Υπάρχει ένα επιχείρημα που αιωρείται πάνω από τη δημόσια ζωή σαν αυτονόητο: ότι, αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν συγκεντρώσει ξανά το ποσοστό που χρειάζεται για να κυβερνήσει ή αν κανείς δεν θελήσει να συνεργαστεί μαζί του, η χώρα θα μπει σε περιπέτεια ακυβερνησίας. Είναι ίσως το πιο επιτυχημένο προϊόν της επικοινωνιακής στρατηγικής του Μεγάρου Μαξίμου. Όχι επειδή είναι αληθινό. Αλλά επειδή έχει καταφέρει να γίνει πιστευτό ακόμη και από ανθρώπους που δεν θα ψήφιζαν ποτέ τον σημερινό Πρωθυπουργό.
Ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να αποδομηθεί στη ρίζα του.
Η Ελλάδα δεν είναι χώρα χωρίς εναλλακτικές. Δεν είναι μια κοινωνία πολιτικά άγονη, καταδικασμένη να διαλέγει ανάμεσα στον ίδιο άνθρωπο και στο χάος. Η Νέα Δημοκρατία διαθέτει περισσότερα από ένα πρόσωπα που θα μπορούσαν να αναλάβουν ευθύνη διακυβέρνησης αν το κόμμα θελήσει να ανανεωθεί. Η προοδευτική παράταξη δεν κινείται μόνο στο πεδίο της διαμαρτυρίας: ο πρώην Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας επανέρχεται με μια νέα πολιτική πρόταση, η οποία μένει να κριθεί από το πρόγραμμά της, τα πρόσωπά της και την ικανότητά της να συγκροτήσει πλειοψηφικό ρεύμα. Το ΠΑΣΟΚ, από την πλευρά του, έχει ήδη αναδείξει στελέχη με κοινοβουλευτική, θεσμική και κυβερνητική επάρκεια.
Άρα το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει άλλος να κυβερνήσει. Σαφώς και υπάρχει, αν το αποφασίσουν οι πολίτες. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν θα επιτρέψουμε να ταυτιστεί η σταθερότητα της χώρας με την παραμονή ενός και μόνο προσώπου στην εξουσία.
Γιατί η ταύτιση αυτή δεν είναι ένδειξη σταθερότητας. Είναι ένδειξη πολιτικής παθολογίας.
Δημοκρατική σταθερότητα δεν είναι να παραμένει ένας Πρωθυπουργός επειδή όλοι οι άλλοι παρουσιάζονται ως ανίκανοι. Σταθερότητα είναι να λειτουργούν οι θεσμοί, οι ευθύνες να αποδίδονται, τα κόμματα να ανανεώνονται, οι κυβερνήσεις να αλλάζουν χωρίς να κλονίζεται η χώρα. Σταθερότητα σημαίνει ότι η κυβερνητική εναλλαγή, η αλλαγή πολιτικής κατεύθυνσης της χώρας δεν δραματοποιείται ως εθνική καταστροφή. Σημαίνει, τελικά, ότι κανείς δεν είναι αναντικατάστατος, όπως παρουσιάζουν ότι είναι οι αυτοκράτορες ή οι ηγέτες ανελεύθερων καθεστώτων.
Στην Ελλάδα του 2026, όμως, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να παρουσιάσει τη δική του πολιτική επιβίωση ως όρο εθνικής ομαλότητας. Το αφήγημα είναι απλό: «εγώ ή ακυβερνησία». Μόνο που αυτό το αφήγημα κρύβει την πιο κρίσιμη αλήθεια: ότι μεγάλο μέρος του σημερινού πολιτικού προβλήματος έχει παραχθεί από τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο κυβερνά.
Το πολιτικό του κεφάλαιο έχει φθαρεί αντικειμενικά. Η εικόνα της παντοδυναμίας του 2019 και του 2023 δεν υπάρχει πια. Η κοινωνία είναι απογοητευμένη, θυμωμένη και δύσπιστη σύμφωνα με όλες τις έρευνες. Η αίσθηση της κοινωνίας ότι «τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει σε αυτή τη χώρα» δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι αποτέλεσμα μιας διακυβέρνησης που, αντί να αποκαθιστά την εμπιστοσύνη, την υπονομεύει.
Οι υποκλοπές, τα Τέμπη, ο ΟΠΕΚΕΠΕ είναι πληγές θεσμικής αξιοπιστίας. Και όταν η κυβέρνηση απαντά σε αυτές με κοινοβουλευτικούς χειρισμούς, συμψηφισμούς, καθυστερήσεις και επικοινωνιακή άμυνα, η θεσμική κρίση βαθαίνει. Δεν πλήττεται μόνο η εικόνα μιας κυβέρνησης. Πλήττεται η εμπιστοσύνη των πολιτών στο Κοινοβούλιο, στη Δικαιοσύνη, στους ελεγκτικούς μηχανισμούς, στην ίδια τη δυνατότητα της δημοκρατίας να βρίσκει τον τρόπο να προστατεύεται και να αναπαράγεται με βάση το δημόσιο συμφέρον.
