Η παρατεταμένη ένταση στη Μέση Ανατολή εντείνει τις πιέσεις στις διεθνείς αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου, δημιουργώντας ένα νέο κύμα ανατιμήσεων που διαχέεται σε ολόκληρη την ενεργειακή αλυσίδα και φτάνει πλέον στην ελληνική αγορά. Η μέση τιμή της αμόλυβδης έχει ήδη ξεπεράσει τα 2,16 ευρώ το λίτρο, ενώ το πετρέλαιο κίνησης διαμορφώνεται στα 2,139 ευρώ.
Στο επίκεντρο της διεθνούς αγοράς πετρελαίου βρίσκονται οι επιπτώσεις από τη διακοπή λειτουργίας του αγωγού της Σαουδικής Αραβίας, ο οποίος αποτελούσε βασική υποδομή για την παράκαμψη του Στενού του Ορμούζ. Η τιμή του Brent έχει αυξηθεί κατά περίπου 18% μέσα σε έναν μήνα. Χθες Τετάρτη ξεπέρασε και τα 108 δολάρια το βαρέλι, με την τιμή να μειώνεται στο πέρας της ημέρας, κάτω από τα 106 ευρώ, ενώ από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή η άνοδος ξεπερνά το 45%.
Η νέα εκτίναξη των διεθνών τιμών, πάντως, προκαλεί έντονο προβληματισμό για την πορεία του ενεργειακού κόστους τους επόμενους μήνες, με το βλέμμα πλέον να στρέφεται και στον φετινό χειμώνα.
Στο επίκεντρο της κυβέρνησης το ενεργειακό κόστος
Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση εντείνει τις συσκέψεις για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων από την άνοδο των τιμών. Χθες πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μαξίμου άτυπη σύσκεψη υπό τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, με τη συμμετοχή του αντιπροέδρου Κωστή Χατζηδάκη και των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκου Πιερρακάκη και Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρου Παπασταύρου.
Στο επίκεντρο βρέθηκαν οι τιμές των καυσίμων και, κυρίως, η πορεία του πετρελαίου θέρμανσης, η διάθεση του οποίου αναμένεται να ξεκινήσει φέτος σε επίπεδα μεταξύ 1,85 και 1,90 ευρώ το λίτρο, έναντι περίπου 1,10 ευρώ πέρυσι.
Σύμφωνα με πληροφορίες, υπάρχει δημοσιονομικό περιθώριο περίπου 200 εκατ. ευρώ, το οποίο θα μπορούσε να αξιοποιηθεί εφόσον κριθεί αναγκαίο. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, δεν διαφαίνεται πρόθεση για επιδότηση του πετρελαίου θέρμανσης απευθείας στην αντλία.
Παράλληλα, η κυβέρνηση αναζητά λύσεις και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με στόχο τον περιορισμό των επιπτώσεων από τις ανατιμήσεις στην ενέργεια. Κυβερνητικές πηγές σημειώνουν ότι έως το τέλος του μήνα θα αξιολογηθούν τα διαθέσιμα δεδομένα και, με βάση την εξέλιξη των τιμών, το οικονομικό επιτελείο θα αποφασίσει εάν και ποια μέτρα απαιτούνται.
Χθες, πάντως, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης δήλωσε ότι η κυβέρνηση έχει διατηρήσει δημοσιονομικές εφεδρείες, ώστε να υπάρχουν διαθέσιμες επιλογές όταν οι συνθήκες δυσκολεύουν. Όπως ανέφερε, «οι διεθνείς κρίσεις δεν είναι στο χέρι μας. Το πώς απαντάμε σε αυτές, όμως, είναι».
Ο υπουργός υπογράμμισε παράλληλα ότι η ανθεκτικότητα της οικονομίας αποκτά ουσιαστική σημασία όταν μεταφράζεται σε αντοχές για την κοινωνία, επισημαίνοντας τις επιπτώσεις της ανόδου των καυσίμων στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, στις μετακινήσεις, αλλά και στο κόστος λειτουργίας των επαγγελματιών και των επιχειρήσεων. Πρόσθεσε ότι η κυβέρνηση θα εξετάσει το ζήτημα του πετρελαίου θέρμανσης τον Οκτώβριο, όπως και τις υπόλοιπες προκλήσεις που θα προκύψουν.
Στο ίδιο μήκος κύματος και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, που άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο για περαιτέρω στήριξη των νοικοκυριών εάν συνεχιστεί το διεθνές ράλι ανόδου των τιμών του πετρελαίου άφησε. Μιλώντας σε ραδιοφωνική εκπομπή, στον Real Fm, το πρωί της Τετάρτης (16/9) τόνισε ότι γίνονται συνεχώς συσκέψεις και έως το τέλος Σεπτεμβρίου θα ληφθούν οι αποφάσεις για την αντιμετώπιση της πληθωριστικής κρίσης.
Ράλι στις τιμές της αντλίας
Πάντως, η άνοδος των διεθνών τιμών του πετρελαίου έχει ήδη μεταφερθεί στη λιανική αγορά καυσίμων, με την πίεση να αποτυπώνεται πλέον στις τιμές της αντλίας.
