Δεν ξέρω αν τα καλοκαίρια της δεκαετίας του ’80 και του ’90 ήταν πραγματικά καλύτερα ή αν έτσι αποφάσισε να τα φυλάξει η μνήμη μας. Ξέρω όμως ότι, όσο περνούν τα χρόνια, επιστρέφω όλο και συχνότερα σ’ εκείνες τις εικόνες και πιάνω τον εαυτό μου να αναρωτιέται το ίδιο πράγμα. Πού πήγε, ρε φίλε, όλο αυτό; Πώς καταφέραμε μέσα σε λίγες δεκαετίες να αλλάξουμε τόσο πολύ τον τρόπο που ζούμε, που διασκεδάζουμε, που αγαπάμε, που κάνουμε παρέα, ακόμη και τον τρόπο που πηγαίνουμε στη θάλασσα;
Έζησα δύο διαφορετικές ηλικίες μέσα σε δύο δεκαετίες που σήμερα μοιάζουν απίστευτα μακρινές. Και όταν σκέφτομαι εκείνα τα χρόνια, δεν θυμάμαι πολυτέλειες. Θυμάμαι ακριβώς το αντίθετο. Μια πετσέτα στην άμμο, μια μπάλα, ένα καρπούζι κομμένο στη μέση, λίγα σταφύλια σε μια σακούλα, νερό που είχε ζεσταθεί από τον ήλιο και μια παρέα που μπορούσε να περάσει έτσι ολόκληρη την ημέρα χωρίς να της λείψει απολύτως τίποτα.
Τα παιδικά καλοκαίρια του ’80 είχαν μια παράξενη αίσθηση ελευθερίας. Φεύγαμε το πρωί και ο χρόνος έχανε τη σημασία του. Θάλασσα, παιχνίδι, βουτιές, κυνηγητό, μπάλα, γδαρμένα γόνατα, καμένα από τον ήλιο πρόσωπα και εκείνη η μόνιμη αλμύρα πάνω στο δέρμα. Δεν χρειαζόταν κανείς να οργανώσει τη διασκέδασή μας, δεν περίμενε κανείς να μας προσφέρει μια «εμπειρία». Την εμπειρία τη φτιάχναμε μόνοι μας. Και το εντυπωσιακό είναι ότι δεν βαριόμασταν. Μπορούσαμε να περάσουμε δέκα ώρες στην ίδια παραλία και να μας φαίνονται λίγες.
Ύστερα ήρθαν τα ’90s και μαζί τους ήρθαν τα πρώτα ενήλικα μας χρόνια. Η ηλικία που πιστεύεις ότι ο κόσμος σου ανήκει και, ακόμη χειρότερα, ότι θα σου ανήκει για πάντα. Η παρέα γινόταν το κέντρο του σύμπαντος. Ένα αυτοκίνητο χωρούσε όσους έπρεπε να χωρέσει, ανεξάρτητα από το τι έλεγε η άδεια κυκλοφορίας. Η βενζίνη έμπαινε ρεφενέ, τα λεφτά ήταν συνήθως λίγα, αλλά κανείς δεν θυμάται σήμερα ότι αυτό μας εμπόδισε να περάσουμε καλά.
Τα πάρτι μπορούσαν να στηθούν πάνω στην άμμο χωρίς προσκλήσεις, κρατήσεις, dress code και οργάνωση. Μερικά ποτά, μουσική, μια παρέα και η θάλασσα λίγα μέτρα πιο πέρα ήταν αρκετά. Κάποιος έφερνε κασέτες, κάποιος είχε βρει πάγο, κάποιος είχε γνωρίσει μια άλλη παρέα και ξαφνικά οι δέκα γίνονταν είκοσι. Δεν χρειαζόταν να συμβεί κάτι συγκλονιστικό. Το συγκλονιστικό ήταν ότι ήμασταν όλοι εκεί.
Και ήμασταν πραγματικά εκεί.
Αυτό ίσως είναι που λείπει περισσότερο σήμερα.