Ο κίνδυνος
Εδώ βρίσκεται η αντιστροφή που πρέπει να γίνει καθαρή: ο κίνδυνος για τη χώρα δεν είναι η αποχώρηση του Κυριάκου Μητσοτάκη από την εξουσία. Ο κίνδυνος είναι η παραμονή ενός πολιτικού μοντέλου που θεωρεί ότι μπορεί να επιβιώνει παράγοντας διαρκώς φόβο, πόλωση και θεσμική αποσάρθρωση.
Όταν ένας Πρωθυπουργός λέει, ευθέως ή εμμέσως, ότι χωρίς αυτόν η χώρα κινδυνεύει, τότε δεν υπερασπίζεται τη σταθερότητα. Υπονομεύει την κανονικότητα της δημοκρατίας. Διότι η δημοκρατία δεν είναι προσωποκεντρικό καθεστώς. Δεν είναι μηχανισμός αυτοσυντήρησης μιας ηγεσίας. Είναι σύστημα εναλλαγής, ελέγχου και λογοδοσίας.
Γι’ αυτό η συζήτηση για την «επόμενη μέρα» δεν πρέπει να φοβίζει.
Αντιθέτως, είναι η αναγκαία αρχή της πολιτικής ανανέωσης. Αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε αποχωρήσει όταν οι θεσμικές κρίσεις το επέβαλαν —μετά τις υποκλοπές, μετά τη διαχείριση των Τεμπών, μετά τις νέες σκιές γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ— η χώρα θα είχε ήδη μπει σε μια διαδικασία εξυγίανσης. Θα είχε ανανεωθεί και η ίδια η Νέα Δημοκρατία. Θα είχε δημιουργηθεί χώρος για μια πιο καθαρή πολιτική αντιπαράθεση, όχι γύρω από τη διάσωση ενός προσώπου, αλλά γύρω από προγράμματα, αξίες και πραγματικές λύσεις.
Αντί γι’ αυτό, επιλέχθηκε η δραματοποίηση. Η πολιτική αντιπαράθεση οργανώνεται όλο και περισσότερο γύρω από ένα κέντρο εξουσίας που εμφανίζει τον εαυτό του ως τελευταίο ανάχωμα. Αυτή η λογική θυμίζει επικίνδυνα πρακτικές που γνωρίσαμε σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες: όταν η εξουσία ταυτίζει τον εαυτό της με το κράτος, όταν η κριτική παρουσιάζεται ως αποσταθεροποίηση, όταν οι θεσμοί γίνονται εργαλεία άμυνας της κυβέρνησης και όχι εγγυήσεις απέναντί της.
Η απάντηση
Η απάντηση της προοδευτικής πλευράς δεν μπορεί να είναι απλώς «να φύγει ο Μητσοτάκης». Αυτό είναι αναγκαίο αλλά όχι αρκετό. Η απάντηση πρέπει να είναι: υπάρχει κυβερνητική εναλλακτική. Υπάρχει δυνατότητα προοδευτικής κυβέρνησης, με σαφές πρόγραμμα, αξιόπιστα πρόσωπα και κοινό πλαίσιο ευθύνης.
Μια τέτοια κυβέρνηση δεν μπορεί να στηριχθεί στη διαμαρτυρία. Πρέπει να στηριχθεί στην κυβερνησιμότητα. Στην αντιμετώπιση της ακρίβειας, στην αποκατάσταση του κράτους δικαίου, στην προστασία του εισοδήματος, στη δημόσια υγεία, στη στέγη, στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στην ενεργειακή μετάβαση με κοινωνική δικαιοσύνη, στην αξιοκρατία και στη θεσμική κάθαρση. Πρέπει να πείσει ότι η αλλαγή δεν είναι άλμα στο κενό. Είναι επιστροφή στην πολιτική κανονικότητα.
Αυτός είναι ο πυρήνας του νέου διλήμματος: όχι «Μητσοτάκης ή ακυβερνησία», αλλά «συνέχιση της θεσμικής φθοράς ή πολιτική ανανέωση». Όχι «ένας εναντίον όλων», αλλά «η κοινωνία ξανά πάνω από το σύστημα εξουσίας». Όχι φόβος απέναντι στην αλλαγή, αλλά ευθύνη για να γίνει η αλλαγή πορείας σταθερή, προγραμματική και πλειοψηφική.
Τις πταίει, λοιπόν, στην Ελλάδα του 2026;
Δεν φταίει ότι η χώρα δεν έχει ανθρώπους να κυβερνήσουν. Δεν φταίει ότι η κοινωνία δεν έχει εναλλακτικές. Δεν φταίει ότι η δημοκρατία δεν αντέχει την εναλλαγή.
Φταίει ένα πολιτικό μοντέλο που, για να διατηρηθεί, προσπαθεί να πείσει τους πολίτες ότι δεν υπάρχει ζωή μετά από αυτό. Φταίει η αντίληψη ότι η σταθερότητα είναι ιδιοκτησία ενός Πρωθυπουργού. Φταίει η συστηματική σύγχυση ανάμεσα στο συμφέρον της χώρας και στο συμφέρον της εξουσίας.
Η Ελλάδα έχει εναλλακτικές. Και η πρώτη πράξη ευθύνης είναι να πάψει να φοβάται την αλλαγή.
in.gr

