Αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Αλβανία δεν είναι ένα μακρινό βαλκανικό φαινόμενο. Είναι ένας καθρέφτης. Και όποιος κοιτάξει προσεκτικά, θα δει μέσα του και την Ελλάδα.
Στην Αλβανία, οι ουρανοξύστες των Τιράνων, οι πολυτελείς βίλες της Ριβιέρας και τα μεγάλα τουριστικά πρότζεκτ δεν χτίζονται μόνο πάνω σε μπετόν. Χτίζονται πάνω σε αμφισβητούμενες ιδιοκτησίες, σε αδιαφανείς μεταβιβάσεις, σε κεφάλαια άγνωστης προέλευσης και σε ένα μοντέλο ανάπτυξης που παρουσιάζεται ως «επένδυση», αλλά πολύ συχνά λειτουργεί ως μηχανισμός ξεπλύματος.
Η υπόθεση της Σβέρνιτσα, της Νάρτα και της Σάσεν, με το μεγάλο τουριστικό σχέδιο που συνδέεται με τον Τζάρεντ Κούσνερ και την Ιβάνκα Τραμπ, άναψε φωτιά στην αλβανική κοινωνία. Οι Αλβανοί βγήκαν στους δρόμους. Διαδήλωσαν για τη γη τους, για το περιβάλλον, για τη δημόσια περιουσία, για την αίσθηση ότι η χώρα τους παραχωρείται κομμάτι-κομμάτι σε ισχυρούς ξένους και ντόπιους μεσάζοντες.
Την ίδια στιγμή, η αλβανική ειδική εισαγγελία SPAK ερευνά δίκτυα ναρκωτικών, κατασκευαστών, επιχειρηματιών και ακινήτων. Η εικόνα είναι γνώριμη: χρήμα από κοκαΐνη, εταιρείες-κελύφη, αγορές γης, οικοδομικές άδειες, τουριστικά ακίνητα, βίλες, ξενοδοχεία, «στρατηγικές επενδύσεις». Το μαύρο χρήμα μπαίνει από την πίσω πόρτα και βγαίνει από την μπροστινή ως ανάπτυξη.
Και εδώ αρχίζει η ελληνική σιωπή.
Γιατί στην Ελλάδα μπορεί να μη βλέπουμε ακόμα τις ίδιες εικόνες μαζικής κοινωνικής αντίδρασης, αλλά βλέπουμε το ίδιο μοντέλο: ακίνητα που εκτοξεύονται, ενοίκια που πνίγουν τα νοικοκυριά, γειτονιές που αδειάζουν από κατοίκους και γεμίζουν με βραχυχρόνιες μισθώσεις, παραθαλάσσιες περιοχές που αλλάζουν χέρια, βουνά και ακτές που βαφτίζονται «επενδυτικές ευκαιρίες».
Η Golden Visa, οι μεγάλες τουριστικές αναπτύξεις, οι αγορές ακινήτων από ξένα κεφάλαια, οι κατασκευές πολυτελείας και η μετατροπή της κατοικίας σε χρηματοοικονομικό προϊόν έχουν δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα. Το σπίτι δεν είναι πλέον κοινωνικό δικαίωμα. Είναι απόδοση. Είναι χαρτοφυλάκιο. Είναι asset.
Στην Αλβανία το πρόβλημα φαίνεται πιο ωμό, πιο απροκάλυπτο, πιο βαλκανικό. Στην Ελλάδα φοράει κοστούμι. Έχει συμβολαιογράφο, δικηγόρο, επενδυτικό φάκελο, μελέτη βιωσιμότητας, δελτίο Τύπου και φωτογραφία με χαμόγελα. Το αποτέλεσμα όμως για τον απλό πολίτη είναι παρόμοιο: οι τιμές ανεβαίνουν, οι μισθοί μένουν πίσω, οι νέοι δεν μπορούν να νοικιάσουν, οι οικογένειες στριμώχνονται, οι πόλεις χάνουν τους κατοίκους τους.
Η μεγάλη διαφορά είναι πολιτική και κοινωνική. Στην Αλβανία, οι πολίτες κατέβηκαν στον δρόμο. Στην Ελλάδα, τις περισσότερες φορές, όλα θάβονται κάτω από τη γνωστή φράση: «έτσι είναι η αγορά».
Μόνο που δεν είναι απλώς αγορά. Είναι επιλογή. Είναι πολιτική. Είναι ανοχή. Είναι ένα σύστημα που αφήνει την κατοικία να γίνεται εμπόρευμα, την ακτογραμμή προϊόν, τη δημόσια γη αντικείμενο διαπραγμάτευσης και την κοινωνική αγανάκτηση να ξεθυμαίνει στον καναπέ.
Οι Αλβανοί, με όλα τα προβλήματα του κράτους τους, έδειξαν κάτι απλό: ότι όταν ο πολίτης νιώθει πως του παίρνουν τη χώρα κάτω από τα πόδια, αντιδρά.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε την ίδια διαδικασία ως κανονικότητα. Να μας πετάνε έξω από τις γειτονιές μας και να το λέμε τουριστική ανάπτυξη. Να μην μπορούμε να νοικιάσουμε σπίτι και να το λέμε επενδυτικό ενδιαφέρον. Να βλέπουμε το τσιμέντο να καλύπτει κάθε ελεύθερο χώρο και να το λέμε πρόοδο.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι μόνο τι γίνεται στην Αλβανία.
Το ερώτημα είναι γιατί στην Ελλάδα, όπου συμβαίνουν αντίστοιχες διαδικασίες με πιο θεσμικό, πιο καλογυαλισμένο και πιο σιωπηλό τρόπο, δεν ανοίγει μύτη.
Γιατί εδώ δεν χρειάζεται πάντα να σε φιμώσουν.
Αρκεί να σε βολέψουν.

