Υπάρχει ένας παλιός κανόνας στην πολιτική: τα κόμματα δεν χάνονται επειδή χάνουν εκλογές. Χάνονται όταν παύουν να δημιουργούν την αίσθηση ότι μπορούν κάποτε να τις κερδίσουν. Και αυτό ακριβώς μοιάζει να συμβαίνει σήμερα με το ΠΑΣΟΚ.
Τυπικά, το κόμμα κατέχει τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Στην πραγματικότητα όμως δεν την κατέκτησε πολιτικά. Του έπεσε σχεδόν τυχαία στα χέρια, όταν κατέρρευσε ο ΣΥΡΙΖΑ. Δεν ανέβηκε δηλαδή επειδή έπεισε την κοινωνία. Απλώς βρέθηκε εκεί επειδή ο προηγούμενος έπεσε.
Από τότε μέχρι σήμερα, αντί να εκμεταλλευτεί αυτή τη συγκυρία, μοιάζει να τη σπαταλά.
Οι δημοσκοπήσεις είναι σταθερές: η διαφορά από τη Νέα Δημοκρατία κινείται γύρω στο 15%. Σε έναν πολιτικό ορίζοντα περίπου δώδεκα μηνών μέχρι τις επόμενες εθνικές εκλογές, αυτό δεν είναι απλώς μια δύσκολη απόσταση. Είναι ένα πολιτικό χάσμα που δεν γεφυρώνεται χωρίς σοβαρή πολιτική δυναμική.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η δυναμική δεν φαίνεται πουθενά.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης επανεξελέγη στην ηγεσία του κόμματος, γεγονός που του έδωσε χρόνο και πολιτική νομιμοποίηση. Όμως η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στο πρόσωπό του. Θα ήταν υπερβολικά εύκολο να αποδοθεί όλο το πρόβλημα στον αρχηγό.
Η κρίση φαίνεται βαθύτερη.
Το ΠΑΣΟΚ μοιάζει με κόμμα που δεν έχει αποφασίσει ποια κοινωνία θέλει να εκπροσωπήσει. Δεν εμπνέει τους προοδευτικούς ψηφοφόρους που ζητούν αλλαγή. Δεν συγκινεί τους πιο ριζοσπαστικούς πολίτες. Και ταυτόχρονα δεν πείθει τους μετριοπαθείς κεντρώους ότι μπορεί να κυβερνήσει καλύτερα από την υπάρχουσα κυβέρνηση.

Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική αμηχανία.
Το κόμμα που κάποτε κυριαρχούσε στο πολιτικό σύστημα εμφανίζεται σήμερα χωρίς σαφή κατεύθυνση, χωρίς αφήγημα νίκης και κυρίως, χωρίς την αίσθηση ότι μπορεί να αποτελέσει πραγματική εναλλακτική εξουσίας.
Και όσο αυτό συμβαίνει, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη ενισχύει το βασικό της επιχείρημα: ότι αποτελεί τη μοναδική δύναμη σταθερότητας. Όχι επειδή απαραίτητα πείθει όλους τους πολίτες, αλλά επειδή απέναντί της δεν διαμορφώνεται μια πειστική προοπτική διακυβέρνησης.
Σε άλλες εποχές, το ΠΑΣΟΚ δημιουργούσε πολιτικές προσδοκίες. Σήμερα δείχνει να διαχειρίζεται απλώς την ύπαρξή του.
Και κάπου εδώ φτάνουμε στην ειρωνεία της συγκυρίας.
Την Κυριακή το κόμμα εκλέγει συνέδρους για το επόμενο συνέδριό του. Μια διαδικασία που θα έπρεπε να σηματοδοτεί ανανέωση, επανεκκίνηση, πολιτική ανασύνταξη.
Αντί γι’ αυτό, μεγάλο μέρος της κοινωνίας την παρακολουθεί με μια αίσθηση κουρασμένης απορίας: τι ακριβώς προσπαθεί να γίνει εκεί μέσα;
Γιατί όταν ένα κόμμα δεν δημιουργεί όραμα, δεν δημιουργεί προσδοκία νίκης και δεν πείθει ότι μπορεί να κυβερνήσει, τότε οι εσωτερικές διαδικασίες μοιάζουν περισσότερο με τελετουργία παρά με πολιτική επανεκκίνηση.
Και έτσι, με μια δόση πικρού αυτοσαρκασμού, ίσως η πιο ειλικρινής ευχή για την Κυριακή να είναι η εξής: Καλή επιτυχία στις εκλογές των συνέδρων.
Καλό βόλι, σύντροφοι.
Καλά μυαλά δεν ευχόμαστε, γιατί αυτά δεν χαρίζονται.
Αυτά πρέπει να τα βρει κανείς μόνος του.
ΜΑΡΚΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ

