Υπάρχουν άνθρωποι που δεν ζουν για να δημιουργούν. Ζουν μόνο για να γκρινιάζουν. Για να δηλητηριάζουν. Για να πιστεύουν πως κάθε φορά που ανοίγουν το στόμα τους, ο κόσμος σταματά για να τους ακούσει. Κι όμως, η πραγματικότητα είναι πιο σκληρή από την ψευδαίσθηση που έχουν χτίσει μόνοι τους. Νομίζει ότι επηρεάζει. Νομίζει ότι «τα λέει έξω από τα δόντια».
Στην πραγματικότητα, ο κόσμος απλώς προσπερνά. Όπως προσπερνάς έναν άνθρωπο που έχει μπερδέψει την κακία με την άποψη και τη μιζέρια με την εξυπνάδα.
Είναι από εκείνους που σχολιάζουν τους πάντες γιατί δεν άντεξαν ποτέ τον ίδιο τους τον εαυτό. Που πετάνε λάσπη μήπως και νιώσουν για λίγο ψηλότεροι. Που ζουν μέσα σε μια μόνιμη πίκρα, σαν να τους χρωστάει η ζωή κάτι που ποτέ δεν είχαν το θάρρος να διεκδικήσουν πραγματικά.
Και το πιο τραγικό; Δεν τον αντέχουν ούτε οι δικοί του άνθρωποι. Οι κουβέντες μαζί του μοιάζουν αγγαρεία. Οι συναντήσεις υποχρέωση. Οι σχέσεις του κρατιούνται από συνήθεια, οίκτο ή ανάγκη. Γιατί κανείς δεν θέλει δίπλα του έναν άνθρωπο που στάζει τοξικότητα σε κάθε πρόταση.
Ένας λυγδιάρης της ζωής. Μίζερος, μικρός και από εκείνους που μπερδεύουν την αλητεία με τη «μαγκιά» και την απομόνωση με το ότι «δεν τους χωράει το σύστημα». Όχι φίλους δεν έχει. Ούτε ανθρώπους που τον εκτιμούν πραγματικά. Γιατί η εκτίμηση δεν κερδίζεται με χολή, ούτε με φτηνές επιθέσεις με καφενειακές εξυπνάδες.
Κι όσο περισσότερο φωνάζει για να αποδείξει ότι υπάρχει, τόσο περισσότερο επιβεβαιώνει το ακριβώς αντίθετο: ότι τελικά δεν τον ακούει κανείς.

