Είκοσι δύο χρόνια μετά και 5 μέρες, ίσως ήρθε η ώρα να αφήσουμε για λίγο στην άκρη το μηχανάκι, τα λάδια, το ΚΑΤ και όλα όσα έγιναν εκείνη τη νύχτα. Όχι επειδή δεν έχουν σημασία. Αλλά επειδή πίσω από αυτά κρύφτηκε μια άλλη ιστορία. Πολύ μεγαλύτερη και, για την Ελλάδα, πολύ πιο ντροπιαστική.
Η ιστορία δύο αθλητών που μέχρι το προηγούμενο βράδυ ήταν εθνικοί ήρωες και μέσα σε λίγες ώρες βρέθηκαν σχεδόν μόνοι απέναντι σε ολόκληρο τον κόσμο.Για να καταλάβει κάποιος τι πραγματικά συνέβη τον Αύγουστο του 2004, πρέπει πρώτα να ξεχάσει για λίγο όσα «ξέρει».
Ο Κώστας Κεντέρης ήταν ο χρυσός Ολυμπιονίκης των 200 μέτρων στο Σίδνεϊ. Η Κατερίνα Θάνου αργυρή Ολυμπιονίκης στα 100 μέτρα. Δύο από τα μεγαλύτερα ονόματα του παγκόσμιου στίβου και δύο από τα μεγαλύτερα αθλητικά κεφάλαια που είχε τότε η Ελλάδα. Ούτε είχε, ούτε θα ξανά έχει λογικά ποτέ…
Στις 12 Αυγούστου 2004, μία ημέρα πριν από την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, ξεσπά η υπόθεση του ελέγχου αντιντόπινγκ. Και εδώ βρίσκεται το πρώτο στοιχείο που τόσα χρόνια μετά εξακολουθεί να προκαλεί εντύπωση.
Η ειδοποίηση για τον έλεγχο, σύμφωνα με όσα προέκυψαν από την υπόθεση και υποστηρίζει ο δικηγόρος που εκπροσώπησε αργότερα τους αθλητές στο CAS, Γρηγόρης Ιωαννίδης, δεν παραδόθηκε προσωπικά στον Κεντέρη και στη Θάνου. Παραδόθηκε στον αρχηγό της ελληνικής ολυμπιακής ομάδας. Ο τότε κανονισμός, όμως, απαιτούσε προσωπική ειδοποίηση του αθλητή. Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι η καρδιά της υπόθεσης.
Διότι για να κατηγορήσεις έναν άνθρωπο ότι αρνήθηκε ή απέφυγε έναν έλεγχο, πρέπει πρώτα να μπορείς να αποδείξεις ότι γνώριζε επισήμως ότι καλούνταν να ελεγχθεί. Και τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο περίεργα.
Σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν αργότερα στις διαδικασίες της Λοζάνης, οι ελεγκτικές αρχές είχαν τη δυνατότητα να εντοπίσουν τους δύο Έλληνες πρωταθλητές στο Ολυμπιακό Χωριό. Ήταν εκεί, είχαν περάσει από το αρχηγείο της ελληνικής αποστολής, είχαν πάρει τα κλειδιά των δωματίων τους και, σύμφωνα με τις μαρτυρίες που επικαλείται ο Ιωαννίδης, είχαν ακόμη και εντοπιστεί από κοντινή απόσταση. Κι όμως δεν ελέγχθηκαν.
Άρα το ερώτημα που έθεσε χρόνια αργότερα ο άνθρωπος που χειρίστηκε νομικά την υπόθεση είναι αναπόφευκτο: Ποιος απέφευγε ποιον; Και τότε συνέβη αυτό που στην Ελλάδα ξέρουμε να κάνουμε καλύτερα από πολλά άλλα. Πανικός.
Μόνο που αυτή τη φορά ο πανικός αφορούσε δύο ανθρώπους που λίγα χρόνια νωρίτερα τους σηκώναμε στους ώμους. Η ΔΟΕ πίεζε. Ολόκληρος ο πλανήτης παρακολουθούσε. Τα διεθνή μέσα ενημέρωσης είχαν πέσει πάνω στην Αθήνα. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες που η Ελλάδα προετοίμαζε επί χρόνια ήταν έτοιμοι να αρχίσουν. Και απέναντι σε όλο αυτό βρίσκονταν δύο αθλητές, που ξεκάθαρα δεν τους ήθελαν στα “πόδια” τους ή καλύτερα στην αφετηρία σε λίγες ώρες.
