Στον Λογοπόταμο, η Πρωτομαγιά δεν ήταν ποτέ μια απλή γιορτή. Δεν ήταν μόνο τα λουλούδια, τα τραπέζια και οι ευχές. Ήταν μια μέρα που, έστω για λίγο, οι άνθρωποι δοκίμαζαν να μιλήσουν αλλιώς. Όχι για να γεμίσουν τον αέρα με λόγια, αλλά για να πουν κάτι που να έχει βάρος.
Φέτος, στην πλατεία, εμφανίστηκε πρώτος εκείνος που μέχρι χθες όλοι είχαν «τελειώσει». Τον είχαν εκθέσει, τον είχαν σχολιάσει, τον είχαν κρεμάσει στα μανταλάκια της καθημερινής κουβέντας. Κι όμως, στάθηκε όρθιος και μίλησε. Όχι με στόμφο, ούτε με υπεκφυγές. Και αυτό, στον Λογοπόταμο, ήταν αρκετό για να αλλάξει η ματιά των γύρω του. Για πρώτη φορά, δεν τον διέκοψε κανείς. Για πρώτη φορά, κάποιοι τον άκουσαν. Κι έτσι, σχεδόν αθόρυβα, εκείνος που είχε στοχοποιηθεί, βρέθηκε να μοιάζει περισσότερο με άνθρωπο και για κάποιους, ακόμα και με κάτι σαν ήρωα.
Δίπλα του, ένας άλλος είχε ήδη αλλάξει στρατόπεδο. Όχι φανερά, όχι με μια ξεκάθαρη δήλωση, αλλά με εκείνη τη γνωστή τέχνη του χωριού: να λες πως «πάντα αυτό πίστευες», ακόμη κι όταν όλοι θυμούνται το αντίθετο. Κανείς δεν τον διόρθωσε. Στον Λογοπόταμο, η σιωπή συχνά είναι πιο δυνατή από την αντίδραση.
Λίγο πιο πέρα, ένας τρίτος δήλωνε με απόλυτη φυσικότητα πως «δεν ήξερε». Το είπε απλά, σχεδόν αδιάφορα, σαν να μιλούσε για τον καιρό. Κανείς δεν πείστηκε, αλλά κανείς δεν επέμεινε. Το «δεν ήξερα» ήταν, και παραμένει, το πιο βολικό καταφύγιο για όποιον θέλει να μείνει εκτός ευθύνης.
Υπήρξε και εκείνος που αποχώρησε. Χωρίς φασαρία, χωρίς εξηγήσεις. Μια ήσυχη έξοδος, πριν προλάβει κανείς να τον ρωτήσει. Στον Λογοπόταμο, αυτή θεωρείται συχνά η πιο «έξυπνη» κίνηση: να φύγεις εγκαίρως, πριν σε καταλάβουν.
Στο κέντρο της πλατείας, βέβαια, δεν θα μπορούσε να λείπει ο γνωστός Εξηγητάς. Μιλούσε ασταμάτητα. Εξηγούσε τι έγινε, τι δεν έγινε, γιατί έγινε και γιατί δεν έπρεπε να γίνει. Όταν κάποιος τον ρώτησε τι γίνεται από εδώ και πέρα, σταμάτησε για μια στιγμή. Και μετά συνέχισε να εξηγεί. Γιατί αυτό ήξερε να κάνει.
Κάπου ανάμεσα σε όλους αυτούς, υπήρχε κι εκείνος που προσπαθούσε. Το έβλεπες στο πρόσωπό του, στον τρόπο που μιλούσε, στην αγωνία του να προλάβει. Δεν τα κατάφερνε πάντα, ίσως σχεδόν ποτέ. Αλλά δεν σταματούσε. Και αυτό, σε ένα χωριό γεμάτο λόγια, είχε τη δική του αξία.
Και φυσικά, υπήρχε κι εκείνος που μπορούσε. Το ήξεραν όλοι. Το ήξερε κι ο ίδιος. Αλλά δεν ήθελε. Κρατούσε απόσταση, μιλούσε με μισές κουβέντες, άφηνε πάντα ένα «όχι τώρα» να αιωρείται. Και έτσι, το «μπορώ» δεν γινόταν ποτέ πράξη.
Μέσα σε όλα αυτά, τα τραπέζια της Πρωτομαγιάς είχαν γεμίσει με λουλούδια. Κόκκινα, άγρια, απείθαρχα. Κάποιος τα κοίταξε και ψιθύρισε πως ίσως η μέρα αυτή να είναι για κάτι παραπάνω από κουβέντες. Για μια στιγμή, ο Λογοπόταμος σώπασε. Όχι από αμηχανία, αλλά από σκέψη.
Γιατί, τελικά, εκείνη τη μέρα δεν είχε σημασία ποιος μίλησε περισσότερο ή ποιος άλλαξε πιο επιδέξια στάση. Δεν είχε σημασία ποιος εξήγησε ή ποιος αποχώρησε. Είχε σημασία μόνο ποιος στάθηκε.
Και στον Λογοπόταμο, εκείνη την Πρωτομαγιά, λίγοι στάθηκαν. Αλλά αυτοί οι λίγοι ήταν αρκετοί για να θυμίσουν κάτι που στο χωριό ξεχνιέται εύκολα: όταν σταματούν τα λόγια, αρχίζουν να φαίνονται οι άνθρωποι.

