Στη συζήτηση που άνοιξε για το αν η επόμενη κυβέρνηση / Βουλή θα μπορούσε να προχωρήσει στην κατάργηση του νόμου για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια και να ανακαλέσει τις άδειες που δόθηκαν σ΄ αυτά, προσθέτω και τις δικές μου σκέψεις.
1.Η απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ έκρινε σύμφωνη με το Σύνταγμα την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων παρά τη ρητή αντίθετη ρύθμιση του άρθρου 16. Με ποια λογική δεν θα ήταν σύμφωνη με το Σύνταγμα η κατάργησή τους; Και το ευρωπαϊκό κεκτημένο, θα ρωτούσε κανείς, δεν θα εμπόδιζε μια τέτοια κατάργηση;
2.Τέτοιο ευρωπαϊκό κεκτημένο δεν υπάρχει. Πρώτα – πρώτα γιατί η ΕΕ δεν έχει αρμοδιότητα στα θέματα ανώτατης εκπαίδευσης. Σε θέματα ελεύθερης εγκατάστασης ναι, η ΕΕ έχει αρμοδιότητα, αλλά αυτή η αρμοδιότητα είναι ενεργή μόνο υπό τους όρους της εκάστοτε ειδικότερης εθνικής νομοθεσίας. Στην Ελλάδα η ειδικότερη ρύθμιση του Συντάγματός μας περιλαμβάνει σαφή, αυστηρή και ειδική οριοθέτηση για τη δημόσια πανεπιστημιακή εκπαίδευση κατ΄ ενάσκηση της αποκλειστικής εθνικής αρμοδιότητας της χώρας μας.
3.Ας δούμε όμως κάπως εγγύτερα το θέμα του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Το σκεπτικό της απόφασης του ΣτΕ έχει στο σημείο αυτό ως εξής:
«Οι διατάξεις των παρ. 5 και 8 του άρθρου 16 του Συντάγματος (…) ερμηνεύονται ενόψει των νεότερων νομοθετικών και νομολογιακών δεδομένων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία αφορούν την παροχή ανώτατης εκπαίδευσης (άρθρ. 165 ΣΛΕΕ), την ελευθερία εγκατάστασης (άρθρ. 49 ΣΛΕΕ), καθώς και το θεμελιώδες δικαίωμα ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων με σεβασμό των δημοκρατικών αρχών (άρθρ. 14 παρ. 3 του Χάρτη). Επί τη βάσει των ανωτέρω, δεν αποκλείεται κατά το Σύνταγμα η ίδρυση και λειτουργία παραρτημάτων αλλοδαπών πανεπιστημίων…».
Η απάντηση του Μιχάλη Σταθόπουλου στο σκεπτικό του ΣτΕ είναι καίρια και απολύτως διαφωτιστική: «… Tο … σκεπτικό αυτό δεν αποδίδει την πραγματικότητα. Υποστηρίζεται ότι το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) προβλέπει τα της παροχής ανώτατης εκπαίδευσης και τα του δικαιώματος ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Στην πραγματικότητα όμως το ενωσιακό δίκαιο προβλέπει ρητά (άρθρο 165 § 1 ΣΛΕΕ) ότι τα ζητήματα αυτά δεν ρυθμίζονται από το ίδιο (δηλαδή το δίκαιο της ΕΕ), αλλά ότι η ΕΕ «σέβεται πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών – μελών για την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος» (έτσι και το άρθρο 14 § 3 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ). Στο εκπαιδευτικό σύστημα ανήκει φυσικά και η ανώτατη εκπαίδευση και στην οργάνωσή της ανήκει και το αν θα επιτρέπεται η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων.»[1]
Και συνεχίζει ο Μιχάλης Σταθόπουλος: «…Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση ουδέποτε όχλησε τη χώρα μας για τη μη αναγνώριση ιδιωτικών ΑΕΙ, σεβόμενη ακριβώς την αποκλειστική αρμοδιότητά της στο θέμα αυτό. Παρενέβη μόνο στο ζήτημα της επαγγελματικής αναγνώρισης των τίτλων σπουδών που χορηγούν ιδιωτικά ΑΕΙ και μας υποχρέωσε, ορθώς, να συμμορφωθεί η χώρα μας σ’ αυτό, αναγνωρίζοντας τους εν λόγω τίτλους ως επαγγελματικά προσόντα. Εδώ όμως αναφερόμαστε στην πλήρη, άρα και την ακαδημαϊκή, αναγνώριση (κυρίως αυτήν) των τίτλων.
… Τα επιχειρήματα της άλλης γνώμης: οι υπέρμαχοι του επιτρεπτού ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα (που θα χορηγούν ακαδημαϊκούς τίτλους) επικαλούνται μια απόφαση του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΕ) της 6.10.2020 (υπόθεση C-66/18), που αφορούσε την Ουγγαρία, της οποίας όμως η νομοθεσία επιτρέπει την ιδιωτική τριτοβάθμια εκπαίδευση. Εκεί δεν υπάρχει άρθρο 16! Επομένως η απόφαση αυτή του ΔΕΕ δεν μπορεί να μεταφερθεί και στην Ελλάδα.