Εκεί ακριβώς χρειαζόταν να εμφανιστεί μια σοβαρή χώρα. Όχι για να τους κρύψει. Όχι για να τους αθωώσει. Όχι για να κουκουλώσει οτιδήποτε. Να κάνει κάτι πολύ απλούστερο, να τους προστατεύσει μέχρι να αποδειχθεί τι πραγματικά είχαν κάνει.
Να πει στη ΔΟΕ: «Εδώ είναι η Ελλάδα. Εδώ ισχύουν κανόνες. Ελέγξτε τους. Ερευνήστε τους. Κι αν έχουν παραβεί τους κανονισμούς, τιμωρήστε τους. Αλλά μέχρι τότε κανείς δεν καταδικάζεται επειδή κάποιοι αποφάσισαν ότι είναι ένοχος».
Δεν έγινε. Οι δύο αθλητές παρέδωσαν τις διαπιστεύσεις τους και αποσύρθηκαν από τους Αγώνες.
Και χρόνια αργότερα ο δικηγόρος που χειρίστηκε την υπόθεσή τους στη Λοζάνη ήταν κατηγορηματικός, μπορούσαν και έπρεπε να αγωνιστούν. Οι διαπιστεύσεις τους δεν έπρεπε να παραδοθούν. Αυτό είναι συγκλονιστικό αν το σκεφτεί κανείς ψύχραιμα. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες γίνονταν στην Ελλάδα. Και η Ελλάδα δεν κατάφερε να εξασφαλίσει ούτε το αυτονόητο για δύο δικούς της Ολυμπιονίκες, να εφαρμοστούν μέχρι τέλους οι κανόνες πριν τους κρεμάσουν στα μανταλάκια ολόκληρου του πλανήτη.
Το ακόμα χειρότερο; Η υπόθεση δεν τελείωσε εκεί. Ακολούθησαν 22 μήνες διαδικασιών. Οι Κεντέρης και Θάνου κατηγορούνταν για χαμένους ελέγχους σε Σικάγο, Τελ Αβίβ και Αθήνα, αλλά και για άρνηση και αποφυγή του ελέγχου της Αθήνας. Και φτάνουμε τελικά στον συμβιβασμό της Λοζάνης το 2006. Εκεί οι δύο αθλητές αποδέχθηκαν ότι είχαν χάσει τους ελέγχους στο Σικάγο και στο Τελ Αβίβ. Δεν αποδέχθηκαν όμως άρνηση ή αποφυγή ελέγχου στην Αθήνα. Σύμφωνα με το υλικό της υπόθεσης, IAAF και ΔΟΕ δεν κατάφεραν να αποδείξουν αυτές τις κατηγορίες.
Αυτό πρέπει να ειπωθεί καθαρά γιατί επί δύο δεκαετίες στη συλλογική μνήμη έμεινε κάτι πολύ διαφορετικό, «Τους κάλεσαν για ντόπινγκ, δεν πήγαν, άρα πιάστηκαν».
Όχι. Δεν είναι αυτή ολόκληρη η ιστορία. Και φυσικά ούτε το αντίθετο μπορεί να υποστηριχθεί έντιμα. Κανένα από αυτά δεν αποδεικνύει ότι ξέρουμε σήμερα τι πραγματικά συνέβη με το περίφημο τροχαίο. Ούτε αποδεικνύει αν κάποτε οι δύο αθλητές χρησιμοποίησαν ή δεν χρησιμοποίησαν απαγορευμένες ουσίες.