Η μέση τιμή της αμόλυβδης διαμορφώνεται στα 2,168 ευρώ το λίτρο, ενώ το πετρέλαιο κίνησης βρίσκεται στα 2,139 ευρώ. Για το υγραέριο κίνησης, η μέση τιμή διαμορφώνεται στα 0,992 ευρώ το λίτρο.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η τιμή της αμόλυβδης έχει αυξηθεί κατά περισσότερο από 10% από τον Αύγουστο, ενώ σε ορισμένους νομούς της χώρας η τιμή της ξεπέρασε χθες ακόμη και τα 2,40 ευρώ το λίτρο. Στο πετρέλαιο κίνησης, οι υψηλότερες τιμές έφτασαν πάνω από τα 2,20 ευρώ το λίτρο.
Οι πιέσεις αναμένεται να συνεχιστούν, καθώς τα διυλιστήρια αναμένεται να προχωρήσουν σε νέες αυξήσεις στις τιμές τους σήμερα, Πέμπτη.
Ανησυχία για φυσικό αέριο και ηλεκτρικό ρεύμα
Η εικόνα είναι εξίσου πιεστική και στην αγορά φυσικού αερίου. Η τιμή του κινείται πλέον κοντά στα 80 ευρώ ανά μεγαβατώρα, καταγράφοντας ετήσια αύξηση που ξεπερνά το 150%. Πάντως το βράδυ της Τετάρτης η τιμή εμφάνισε τάση μείωσης φτάνοντας κοντά στα 77 ευρώ ανά μεγαβατώρα,
Οι υψηλές όμως τιμές επηρεάζουν την ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς σημαντικό μέρος της ηλεκτροπαραγωγής στη χώρα βασίζεται στο φυσικό αέριο. Εφόσον οι διεθνείς τιμές παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, αναμένεται να ενταθούν και οι πιέσεις στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας.
Ενδεικτική είναι η πορεία της χονδρεμπορικής αγοράς: από τις αρχές Σεπτεμβρίου η μέση τιμή διαμορφώνεται στα 157,45 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έναντι 133,40 ευρώ τον Αύγουστο. Στο μεταξύ, στα 142,30 ευρώ/MWh διαμορφώθηκε η Τιμή Εκκαθάρισης Αγοράς (ΤΕΑ) της Αγοράς Επόμενης Ημέρας όπως διαμορφώθηκε για την Πέμπτη 17/9/2026. Η υψηλότερη τιμή στη διάρκεια του 24ώρου διαμορφώθηκε στα 287,81 ευρώ/MWh, ενώ το χαμηλό του 24ωρου διαμορφώθηκε στα -0,01 ευρώ/MWh. Η τιμή αυξήθηκε κατά 15% σε σχέση με την προηγούμενη ημέρα. Η συνολική ζήτηση διαμορφώθηκε στις 368,68 GWh. Στο ενεργειακό μείγμα ο λιγνίτης 5,7%, το φυσικό αέριο 21,7% τα υδροηλεκτρικά 3,7%, οι εισαγωγές 5,5% και οι ανανεώσιμες 58,8%. Οι εξαγωγές στις 31,868 MWh και οι εισαγωγές στις 10,064 MWh.
Έτσι, η ενεργειακή κρίση που προκαλεί η γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή μετατρέπεται σταδιακά σε ευρύτερη πρόκληση για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, με το κόστος των καυσίμων, του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας να παραμένει στο επίκεντρο των εξελίξεων.
Καμπανάκι της αγοράς
Στο μεταξύ με αφορμή τη χθεσινή σύσκεψη του Πρωθυπουργού με τους αρμόδιους Υπουργούς για την αντιμετώπιση του αυξημένου ενεργειακού κόστους, ο Εμπορικός Σύλλογος Αθηνών εξέπεμψε SOS τονίζοντας την ανάγκη να ληφθούν υπόψη και οι ανάγκες των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα των μικρών και μικρομεσαίων εμπορικών επιχειρήσεων.
“Οι επιχειρήσεις λειτουργούν σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό και ανταγωνιστικό περιβάλλον, ενώ το ενεργειακό κόστος αποτελεί, πλέον, ένα από τα σημαντικότερα λειτουργικά τους έξοδα. Η σημαντική επιβάρυνση του ενεργειακού κόστους τα τελευταία χρόνια περιορίζει τα περιθώρια βιωσιμότητας και ανάπτυξης, ιδιαίτερα για τις μικρές επιχειρήσεις” τόνισε ο Εμπορικός Σύλλογος Αθηνών, που κάλεσε τον Πρωθυπουργό και τους αρμόδιους Υπουργούς, κατά τον σχεδιασμό των μέτρων που ενδεχομένως να ανακοινωθούν, να μην αφήσουν εκτός τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
“Η στήριξη των νοικοκυριών είναι αυτονόητα σημαντική, όμως εξίσου σημαντική είναι και η στήριξη της επιχειρηματικότητας, της απασχόλησης και της βιωσιμότητας των μικρών και μεσαίων εμπορικών επιχειρήσεων.
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις χρειάζονται ουσιαστικά μέτρα στήριξης για να μπορούν να συνεχίσουν να λειτουργούν, να επενδύουν και να στηρίζουν την Ελληνική Οικονομία” τόνισε ο ΕΣΑ.

