Η δημοκρατία έχει ανάγκη την πόλωση και την ύπαρξη πραγματικών πολιτικών διλημμάτων. Και αυτό γιατί σε μια δημοκρατική εκλογική διαδικασία επιλέγουμε σε ποια κατεύθυνση θα κινηθεί η χώρα. Κάνουμε επιλογές για τις πολιτικές που θέλουμε να εφαρμοστούν και για το ποια κοινωνικά συμφέροντα και ευρύτερα ανάγκες θα εξυπηρετηθούν από αυτές τις πολιτικές.
Σήμερα, στη χώρα έχουν διαμορφωθεί αντικειμενικά οι όροι ενός κρίσιμου πολιτικού διλήμματος. Μιας βασικής πολιτικής επιλογής. Δυο διαφορετικών δρόμων για το ποια χώρα και κοινωνία θέλουμε να διαμορφώσουμε.
Από τη μια, είναι η επιλογή να συνεχιστεί η σημερινή κατάσταση. Δηλαδή, να παραμείνει στην εξουσία η Νέα Δημοκρατία και ο Κυριάκος Μητσοτάκης και να παγιωθεί μια πολιτική που παροξύνει την κρίση κόστους ζωής γονατίζοντας τα νοικοκυριά, που εντείνει τις κοινωνικές ανισότητες, που συντηρεί την ενδημική διαφθορά, που χειραγωγεί τους θεσμούς και τους κάνει κομματικά παραρτήματα, και που προλειαίνει το έδαφος για ακόμη πιο αυταρχικές και ακροδεξιές λύσεις.
Από την άλλη, είναι ένα πολύ πλατύ αίτημα πολιτικής αλλαγής, που εκφράζει την ανάγκη για αναδιανομή πλούτου, στήριξη των λαϊκών στρωμάτων και της μεσαίας τάξης, αποκατάσταση της δημοκρατίας και της ανεξαρτησίας των θεσμών, καταπολέμηση της γενικευμένης διασπάθισης ευρωπαϊκών και εθνικών δημόσιων πόρων, και εμπέδωση ενός κλίματος μεγαλύτερης αλληλεγγύης και συμπερίληψης απέναντι στη λογική του μίσους και των φοβικών αντανακλαστικών.
Το δίλημμα αυτό έχει τεθεί αντικειμενικά. Αποτυπώνεται στις διαφορετικές στάσεις των ανθρώπων, την αντίθεση ανάμεσα στη στήριξη της κυβέρνησης και την εντεινόμενη κοινωνική δυσαρέσκεια, τα προβλήματα που προτάσσουν όταν ερωτώνται στις δημοσκοπήσεις.
Είναι, στην πραγματικότητα, η επιλογή ανάμεσα σε δύο δρόμους που ανοίγονται για την ελληνική κοινωνία και όπου η βασική διαφορά έχει να κάνει με τα κοινωνικά συμφέροντα που αναγνωρίζονται σε κάθε μία επιλογή. Μειοψηφικά στην πρώτη, πλειοψηφικά γύρω από το αίτημα πολιτικής αλλαγής.
Το ζήτημα δεν είναι επομένως εάν υπάρχει ένα πραγματικό δίλημμα – έστω αυτό που υπογραμμίζει η κυβέρνηση με το «Μητσοτάκης ή χάος», ακόμη και εάν στην πραγματικότητα προτείνει «Μητσοτάκης και χάος» – αλλά πώς εκπροσωπείται αυτό.
Εδώ πρέπει να καταλάβουμε ότι το ποιος εκπροσωπεί τον άλλο πόλο ενός διλήμματος, εν προκειμένω τον αντίπαλο πόλο απέναντι στην κυβέρνηση, δεν αποφασίζεται με βάση το τι πιστεύει ο ένας ή ο άλλος πολιτικός χώρος. Ούτε, βεβαίως, κρίνεται με βάση κάποιο κληρονομικό δικαίωμα. Ούτε αφορά το όποιο γινάτι του κάθε πολιτικού. Το αποφασίζουν οι ψηφοφόροι στις κάλπες και το υποδηλώνουν με τη συμπεριφορά τους στην πορεία προς αυτές.