Αλλά αυτό ακριβώς είναι το θέμα. Δεν ξέρεις; Δεν καταδικάζεις. Δεν στήνεις κρεμάλα επειδή υποψιάζεσαι. Δεν εγκαταλείπεις δύο ανθρώπους επειδή φοβάσαι τι θα γράψουν αύριο οι ξένες εφημερίδες. Και κυρίως δεν το κάνεις όταν είσαι η χώρα που μέχρι χθες φωτογραφιζόταν μαζί τους. Γιατί αυτή είναι η πλευρά της ιστορίας που με ενοχλεί περισσότερο.
Όταν ο Κεντέρης κέρδιζε, ήταν «ο Κώστας της Ελλάδας». Όταν η Θάνου ανέβαινε στο βάθρο, ήταν «η Κατερίνα της Ελλάδας». Όταν έρχονταν τα μετάλλια, ήταν όλοι εκεί. Πολιτικοί, παράγοντες, ομοσπονδίες, κάμερες. Συγχαρητήρια, αγκαλιές, σημαίες. Όταν όμως ήρθε η στιγμή που οι ίδιοι άνθρωποι χρειάζονταν κάποιον να σταθεί δίπλα τους και να πει απλώς «πρώτα θα εφαρμοστεί ο νόμος και μετά θα σας καταδικάσουμε», ξαφνικά η μεγάλη οικογένεια εξαφανίστηκε.
Ο ίδιος ο Ιωαννίδης περιγράφει ότι οι δύο αθλητές έμειναν μόνοι στην πιο δύσκολη στιγμή τους, χωρίς σωστή καθοδήγηση και συμβουλή. Και η φράση του για τη συμπεριφορά της ΔΟΕ στην Αθήνα είναι ίσως η πιο βαριά απ’ όλες, εκτιμά ότι ενήργησε σαν να μην υπήρχε ούτε ελληνική κυβέρνηση ούτε οργανωτική επιτροπή.
Αν αυτό δεν αποτελεί αποτυχία μιας χώρας, τότε τι αποτελεί; Δεν χρειάζεται λοιπόν σήμερα να αγιοποιήσουμε τον Κεντέρη και τη Θάνου. Ούτε χρειάζεται να ξαναγράψουμε την ιστορία και να τους παρουσιάσουμε ως ανθρώπους που δεν έκαναν κανένα λάθος. Χρειάζεται κάτι πολύ πιο τίμιο. Να παραδεχτούμε ότι η Ελλάδα τούς άδειασε. Ότι φοβήθηκε περισσότερο τη διεθνή κατακραυγή απ’ όσο ενδιαφέρθηκε να μάθει την αλήθεια.
Ότι δύο άνθρωποι που είχαν τιμήσει αυτή τη χώρα σε ολόκληρο τον κόσμο βρέθηκαν, όταν έσβησαν τα φώτα και άρχισαν τα δύσκολα, μόνοι τους απέναντι σε έναν τεράστιο διεθνή μηχανισμό. Το ίδιο το υλικό της υπόθεσης περιγράφει ότι επί 22 μήνες βρέθηκαν κατηγορούμενοι ενώ το τεκμήριο αθωότητάς τους είχε ουσιαστικά συνθλιβεί.
Και κάπου εδώ βρίσκεται ίσως όλη η παθογένεια αυτής της χώρας. Τους νικητές τούς θέλουμε όλους δικούς μας. Στην επιτυχία είμαστε συγγενείς. Στο μετάλλιο είμαστε οικογένεια. Στον εθνικό ύμνο είμαστε στην πρώτη σειρά. Στην αποτυχία όμως; Στο σκάνδαλο; Στην κατηγορία; Εκεί ξαφνικά δεν γνωριζόμαστε. Αυτό κάναμε τότε.
Και αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο να το καταπιεί κανείς από οποιαδήποτε ιστορία για ένα μηχανάκι. Γιατί είκοσι δύο χρόνια μετά μπορεί να μη μάθουμε ποτέ κάθε λεπτομέρεια εκείνης της νύχτας. Ένα όμως μπορούμε πλέον να το ρωτήσουμε χωρίς φόβο:
Όταν δύο από τους μεγαλύτερους αθλητές της Ελλάδας χρειάστηκαν την Ελλάδα, πού ακριβώς ήταν η Ελλάδα;
Και δυστυχώς η απάντηση είναι τόσο απλή όσο και ντροπιαστική.
Πουθενά.