Περαιτέρω η ίδια γνώμη επικαλείται την υπεροχή του ενωσιακού δικαίου έναντι των εθνικών Συνταγμάτων (άρα και έναντι του άρθρου 16). Το επιχείρημα όμως της υπεροχής αυτής (είτε είναι γενικά σωστό είτε όχι) δεν μπορεί να βρει εφαρμογή στο θέμα της οργάνωσης της εκπαίδευσης, αφού, όπως τονίστηκε παραπάνω, το ίδιο το ενωσιακό δίκαιο αφήνει στο θέμα αυτό την αρμοδιότητα στον εθνικό νομοθέτη.» Και καταλήγει ο Μιχάλης Σταθόπουλος: «Στο σκεπτικό του ΣτΕ παρεμβάλλεται και μια σκέψη για την προβλεπόμενη στο ενωσιακό δίκαιο «ελευθερία εγκατάστασης», προφανώς ως συνηγορούσα και για την ελεύθερη εγκατάσταση ιδιωτικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα. Αλλά το ζήτημα της οργάνωσης της εκπαίδευσης, στην οποία ανήκει και η εγκατάσταση ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αποτελεί ειδικό ζήτημα σε σχέση με τη γενική ρύθμιση της ελευθερίας οποιασδήποτε εγκατάστασης. Για το ειδικό αυτό ζήτημα προβλέπεται με ειδική ρύθμιση αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη. Η ειδική ρύθμιση (εγκατάσταση εκπαιδευτικών ιδρυμάτων) επικρατεί (σύμφωνα με την αρχή της ειδικότητας) της γενικής ρύθμισης της ελευθερίας εγκατάστασης.»
4.Το εθνικό και ενωσιακό πλαίσιο είναι επομένως σαφές. Αυτό ωστόσο δεν εξαντλεί το θέμα μας. Γιατί θα ρωτούσε κανείς: Και η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των ενδιαφερόμενων επιχειρηματιών και φοιτητών; Είναι αμφίβολο κατά πόσο η εμπιστοσύνη αυτή μπορεί να είναι δικαιολογημένη, δεδομένου ότι το ισχύον εθνικό (άρθρο 16 Σ) και ενωσιακό νομικό πλαίσιο δεν στηρίζουν μια τέτοια εμπιστοσύνη.
Ας δεχτούμε όμως, και για λόγους οικονομίας της συζήτησης, ότι μετά την απόφαση του ΣτΕ δικαιολογείται η εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων στο ότι είναι νόμιμη η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων και η φοίτηση σε αυτά και ας παραβλέψουμε το γεγονός ότι η πλειοψηφία του δικαστηρίου είχε μία μόνο ψήφο διαφορά από τη μειοψηφία. Ποιες θα ήταν άραγε οι συνέπειες μιας κατάργησης των ιδιωτικών πανεπιστημίων για το κράτος; Θα γεννούσε μια τέτοια κατάργηση αξιώσεις αποζημίωσης των επιχειρηματικών φορέων των ιδιωτικών «μη κερδοσκοπικών» πανεπιστημίων; Θα γεννούσε ακόμη αξιώσεις των φοιτητών τους και ποιες;
Εδώ λοιπόν πρέπει κατά τη γνώμη μου να επικεντρωθεί η συζήτηση. Αν οι φορείς της ιδιωτικής πανεπιστημιακής εκπαίδευσης ήθελαν να διεκδικήσουν αποζημίωση σε περίπτωση κατάργησης του σχετικού νόμου και ανάκλησης των αδειών λειτουργίας τους, θα ήταν άραγε πιθανό να ευδοκιμήσουν οι αγωγές των, «μη κερδοσκοπικών» επαναλαμβάνω, ιδιωτικών πανεπιστημίων στα δικαστήριά μας και αν ναι για ποια ποσά; Και περαιτέρω, αν υποτεθεί ότι θα ήταν πιθανή μια ευνοϊκή υπέρ των ιδιωτικών πανεπιστημίων έκβαση των σχετικών δικών, θα ήταν πολιτικά και νομικά θεμιτό να αναλάβει το κράτος το σχετικό κόστος υπεράσπισης του Συντάγματος και του δημόσιου πανεπιστημίου;
Από την άλλη πλευρά, οι φοιτητές των ιδιωτικών πανεπιστημίων που θα είχαν διανύσει με επιτυχία (και πληρώσει) το πρώτο έτος των σπουδών τους, αυτοί θα αποκτούσαν δικαιώματα και ποια; Αν ναι, θα μπορούσαν π.χ. να πιστωθούν αυτοί οι φοιτητές, με ειδική μεταβατική ρύθμιση που θα ίσχυε μόνο γι΄ αυτούς, με τις αντίστοιχες πιστωτικές μονάδες για τη συνέχιση των σπουδών τους σε νόμιμα λειτουργούντα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό; Μια τέτοια λύση θα αποτελούσε επαρκή προστασία της δικαιολογημένης ή μη εμπιστοσύνης τους;
Ο Αρις Καζάκος είναι Ομότιμος Καθηγητής στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ και Δικηγόρος παρ΄ Αρείω Πάγω