Δεν είχαμε κινητά. Αν έλεγες «στις εννιά στην παραλία», στις εννιά πήγαινες στην παραλία. Αν ο άλλος αργούσε, περίμενες. Αν έχανες κάποιον, τον έψαχνες. Αν ήθελες να μιλήσεις σε ένα κορίτσι, έπρεπε να πας κοντά της. Δεν μπορούσες να κρυφτείς πίσω από ένα μήνυμα, ένα like ή ένα emoji. Έπρεπε να κοιτάξεις τον άλλον στα μάτια και να ρισκάρεις.
Και οι έρωτες είχαν κι αυτοί κάτι από εκείνα τα καλοκαίρια. Ένα βλέμμα που κρατούσε λίγο περισσότερο, μια βόλτα στην παραλία, ένα χέρι που ακουμπούσε διστακτικά ένα άλλο, ένα φιλί κάπου μακριά από την παρέα. Κανένας δεν το φωτογράφιζε. Κανένας δεν το ανέβαζε. Κανένας δεν περίμενε την επιβεβαίωση εκατοντάδων αγνώστων για να καταλάβει αν η στιγμή που μόλις έζησε ήταν όμορφη. Ήταν δική σου. Και επειδή ήταν μόνο δική σου, ίσως να είχε μεγαλύτερη αξία.
Το βράδυ ξαπλώναμε στην άμμο και κοιτούσαμε τον ουρανό. Κυριολεκτικά τον ουρανό. Τα αστέρια. Δεν κοιτούσαμε μια οθόνη κάθε τριάντα δευτερόλεπτα μήπως συνέβη κάπου αλλού κάτι σημαντικότερο από αυτό που ζούσαμε εμείς. Η παρέα ήταν μπροστά μας και όχι μέσα σε μια συσκευή. Μιλούσαμε για ώρες, λέγαμε ανοησίες, κάναμε σχέδια, ερωτευόμασταν, τσακωνόμασταν, συμφιλιωνόμασταν και πιστεύαμε με εκείνη την υπέροχη αφέλεια των είκοσι χρόνων ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι θα είναι για πάντα εκεί.
Δεν ήταν.
Άλλους τους πήρε η ζωή μακριά, άλλους οι δουλειές, άλλους οι οικογένειες, άλλους οι διαφορετικοί δρόμοι. Κάποιους έχουμε χρόνια να τους δούμε και κάποιοι, δυστυχώς, δεν είναι πια εδώ. Και αυτή είναι ίσως η πιο σκληρή πλευρά της νοσταλγίας, δεν σου λείπει μόνο η εποχή. Σου λείπουν οι άνθρωποι που κατοικούσαν μέσα της.
Θα έδινα πολλά σήμερα για ένα ακόμη από εκείνα τα βράδια. Όχι για να αλλάξω κάτι. Ούτε για να ξαναγίνω είκοσι χρονών για πάντα. Μόνο για λίγες ώρες. Να καθίσουμε πάλι όλοι στην ίδια αμμουδιά, με τα ίδια πρόσωπα, τα ίδια γέλια και τις ίδιες ανοησίες. Να δω εκείνους που έχασα από τη ζωή μου, να είναι πάλι νέοι. Να ακούσω τις φωνές τους. Να τσακωθούμε για το ποια κασέτα θα παίξει. Και αυτή τη φορά να ξέρω αυτό που τότε κανείς μας δεν μπορούσε να ξέρει, ότι η συγκεκριμένη νύχτα δεν θα ξανάρθει ποτέ.
Γιατί όταν είσαι είκοσι χρονών δεν γνωρίζεις ότι ζεις τα χρόνια που κάποτε θα νοσταλγείς. Αυτό είναι το μεγάλο κόλπο της ζωής. Η νιότη δεν σε προειδοποιεί ότι είναι νιότη. Έρχεται σαν να είναι η φυσιολογική κατάσταση των πραγμάτων και σε πείθει ότι έχεις μπροστά σου άπειρο χρόνο. Άπειρα καλοκαίρια, άπειρες παρέες, άπειρους έρωτες, άπειρες βραδιές μέχρι το ξημέρωμα. Και μια μέρα, χωρίς να έχεις καταλάβει ακριβώς πότε συνέβη, αρχίζεις να μετράς τα καλοκαίρια που πέρασαν αντί γι’ αυτά που έρχονται.
Στο μεταξύ άλλαξε και ο κόσμος γύρω μας. Η πετσέτα στην άμμο έγινε οργανωμένη παραλία, η αυτοσχέδια παρέα έγινε κράτηση, η κασέτα έγινε playlist και η φωτογραφική μηχανή των 36 λήψεων έγινε ένα κινητό που μπορεί να τραβήξει 3.600 φωτογραφίες μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο. Κερδίσαμε απίστευτες δυνατότητες, ευκολίες που τότε ούτε μπορούσαμε να φανταστούμε, αλλά κάπου μέσα σε όλη αυτή την πρόοδο χάσαμε και κάτι που δύσκολα περιγράφεται.
Χάσαμε την αποκλειστικότητα της στιγμής.
Σήμερα μπορεί να καθόμαστε έξι άνθρωποι γύρω από ένα τραπέζι και οι μισοί να συνομιλούν με ανθρώπους που βρίσκονται χιλιόμετρα μακριά. Πηγαίνουμε σε έναν όμορφο τόπο και πριν προλάβουμε να τον κοιτάξουμε ψάχνουμε το σωστό σημείο για τη φωτογραφία. Φτάνει το φαγητό και πριν το δοκιμάσουμε πρέπει να φωτογραφηθεί. Βγαίνει το ηλιοβασίλεμα και αντί να το κοιτάξουμε μέσα από τα μάτια μας, το κοιτάζουμε μέσα από μια οθόνη. Ακόμη και η ευτυχία μοιάζει μερικές φορές σαν να χρειάζεται αποδεικτικό στοιχείο.
Τότε δεν είχαμε τρόπο να αποδείξουμε ότι περνάμε καλά.
Έπρεπε απλώς να περνάμε καλά.
Και δεν θέλω να πέσω στην εύκολη παγίδα ότι όλα τότε ήταν όμορφα και όλα σήμερα είναι άσχημα. Δεν ήταν έτσι. Η μνήμη ασφαλώς διαλέγει τι θα κρατήσει και τι θα πετάξει. Κάθε γενιά εξιδανικεύει λίγο τη νιότη της και κάθε άνθρωπος κοιτάζει τα χρόνια που πέρασαν μέσα από το φίλτρο όσων έχασε. Άλλωστε, ακόμη και η έρευνα γύρω από τη νοσταλγία επισημαίνει ακριβώς αυτή την τάση να συνδέουμε το παρελθόν με απλούστερες μορφές κοινωνικότητας και τη σημερινή εποχή με έναν τρόπο ζωής περισσότερο εξαρτημένο από την ψηφιακή τεχνολογία.
Όμως δεν μπορεί να είναι όλα κατασκευή της μνήμης.
Γιατί κάτι πράγματι άλλαξε.
Άλλαξε ο χρόνος που διαθέτουμε ο ένας για τον άλλον. Άλλαξε ο τρόπος που επικοινωνούμε. Άλλαξε η ανάγκη μας να καταγράφουμε αντί απλώς να ζούμε. Άλλαξε η σχέση μας με την κατανάλωση, με τις διακοπές, με την ίδια την έννοια του «περνάω καλά». Κάποτε ένα καρπούζι, λίγα σταφύλια, μια πετσέτα και πέντε φίλοι μπορούσαν να αποτελέσουν ολόκληρο το πρόγραμμα μιας ημέρας. Και το παράξενο είναι ότι κανείς δεν αισθανόταν πως του λείπει κάτι.
Ίσως λοιπόν τελικά να μην αναζητώ τα καλοκαίρια του ’80 και του ’90.
Αναζητώ εμάς.
