Αναβαλλόμενος φόρος και τράπεζες: τι είπε ο Τσίπρας και τι πραγματικά ισχύει
Στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης επανέρχεται ο λεγόμενος αναβαλλόμενος φόρος των τραπεζών, μετά την αναφορά του Αλέξη Τσίπρα ότι οι τράπεζες εμφανίζουν υψηλή κερδοφορία, διανέμουν μεγάλα μερίσματα στους μετόχους, αλλά εξακολουθούν να μην αποδίδουν αντίστοιχο φόρο στο Δημόσιο.
Ο πρώην πρωθυπουργός υποστήριξε ότι το σημερινό καθεστώς πρέπει να τελειώσει νωρίτερα από το 2035, θέτοντας το δίλημμα: είτε οι τράπεζες θα επιταχύνουν την απόσβεση του αναβαλλόμενου φόρου έως το 2028 είτε θα βρεθούν αντιμέτωπες με έκτακτη εισφορά στα κέρδη τους.
Τι είναι ο αναβαλλόμενος φόρος
Ο αναβαλλόμενος φόρος δεν είναι ένας απλός «χαρισμένος φόρος». Πρόκειται για μηχανισμό που δημιουργήθηκε στα χρόνια της κρίσης, όταν οι ελληνικές τράπεζες υπέστησαν τεράστιες ζημιές από το PSI, τα «κόκκινα» δάνεια και τις ανακεφαλαιοποιήσεις. Μέρος αυτών των ζημιών μετατράπηκε σε φορολογική απαίτηση έναντι του Δημοσίου, ώστε να ενισχυθούν λογιστικά και εποπτικά τα κεφάλαια των τραπεζών.
Με απλά λόγια, οι τράπεζες απέκτησαν τη δυνατότητα να συμψηφίζουν μελλοντικούς φόρους με παλιές ζημιές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι απαιτήσεις αυτές μπορούν να μετατραπούν σε άμεση απαίτηση έναντι του Ελληνικού Δημοσίου αν μια τράπεζα εμφανίσει ζημιές. Αυτό αναφέρεται και σε τραπεζικές εκθέσεις ως Deferred Tax Credit, δηλαδή φορολογική πίστωση έναντι του κράτους.
Γιατί υπάρχει πολιτική ένταση σήμερα
Το ζήτημα γίνεται πολιτικά εκρηκτικό επειδή οι τράπεζες δεν βρίσκονται πλέον στην κατάσταση της κρίσης. Έχουν επιστρέψει σε ισχυρή κερδοφορία και έχουν ξαναρχίσει διανομές μερισμάτων. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει καταγράψει υψηλή κερδοφορία των ελληνικών τραπεζικών ομίλων, με κέρδη μετά φόρων 2,5 δισ. ευρώ στο πρώτο εξάμηνο του 2025, από 2,4 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2024.
Το επιχείρημα Τσίπρα είναι απλό και πολιτικά αιχμηρό: όταν μια μικρή ή μεσαία επιχείρηση έχει κέρδη, πληρώνει φόρο. Όταν όμως οι τράπεζες έχουν κέρδη, μεγάλο μέρος του φόρου συμψηφίζεται λόγω του παλιού μηχανισμού στήριξης. Έτσι, ενώ μπορούν να μοιράζουν μερίσματα, το Δημόσιο δεν εισπράττει φόρο ανάλογο της κερδοφορίας τους.
Τι σχεδιάζουν οι τράπεζες
Οι ελληνικές τράπεζες έχουν ήδη παρουσιάσει σχέδια ταχύτερης μείωσης του αναβαλλόμενου φόρου. Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν δημοσιευθεί, ο αναβαλλόμενος φόρος των συστημικών τραπεζών ανερχόταν περίπου στα 12,1 δισ. ευρώ, με στόχο να εκλείψει γύρω στο 2033–2034, αντί για τις αρχές της δεκαετίας του 2040.
Η Fitch έχει επίσης επισημάνει ότι οι ελληνικές τράπεζες στοχεύουν να μειώσουν σημαντικά το ποσοστό των DTCs στα κεφάλαιά τους έως το τέλος του 2027 και να τα μηδενίσουν περίπου την περίοδο 2032–2034.
Άρα, η αναφορά στο 2035 δεν είναι αυθαίρετη πολιτική φράση. Βασίζεται περίπου στο χρονοδιάγραμμα που συζητείται για την πλήρη απομείωση του μηχανισμού.
Μπορεί να γίνει αυτό που λέει ο Τσίπρας;
Θεωρητικά, μια κυβέρνηση μπορεί να νομοθετήσει αλλαγές στο φορολογικό πλαίσιο ή να επιβάλει έκτακτη εισφορά στα υπερκέρδη, όπως έχει συμβεί και σε άλλους κλάδους. Όμως στην περίπτωση των τραπεζών το θέμα δεν είναι απλό, γιατί ο αναβαλλόμενος φόρος συνδέεται με την κεφαλαιακή τους επάρκεια, την εποπτεία του SSM/ΕΚΤ και την εμπιστοσύνη των αγορών.
Αν μια κυβέρνηση επέβαλλε απότομα πλήρη απόσβεση έως το 2028, θα έπρεπε να εξεταστεί αν αυτό επηρεάζει τα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών, τις αξιολογήσεις τους, τη δυνατότητα χρηματοδότησης και την πιστωτική επέκταση. Αντίθετα, μια έκτακτη εισφορά στα κέρδη είναι πιο απλό πολιτικό εργαλείο, αλλά και αυτή θα είχε αντιδράσεις από τράπεζες, επενδυτές και εποπτικές αρχές.
Η ουσία του ζητήματος
Η συζήτηση δεν είναι μόνο τεχνική. Είναι βαθιά πολιτική. Από τη μία πλευρά, οι τράπεζες υποστηρίζουν ότι η σταδιακή απόσβεση του αναβαλλόμενου φόρου πρέπει να γίνει χωρίς να διαταραχθεί η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος. Από την άλλη, η κοινωνική και πολιτική κριτική λέει ότι δεν μπορεί οι τράπεζες να έχουν επιστρέψει στην κανονικότητα των κερδών και των μερισμάτων, αλλά όχι στην κανονικότητα της φορολογίας.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο αναβαλλόμενος φόρος υπήρξε κάποτε αναγκαίος. Υπήρξε. Το ερώτημα είναι αν εξακολουθεί να δικαιολογείται με τους ίδιους όρους σήμερα, όταν οι τράπεζες εμφανίζουν υψηλά κέρδη και επιστρέφουν χρήματα στους μετόχους.
Η παρέμβαση Τσίπρα ανοίγει ξανά έναν δύσκολο φάκελο: ποιος τελικά πληρώνει το κόστος της τραπεζικής διάσωσης και πότε οι τράπεζες θα επιστρέψουν πλήρως στη φορολογική κανονικότητα.

