Εσείς είχατε φανταστικούς φίλους; Εκείνους τους παιδικούς, τους γενναίους, που όταν έσπαγε το βάζο έφταιγε πάντα ο Πέτρος, ο Παύλος, ο Κωστάκης ή στην ανάγκη η Λενίτσα; Τι ωραία εποχή. Τόση αθωότητα, τόση ευρηματικότητα στην κατανομή ευθυνών.
Χθες, που ήταν και γιορτή, πέρασα από σπίτι σε σπίτι. Σε ένα από αυτά, ο μικρός έκανε μια ζημιά, ένα ποτήρι έσπασε. «Μαμά, δεν το έκανα εγώ… ο Παύλος το έκανε!» Το ποτήρι μαζεύτηκε, η σκηνή έκλεισε, κι εμείς οι μεγάλοι επιστρέψαμε στην κουβέντα των μεγάλων. Και, όπως πάντα, φτάσαμε στο αγαπημένο μας θέμα: ποιος φταίει.
Ποιος φταίει για το ένα. Ποιος φταίει για το άλλο. Ποιος φταίει γενικώς. Ένα ατελείωτο παζλ όπου τα κομμάτια αλλάζουν χέρια, αλλά η εικόνα μένει ίδια.
Κι όταν γύρισα σπίτι, με έπιασε εκείνη η ήσυχη φιλοσοφική ανησυχία που έρχεται μόνο όταν σβήνουν οι φωνές των άλλων και μένεις με τη δική σου. «Αλήθεια τώρα: ποιος φταίει για τα στραβά; Πάντα οι άλλοι;»
Είναι εύκολο να το πιστέψεις. Οι άλλοι είναι πάντα πολλοί, πάντα διαθέσιμοι, πάντα βολικοί. Οι άλλοι δεν διαμαρτύρονται, δεν αντιμιλούν, δεν ζητούν εξηγήσεις. Οι άλλοι είναι το τέλειο καταφύγιο.
Μόνο που υπάρχει μια λεπτή, σχεδόν αδιόρατη στιγμή, όπου η ζωή, ή η συνείδηση, ή η κούραση, ή η αλήθεια, σε σταματάει και σου ψιθυρίζει: «Ωραία. Αυτοί είναι οι άλλοι. Εσύ;»
Εσύ τι κάνεις; Τι αλλάζεις; Τι βελτιώνεις; Τι αναλαμβάνεις; Τι αφήνεις πίσω; Τι τολμάς; Τι αποφεύγεις; Τι συνεχίζεις από αδράνεια, και τι σταματάς από επίγνωση;
Γιατί μπορεί να μην φταις για το ποτήρι που έπεσε. Μπορεί να μην φταις για το χάος που βρήκες. Μπορεί να μην φταις για όσα άλλοι αποφάσισαν πριν από σένα. Μπορεί να μην φταις καν για την ιστορία που σε έφερε ως εδώ.
Αλλά από ένα σημείο και μετά, η ευθύνη δεν έχει να κάνει με το ποιος φταίει. Έχει να κάνει με το ποιος αναλαμβάνει.
Και ίσως αυτό να είναι το τέλος της παιδικής ηλικίας: όχι όταν σταματάς να έχεις φανταστικούς φίλους, αλλά όταν σταματάς να τους ψάχνεις για να φορτώσεις πάνω τους όσα δεν θέλεις να δεις.
Ίσως η ωριμότητα να αρχίζει τη στιγμή που κοιτάς το σπασμένο ποτήρι, το σπασμένο βάζο, το σπασμένο οτιδήποτε, και δεν ρωτάς πια «ποιος το έκανε», αλλά «τι μπορώ να κάνω εγώ από εδώ και πέρα».
Και τότε, για πρώτη φορά, η ευθύνη δεν είναι βάρος. Είναι Ελευθερία.
ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ

