Η υπόθεση της διαρροής προσωπικών δεδομένων αποδήμων ψηφοφόρων, που είχε προκαλέσει πολιτικό σεισμό πριν από τις ευρωεκλογές του 2024, επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο. Και μαζί της επανέρχεται ένα ερώτημα που τα τελευταία χρόνια ακούγεται όλο και πιο συχνά: πόσα ακόμη στελέχη της Νέας Δημοκρατίας θα βρεθούν αντιμέτωπα με τη Δικαιοσύνη πριν η κυβέρνηση παραδεχθεί ότι δεν πρόκειται απλώς για μεμονωμένα περιστατικά;
Η εισαγγελική πρόταση στη δίκη για τη διαρροή των στοιχείων των αποδήμων είναι ιδιαίτερα βαριά. Η εισαγγελέας ζήτησε την ενοχή της πρώην ευρωβουλευτού Άννας Μισέλ Ασημακοπούλου και του πρώην γενικού γραμματέα του Υπουργείου Εσωτερικών Μιχάλη Σταυριανουδάκη, εκτιμώντας ότι γνώριζαν πολύ καλά τι ακριβώς διαχειρίζονταν και ποια ήταν η προέλευση του αρχείου που βρέθηκε στα χέρια τους.
Σύμφωνα με την εισαγγελική κρίση, ο τίτλος και μόνο του αρχείου αρκούσε για να γίνει σαφές ότι επρόκειτο για κατάλογο με προσωπικά δεδομένα εκλογέων. Με απλά λόγια, η υπερασπιστική γραμμή περί άγνοιας δεν έπεισε την έδρα ούτε την εισαγγελική λειτουργό.
Την ίδια στιγμή, δύο ακόμη κομματικά στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, οι τότε γραμματείς Νίκος Θεοδωρόπουλος και Μένιος Κορομηλάς, κρίθηκε ότι πρέπει να λογοδοτήσουν για παραβίαση της νομοθεσίας περί προσωπικών δεδομένων, με την εισαγγελέα να τους χαρακτηρίζει ουσιαστικά «μεταφορείς» του αρχείου, χωρίς όμως να αποδίδει σε αυτούς σκοπό βλάβης.
Η τελική απόφαση ανήκει φυσικά στο δικαστήριο. Ωστόσο η εικόνα παραμένει πολιτικά δυσάρεστη για την κυβερνώσα παράταξη. Ένα ακόμη κορυφαίο στέλεχος βρίσκεται στο επίκεντρο μιας υπόθεσης που αφορά τη διαχείριση προσωπικών δεδομένων πολιτών και μάλιστα σε μια εποχή όπου η προστασία τους αποτελεί θεμελιώδη δημοκρατική υποχρέωση.
Για ακόμη μία φορά, η Νέα Δημοκρατία καλείται να εξηγήσει πώς βρέθηκε αντιμέτωπη με μια υπόθεση που αγγίζει ζητήματα θεσμών, διαφάνειας και εμπιστοσύνης των πολιτών. Και για ακόμη μία φορά, η κοινή γνώμη παρακολουθεί μια υπόθεση που δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα απλό «ατυχές συμβάν».

