184/2017, μια εγκύκλιο που εξειδίκευε τις διαδικασίες τεκμηρίωσης των ενδοομιλικών συναλλαγών. Αν και θεωρητικά αύξανε τη διαφάνεια, στην πράξη δεν περιόρισε το πρόβλημα, καθώς οι επιχειρήσεις μπορούσαν να τεκμηριώσουν ό,τι ήθελαν με βάση “συγκρίσιμα επιτόκια”.
Από το 2019 και μετά, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας διατήρησε και επικαιροποίησε τις οδηγίες αυτές, χωρίς να εισαγάγει κανέναν ουσιαστικό περιορισμό ή ανώτατο όριο. Αντίθετα, με εγκυκλίους όπως η Ε.2114/2021 και η Ε.2007/2022, συνέχισε το ίδιο καθεστώς, όπου η τεκμηρίωση γίνεται από τις ίδιες τις εταιρείες ή τους συμβούλους τους.
Το κόστος για το κράτος και τους πολίτες
Σύμφωνα με έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (2022), η Ελλάδα χάνει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ ετησίως από πρακτικές ενδοομιλικής τιμολόγησης και φοροαποφυγής. Πρόκειται για χρήματα που δεν καταλήγουν σε νοσοκομεία, σχολεία ή κοινωνικές παροχές, αλλά διοχετεύονται στα “φορολογικά καταφύγια” πολυεθνικών ομίλων.
Και όσο οι κυβερνήσεις δεν τολμούν να αγγίξουν το καθεστώς αυτό, οι πολίτες – μισθωτοί, μικρομεσαίοι, συνταξιούχοι – καλούνται να σηκώσουν το βάρος.
Η πολιτική διάσταση
Το ερώτημα είναι απλό: Γιατί επιτρέπεται αυτή η νομιμοποιημένη φοροαποφυγή; Η απάντηση βρίσκεται στην πολιτική βούληση. Δεν πρόκειται για νομικό κενό, αλλά για διαχρονική επιλογή. Είτε λόγω αδυναμίας, είτε – όπως λένε οι πιο καχύποπτοι – λόγω εξυπηρέτησης συμφερόντων, το κράτος κλείνει τα μάτια.
Ο Έλληνας πολίτης, από την άλλη, βιώνει την ακρίβεια, πληρώνει το ΦΠΑ, τον ΕΝΦΙΑ, τις εισφορές, και βλέπει πολυεθνικές να φορολογούνται “τεκμηριωμένα” – δηλαδή ελάχιστα ή καθόλου.
Ίσως ήρθε η ώρα να καταλάβουμε ότι η φοροδιαφυγή του 21ου αιώνα δεν γίνεται με φακέλους και βαλίτσες, αλλά με Excel, transfer pricing και νομικά παραθυράκια. Και ότι, τελικά, δεν φταίει ο “κακός ξένος”, αλλά ο πρόθυμος νομοθέτης.
Άρθρο του Σπύριδων Γ. Μαυρολέων
Πηγές:
-
Ν. 4172/2013 (άρθρα 50–51)
-
ΠΟΛ. 1184/2017
-
Εγκύκλιοι Ε.2114/2021, Ε.2007/2022
-
Έκθεση Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη φοροαποφυγή (2022)