Εμάς πριν αποκτήσουμε υποχρεώσεις, ημερολόγια, προθεσμίες και λογαριασμούς. Εμάς πριν αρχίσουμε να χάνουμε ανθρώπους. Εμάς όταν οι γονείς μας ήταν ακόμη νέοι. Εμάς όταν ένα ολόκληρο καλοκαίρι απλωνόταν μπροστά μας σαν κάτι ατελείωτο. Εμάς όταν δεν ξέραμε ακόμη πόσο γρήγορα περνάει η ζωή.
Γι’ αυτό ένα παλιό τραγούδι μπορεί ακόμη να σε διαλύσει.
Παίζει ξαφνικά στο ραδιόφωνο και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα δεν είσαι πια εδώ. Είσαι πάλι είκοσι χρονών. Είναι Αύγουστος. Τα μαλλιά σου έχουν αλάτι, τα πόδια σου είναι γεμάτα άμμο, κάποιος δίπλα γελάει, κάποιος ανοίγει ένα καρπούζι, μια κοπέλα σε κοιτάζει λίγο περισσότερο απ’ όσο πρέπει και από κάπου ακούγεται η μουσική που τότε δεν ήξερες ότι θα γίνει η μουσική της ζωής σου.
Κοιτάζεις γύρω σου τους φίλους σου και είναι όλοι εκεί.
Κανείς δεν έχει φύγει ακόμη.
Κανείς δεν έχει γεράσει.
Κανείς δεν βιάζεται.
Κανείς δεν κοιτάζει την ώρα.
Και το κυριότερο, κανείς σας δεν γνωρίζει πόσο ευτυχισμένη είναι εκείνη η ασήμαντη στιγμή.
Αν το γνωρίζαμε, ίσως να την κρατούσαμε λίγο περισσότερο.
Ίσως να κάναμε ακόμη μία βουτιά. Ίσως να δίναμε ακόμη μία αγκαλιά. Ίσως να λέγαμε σε κάποιους ανθρώπους όσα θεωρούσαμε ότι έχουμε όλη τη ζωή μπροστά μας για να τους πούμε. Ίσως να κοιτούσαμε λίγο περισσότερο εκείνον τον ουρανό.
Αλλά αυτή είναι η ζωή. Καταλαβαίνουμε την αξία ορισμένων πραγμάτων όταν έχουν ήδη γίνει ανάμνηση.
Και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, όταν με ρωτούν τι ακριβώς μου λείπει από εκείνα τα καλοκαίρια, δεν μπορώ να πω ότι μου λείπει ένας τόπος, ένα νησί, ένα μαγαζί ή μια συγκεκριμένη παραλία.
Μου λείπει εκείνο το συναίσθημα.
Να είναι Αύγουστος και να μη σε νοιάζει τι ώρα είναι.
Να έχεις στην τσέπη λίγα λεφτά και να αισθάνεσαι πλούσιος.
Να έχεις μπροστά σου μια θάλασσα, δίπλα σου πέντε ανθρώπους που αγαπάς και πάνω από το κεφάλι σου έναν ουρανό γεμάτο αστέρια και να μη χρειάζεσαι τίποτε άλλο.
Πού πήγε, ρε φίλε, όλο αυτό;
Ίσως πουθενά.
Ίσως εκείνα τα καλοκαίρια να βρίσκονται ακόμη εκεί, στην ίδια αμμουδιά, και να είμαστε εμείς αυτοί που φύγαμε.
Και κάθε τόσο ένα τραγούδι, μια μυρωδιά θάλασσας ή μια ξεθωριασμένη φωτογραφία ανοίγει για λίγα δευτερόλεπτα μια μικρή πόρτα και μας αφήνει να κοιτάξουμε πίσω.
Και τότε καταλαβαίνεις το πιο παράξενο απ’ όλα.
Κάποτε είχαμε ένα καρπούζι, λίγα σταφύλια, μια πετσέτα στην άμμο και τους ανθρώπους μας γύρω μας.
Νομίζαμε ότι δεν είχαμε τίποτα.
Τώρα ξέρουμε.
Είχαμε τα πάντα.
Βασίλης Σπαντούρος