Οι πολίτες επιλέγουν – και αντίστοιχα προκρίνουν – με κριτήρια όχι εικόνας αλλά ουσίας. Σταθμίζουν προγράμματα, αλλά δεν δίνουν «ψήφο εμπιστοσύνης» μόνο σε ρητορικές, αλλά και σε πρακτικές και σε ένα ορισμένο ήθος και ύφος διεκδίκησης της εξουσίας και σίγουρα σταθμίζουν τη διαδρομή κάθε κόμματος και κάθε ηγέτη.
Και έχει σημασία να προκρίνουν γιατί οι εκλογές, ιδίως σε μια χώρα όπως η Ελλάδα που έχει συγκεκριμένη ιστορία αλλά και συγκεκριμένη πολιτική και κυβερνητική παράδοση, όντως απαιτούν πόλωση, απαιτούν ένα πραγματικό αντίπαλο δέος απέναντι σε μια κυβέρνηση που, καθόλου τυχαία, αυτή στιγμή κατεξοχήν θα ήθελε μια αντιπολίτευση κατακερματισμένη και «πολυπολική», ακριβώς για να μπορεί να παίξει το αφήγημα ότι δεν υπάρχει καμία άλλη εφικτή πρόταση διακυβέρνησης και ότι η «κακοφωνία» μιας πολυδιασπασμένης αντιπολίτευσης απλώς υπόσχεται ακυβερνησία.
Και έχει μια σημασία να υπάρχει επίγνωση πως εάν σήμερα διαμορφώνονται συγκεκριμένοι συσχετισμοί στην αντιπολίτευση, τέτοιοι που να καθιστούν αντικειμενικά την ΕΛΑΣ και τον Αλέξη Τσίπρα τον βασικό αντίπαλο πόλο της κυβέρνησης, αυτό δεν οφείλεται ούτε σε κάποια «στημένη διαιτησία», ούτε σε κάποια συνωμοσία ή μεθόδευση.
Άλλα κόμματα και πολιτικοί είχαν πολιτικό χρόνο, δημοσιότητα και επαρκή κοινοβουλευτική παρουσία για να κατοχυρώσουν αυτό τον ρόλο. Εάν δεν το κατάφεραν, αυτό οφείλεται στον τρόπο που δεν μπόρεσαν να επικοινωνήσουν επαρκώς με ένα λαϊκό αίτημα αλλαγής για να μπορέσουν να το εκπροσωπήσουν.
Η πολιτική είναι μια διαρκής δοκιμασία και μάλιστα μπροστά σε ένα κοινό ιδιαίτερα αυστηρό, απαιτητικό και πάνω από όλα δύσπιστο, μετά από αρκετές διαψεύσεις. Δεν επιτρέπει καμία «ευκολία πληρωμής», δεν συγχωρεί λάθη και αναδεικνύει εύκολα ασυνέπειες και ανακολουθίες. Αυτό δεν έχει να κάνει μόνο – ούτε και κυρίως – με την επικοινωνία ή το «πολιτικό μάρκετινγκ» και συνολικά αυτό που συνηθίσαμε να λέμε «εικόνα», αλλά με το εάν η μία η άλλη πολιτική πρόταση αναλογεί, και με ποιο τρόπο, στις πραγματικές ιστορικές εναλλακτικές διαδρομές που ανοίγονται για τη χώρα, αυτές που τελικά ορίζουν τα διλήμματα και το έδαφος της αντιπαράθεσης.
Σε τελική ανάλυση, απέναντι στη συστηματική προσπάθεια όχι μόνο της κυβέρνησης αλλά και σημαντικού μέρους της δημόσιας σφαίρας να πείσουν την κοινωνία ότι δεν υπάρχει καμία δυνατότητα εναλλακτικής και το μόνο που απομένει είναι η έστω και αποκαρδιωμένη συμφιλίωση με τα πράγματα όπως ακριβώς έχουν, η επιστροφή της πόλωσης και η σύγκρουση ανάμεσα σε διαφορετικούς δρόμους για τη χώρα και το μέλλον της είναι και ο μόνος τρόπος ώστε να μπορέσει η κοινωνική πλειοψηφία να ελπίσει ξανά ότι τα πράγματα μπορούν να πάνε διαφορετικά.
in.gr

